Life in Athens

Οι πέντε αισθήσεις μιας πόλης: Όραση

Η όραση είναι η πιο απατηλά εύκολη αίσθηση. «Ναι, το βλέπω», λέμε, «και»; Τι πραγματικά είδες όμως;

Ελένη Χελιώτη
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Γιατί παίρνουμε φωτογραφίες; Η οπτική ανεξίτηλη αποθανάτιση στιγμών είναι ουσιαστικά το κοντινότερο πράγμα που θα έχουμε ποτέ σε χρονομηχανή. Είναι μια ανθρώπινη εμμονή να κρατήσουμε ζωντανή και πολύχρωμη μια ανάμνηση, και δυνάμει να την ξαναβιώσουμε, έστω και οπτικά. Έχω μέσα στη βιβλιοθήκη μου κρυμμένα καμιά δεκαριά άλμπουμ με φωτογραφίες από τη φοιτητική μου ζωή. Δεν θυμάμαι την τελευταία φορά που τα άνοιξα, αλλά έχουν υπάρξει φορές που κοιτάζοντάς τα αισθάνθηκα ότι ο άνθρωπος που αντιρκίζω δεν υπάρχει πια. Είναι περίεργο συναίσθημα, αλλά αισιόδοξο. Σημαίνει ότι αλλάζουμε, εξελισσόμαστε, και πάμε παρακάτω.

Παρατηρώ πάντα την Αθήνα από ψηλά όταν επιστρέφω σε αυτή από το μικροσκοπικό παράθυρο του αεροπλάνου. Από πάνω δείχνει μια πυκνοκατοικημένη πόλη που απλώνεται αχόρταγα κατασπαράζοντας βουνά και δέντρα. Όταν όμως την έχεις ζήσει βλέπεις και κάτι ακόμα: την ανάγκη για μια νέα οπτική εισπνοή, και μια ελπιδοφόρα εκπνοή. Όταν τη βιώνεις απο μέσα, η Αθήνα σε κατακλύζει για δύο λόγους: για την ασχήμια και την ομορφιά της. Όπως και εμείς, έτσι και η πόλη μας πάλλεται με αντιφάσεις. Μέσα απο τον λευκό θόρυβο της καθημερινότητας και της ρουτίνας συχνά βρίσκουμε τον εαυτό μας ή στον κόφτη, ή στο ρελαντί. Εκεί κρύβονται οι αλήθειες. Εκεί κρυβόμαστε και εμείς.

Το ποσοστό ηλιοφάνειας της χώρας μας έχει συμβάλει σημαντικά στη διαμόρφωση της εθνικής μας προσωπικότητας. Το παράδοξο είναι ότι ενώ ακόμα και στο κρύο θα προτιμήσουμε να κάτσουμε έξω (για να κοιτάμε, για να πάρουμε λίγο ήλιο, για να ανοίξει το μάτι μας) δεν φροντίσαμε ποτέ να διαμορφώσουμε ανάλογα το αστικό μας περιβάλλον, και δεν εξελίξαμε ποτέ πολιτισμικές ευαισθησίες συμπεριφοράς για να κρατήσουμε την πόλη μας έστω οπτικά αξιοπρεπή. Γκρινιάζουμε ενώ πετάμε στο δρόμο σκουπίδια απ’ το αυτοκίνητό μας. Καταριόμαστε την έλλειψη πρασίνου ενώ στρώνουμε μπετό στην αυλή της πολυκατοικίας χωρίς να αφήνουμε χώρο ούτε για ένα δέντρο. Και εάν μας το επιβάλλανε θα τους βρίζαμε για καταπίεση.

Γιατί αυτό είμαστε: ασεβή, κακομαθημένα παιδιά με μια καλή ψυχή. Αποζητάμε την επιβράβευση χωρίς να είμαστε διατεθημένοι να κάνουμε τον κόπο. Είμαστε σκληρά εργαζόμενοι τεμπέληδες που γνωρίζουμε από ομορφιά αλλά αδυνατούμε να την παράξουμε. Και έτσι στεκόμαστε στους ώμους των τιτάνων που κάποτε τόλμησαν, ελπίζοντας ότι αν μη τι άλλο θα φανούμε ψηλοί.

Η όραση είναι η πιο απατηλά εύκολη αίσθηση. «Ναι, το βλέπω», λεμε, «και»; Τι πραγματικά είδες όμως; Απ’ τους ξένους αυτούς ώμους φωτογραφίζουμε μαγευτικά ηλιοβασιλέματα, ξεχνώντας ότι εαν δεν δημιουργήσουμε εμείς την επόμενη ανατολή, θα μας καταβροχθήσει· όχι με βία, ούτε με τρόμο, αλλά με συγκαταβατικότητα και μια ακόμα μέρα που θα σβήσει αχνά και δεν θα έχουμε κανέναν απολύτως λόγο να τη θυμόμαστε.

Τόσο η νοστλαγία, όσο και η σιγουριά του αύριο τρέφουν την αεργία και την προβληματική πεποίθηση ότι κάποια μέρα θα «δούμε». Απλά όχι σήμερα. Απλά όχι τώρα. «Και αύριο μέρα είναι». Σύμφωνοι. Πως θες να είναι όμως;