Life in Athens

Urban Lines: Αργυρούπολη

«Με ξέρει καλύτερα απ’ όσο νομίζει, αλλά ξέρω να τον μπερδεύω όποτε φτάνει επικίνδυνα κοντά σε κάτι. Κανείς δεν πρέπει να ξέρει τα πάντα για σένα»

Ελένη Χελιώτη
ΤΕΥΧΟΣ 747
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Urban Lines: Αργυρούπολη: Η Ελένη Χελιώτη αφηγείται urban ιστορίες από το μετρό της Αθήνας.

«Ωραίος καιρός σήμερα». «Ελλαδίτσα! Γενάρης μήνας και καθόμαστε έξω». «Θα αλλάξει σε λίγες μέρες, λέει. Θα ’ρθει Νοτιάς». «Δε βαριέσαι. Μετά θα ’χουμε Αλκυονίδες». Σιωπή και χαμόγελο. «Το καφενείο της γειτονιάς σου είναι ακόμα ανοιχτό;» «Ναι, βέβαια, αλλά δεν μ’ αρέσει. Προτιμώ εδώ, στον δρόμο. Στον ήλιο. Βλέπεις κόσμο».

«Συγγνώμη» τους λέω σ’ αυτή την παύση απόλαυσης, «μήπως θα μπορούσα να δανειστώ τον αναπτήρα σας;» «Βεβαίως! Δώσε τον αναπτήρα στο κορίτσι» λέει στον φίλο του που καθόταν δίπλα μου. «Κράτα το κορίτσι μου, να ’χεις».

«Σας ευχαριστώ πάρα πολύ!» Ήταν μακράν ευγενέστερο να τον δεχτώ. Δεν ήθελα επ’ ουδενί να μειώσω τη σημασία της κίνησής του. «Τίποτα, είναι και ακριβό βλέπεις» λέει χαμογελώντας.

Άναψα το τσιγάρο μου και τους άφησα να συνεχίσουν. Όταν τελείωσα, σηκώθηκα και τον ευχαρίστησα άλλη μια φορά. «Να ’σαι καλά και να προσέχεις» μου είπε και έφυγα. Αυτό έγινε λίγους μήνες πριν. Πού να ξέραμε τότε τι θα ακολουθούσε. Κάθε φορά που το σκέφτομαι χαμογελάω, κι ας έχει μεσολαβήσει τόσος καιρός. Ο φίλος μου δεν κρατιέται και με ρωτάει, «τι σκέφτεσαι, μωρέ; Πάλι στοχάζεσαι μεσημεριάτικο;»

«Α, υπάρχει ειδική ώρα στοχασμού;»
«Ξέρω ’γω, με σένα που ’χω μπλέξει...»
«Έλα που δε σ’ αρέσει»
του λέω και γελάει.

Με τον Αλέξη είμαστε πολλά χρόνια φίλοι. Με ξέρει καλύτερα απ’ όσο νομίζει, αλλά ξέρω να τον μπερδεύω όποτε φτάνει επικίνδυνα κοντά σε κάτι. Κανείς να μην ξέρει τα πάντα για σένα. Πρέπει να κρατάς έστω ένα μυστικό για τον εαυτό σου. Όπως το κορίτσι που κάθεται απέναντί μας, καλή ώρα. Την πρόσεξα με το που μπήκαμε στο τρένο. Είναι δύσκολο να μην την προσέξεις. Είναι παρατηρητική και «χαμένη» ταυτόχρονα. Έχει σταμπάρει τον Αλέξη και μια στο τόσο τον κοιτάει. Θέλοντας να κινήσω λίγο τα νήματα χωρίς όμως να φανεί, στέλνω μήνυμα στον αγαπημένο αλλά βαθιά νυχτωμένο φίλο μου. «Ξύπνα λίγο και μίλα στο κορίτσι μπροστά σου! Μη γίνεσαι αυτά που κοροϊδεύεις. Και πρόσεξε τι θα πεις, μη με ξεφτιλίσεις». Ο Θεός τον φώτισε και ούτε γύρισε να με κοιτάξει μόλις τελείωσε να το διαβάζει. Just in case, είχα βάλει το κινητό μου στο αθόρυβο. Ήμουν περίεργη τι θα επέλεγε για pick up line.

Προς στιγμήν φάνηκε σαν να ήταν έτοιμος να γυρίσει να μου μιλήσει, αλλά άνοιξε το στόμα και της είπε απλά, «καλημέρα, είμαι ο Αλέξης». Νομίζω ότι είδα το χέρι του να κινείται, σαν να ήθελε να το απλώσει για να της το δώσει· μετά θυμήθηκε. «Γεια σου, Αλέξη» του απαντά εκείνη, «είμαι η Θέτις». (Μην πεις «ωραίο όνομα», μην πεις «ωραίο όνομα»). Δεν είπε. «Τι διαβάζεις;» τη ρωτάει χαμογελαστά. Το κορίτσι κοίταξε το βιβλίο της και είπε «μια συλλογή ποιημάτων του Bukowski». «Ααα» της λέει ο δικός μου, «τον γνωρίζω, τον διαβάζει η φίλη μου από δω». «Γεια σου, Θέτις» λέω κουνώντας το χέρι μου σαν τη Βασίλισσα της Αγγλίας. «Αλήθεια λέει» συνεχίζω, «αλλά ο ίδιος δεν πρέπει να έχει διαβάσει τίποτα στη ζωή του». Η Θέτις γελάει και του λέει «ποτέ δεν είναι αργά! Και μένα, η αδερφή μου με ενέταξε στον κόσμο αυτό. Τώρα πια διαβάζω αρκετά».

Ήταν γύρω στα 27, μικρότερη λίγο από τον Αλέξη, με καστανόξανθα μαλλιά και καστανοπράσινα αμυγδαλωτά μάτια. Φορούσε ένα ανοιχτόχρωμο τζιν, ένα μαύρο t-shirt Star Wars και πολλές αλυσίδες σε διαφορετικά μήκη στον λαιμό της, μία εκ των οποίων είχε τη λέξη Luck και μία άλλη το γράμμα Β, το οποίο με παραξένεψε. Ήθελα τόσο να τη ρωτήσω αλλά δεν μπορούσα να κάνω χαλάστρα στον Αλέξη, ο οποίος όση ώρα παρατηρούσα τη Θέτις είχε καταφέρει να κρατήσει το ενδιαφέρον της.

Είχε λεπτά μακριά δάχτυλα και φορούσε χρυσά δαχτυλίδια. Ήταν εντυπωσιακά όμορφη, κυρίως γιατί δεν γνώριζε πόσο. Την έβλεπα να χαμογελάει πριν απαντήσει στις ερωτήσεις του φίλου μου και ήξερα ότι ενώ απολάμβανε την κουβέντα, ανυπομονούσε να γυρίσει στο βιβλίο και στις σκέψεις της. Όσο casual και άκοπη φαινόταν η εμφάνισή της, έβλεπα πως όλα είχαν διαλεχτεί με φροντίδα. Άνετα θα μπορούσε να είναι στιλίστρια, αλλά άκουσα τον Αλέξη να λέει με έκπληξη «σπούδασες κινηματογράφο στο εξωτερικό; Αλήθεια; Και τι κάνεις Ελλάδα;» Εκείνη χαμογέλασε. Πόσες φορές να της είχαν κάνει αυτή την ερώτηση άραγε; Α ρε Αλέξη, συγκεντρώσου. Μη γίνεσαι προβλέψιμος...

Μια στο τόσο με κοίταγε που την κοιτούσα αλλά δεν έπαιρνα το βλέμμα μου. Δεν φάνηκε να την πτοεί. Νομίζω ελάχιστα πράγματα θα την πτοούσαν. Είχε μια δυναμική στα μάτια που είχα καιρό να δω. Η στάση μας πλησίαζε αλλά πάλι δεν είπα τίποτα. Δεν μπορούσα και να τον σκουντήσω. Τελικά δεν χρειάστηκε· σηκώθηκε εκείνη πρώτη. «Χάρηκα πολύ» του είπε και με κοίταξε. «Έχεις υπέροχο στιλ» της είπα με τη σειρά μου και χαμογέλασα. Τα μάτια της γούρλωσαν λίγο ενώ μ’ ευχαρίστησε σαν να ήταν το τελευταίο πράγμα που περίμενε να ακούσει αλλά ταυτόχρονα σαν να το ήξερε ήδη.