Life in Athens

Τελευταίες ώρες στην καλοκαιρινή Αθήνα

Ξέρεις πού θέλεις να βρίσκεσαι αύριο το πρωί;

Φώτης Γεωργελές
ΤΕΥΧΟΣ 795
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο Φώτης Γεωργελές γράφει για την καλοκαιρινή Αθήνα και τις διακοπές.

Σε ξαφνιάζουν ακόμα όσα συμβαίνουν, σε εκπλήσσουν οι άνθρωποι που γνωρίζεις; Όταν σταματάμε να ξαφνιαζόμαστε, έχουμε γεράσει.

Αν δεν μπορείς να οδηγήσεις στη Route 66 με ένα νοικιασμένο «Alamo rent a car» χρυσαφί Plymouth, πήγαινε μια νυχτερινή βόλτα μέχρι το Σούνιο. Στη διαδρομή δεν θα συναντήσεις Motel με φωτισμένες νέον επιγραφές «no vacancy». Θα νιώσεις όμως τον θαλασσινό αέρα και την αρμύρα του Σαρωνικού στο πρόσωπο.

Θα ταξιδέψουμε ξανά κάποτε. Όταν τελειώσουν όλα αυτά.

Μια γάτα ξαπλωμένη στον ουρανό ενός αμαξιού. Κοιμάται με τα πόδια ψηλά. Βλέπει ένα όνειρο, τινάζεται απότομα με αγωνία. Μια γάτα Αθηναία.

Τσαλακωμένα σεντόνια, βρεγμένο μαξιλάρι, ιδρωμένα t-shirt.

Ένα ξεχασμένο πακέτο τσιγάρα. Ένα χαμηλό ποτήρι ουίσκι. Μια ξεχασμένη γκρι φόρμα. Περασμένες ζωές που έφυγαν αλλά συνεχίζουν παράλληλες. Ό,τι ζήσαμε είναι ό,τι θυμόμαστε. Τίποτα δεν τελειώνει, αν δεν το ξεχάσεις.

Δεν μπορώ να ξεχάσω τίποτα.

Ένα κορίτσι περιμένει δίπλα σου στο φανάρι. Δεν θα την ξαναδείς ποτέ. Θα περάσετε μαζί τον δρόμο.

Φωτισμένα περίπτερα υπερωκεάνια. Νερά με γεύση λεμόνι, πορτοκάλι και μαγνήσιο. Μάσκες Ν95. Άγνωστες διάλεκτοι. Κουρασμένα βλέμματα, πεινασμένα, απειλητικά. Απότομες εκρήξεις, νεύρα, μια φωνή που καταλήγει σε βραχνό ουρλιαχτό.

Οι Αθηναίοι ζούσαν πάντα σε καθεστώς μόνιμης υπερδιέγερσης. Η πανδημία και τα λοκ-ντάουν τους έχουν φέρει σε επίπεδο παροξυσμού. Red Alert.

Αφίσες σε κάθε τοίχο, υπόγειες διαβάσεις μουτζουρωμένες με μαύρα συνθήματα. Οι τοίχοι αυτής της πόλης ουρλιάζουν συνεχώς με αμείωτη ένταση, καταγγέλλουν διαρκώς μια συνωμοσία εναντίον μας. Φωνάζουν συνθήματα γιατί δεν μπορούν να ψιθυρίσουν κάτι καθησυχαστικό στον εαυτό τους. Οι Αθηναίοι είναι φοβισμένοι, αγχωμένοι, επιθετικοί, αβέβαιοι. Χρειάζονται διακοπές, τώρα.

Μουσικές μπερδεύονται από αυτοκίνητα που περνάνε και μισοκλειστά μαγαζιά που ξενυχτάνε. Απροσδιόριστοι ήχοι που ενώνονται και μοιάζουν, μπουζούκια ηλεκτρικά και οργισμένες ρίμες, τραπ και αραβικοί αμανέδες, μπάλος και auto tune. Θα μπορέσουν όλα αυτά κάποτε, με τα χρόνια, να γίνουν ένας καινούργιος αθηναϊκός ήχος; Η ελληνική μουσική της πόλης του 2030; Ή θα μείνουν θόρυβοι, ξεφτίδια ήχων από μαγαζιά στο Γκάζι που προσπαθεί το ένα να καλύψει το άλλο;

Athens Voice 102,5… Και το καλοκαίρι. Η μουσική υπόκρουση της δικιάς μου διαδρομής, σήματα μορς στο φωτισμένο καντράν.

Ένα ζευγάρι κοιτάζει τη θάλασσα στην υπερυψωμένη γέφυρα του Ιδρύματος Νιάρχου. Δεν μιλάνε, την αγκαλιάζει. Δυο κορίτσια στο πίσω κάθισμα, στη Συγγρού, κοιτάνε ερευνητικά. Μήπως τις θέλεις; Ο οδηγός αδιάφορος, βαρύς στο τιμόνι, περιμένει τον πελάτη να αποφασίσει. Ασιατικά πρόσωπα περιμένουν στη στάση στο Σύνταγμα το λεωφορείο. Κοιτάζουν μια οθόνη. Συνηθίζουν τη ρουτίνα της καινούργιας τους πόλης.

Η καντίνα στο Πάντειο. Ένα σκέτο χοτ-ντογκ. Θα σου μάθω κι εγώ κάτι. Αυτή είναι η καλύτερη καντίνα, το ξέρεις; Έχεις φάει τίποτα σήμερα;

Πιθανός Απροσδιόριστος Κίνδυνος.

Ανατολή ηλίου 06:17. Δύση 20:42.

Έχεις πολλή ώρα για να καταστρέψεις τη ζωή σου.

Θα ’θελα να σε γνωρίσω καλύτερα.

Υπάρχει πάντα ένα κόστος γι’ αυτό.

No sugar. Zero calories. Χωρίς ζάχαρη.

Δεν έχω γεύση.

Μπορώ να κάνω μια παραγγελία; Από Σόλωνος 22; Σας ακούω.

Έχετε μια ακόμα ζωή; Χωρίς πατάτες, σκέτη.

Έχει φύγει το παιδί.

Μετράς τις μέρες στα δάχτυλά σου; Ποτέ δεν είναι αρκετά.

Πώς πέρασες αυτό τον χρόνο; Περπάταγα.

Πώς περνάς τις μέρες της πανδημίας; Περπατάω πολλή ώρα. Δεν ακουμπάω κανέναν στον δρόμο. Τους παρατηρώ όμως όλους πολύ προσεκτικά. Τους χαμογελάω. Δεν το ξέρουν. Φοράω μάσκα. Κοιτάζω τα χέρια, τις κινήσεις που κάνει η ταμίας στο σούπερ μάρκετ. Κοιτάζω το σοβαρό της πρόσωπο. Αγοράζω δημητριακά. Γάλα από αμύγδαλο.

Ανοίγω το ψυγείο. Τακτοποιώ τα πράγματα. Κλείνω το ψυγείο. Ανοίγω το ψυγείο. Τρώω. Κλείνω το ψυγείο. Ανοίγω το ψυγείο. Το κοιτάζω. Δεν το έχω δει ποτέ τόσο γεμάτο. Και τόσο ξένο.

Βγάζω το καλώδιο από την πρίζα. Πετάω ό,τι έχει μέσα σε μια σακούλα σκουπιδιών. Ετοιμάζω τον σάκο των διακοπών. Πάντα φοβάμαι ότι θα πετάξω το σακ-βουαγιάζ στον κάδο και θα φύγω με τα σκουπίδια.

Πού πήγαινες διακοπές όταν έκλεινε το σχολείο;

Υπάρχουν πια αργίες μετά την εφεύρεση των κινητών τηλεφώνων; Υφίσταται καν η έννοια των διακοπών;

Νιώθεις ότι κατάγεσαι από κάπου; Λες ποτέ, η πόλη μου, το νησί μου;

Ξέρεις πού θέλεις να βρίσκεσαι αύριο το πρωί; Ξέρεις ποιους θέλεις να συναντήσεις; Ξέρεις ποια θα σου λείψει;

Μάζεψες όλα τα πράγματά σου; Προλαβαίνεις να κοιμηθείς λίγο; Ποτέ δεν προλαβαίνεις.

Κλείσε τα φώτα. Τελευταίες ώρες στη σκοτεινή Αθήνα.

Ξημερώνει. Τα καράβια πάντα πάνε προς τον Νότο.

Καλές διακοπές. Καλό ταξίδι. Κάπου εδώ θα είμαστε όλοι. Δεν θα χαθούμε. Ραντεβού τον Σεπτέμβρη.