Life in Athens

Κολόμπα

Ιστορίες αναρχίας κινηματογραφικού τύπου

Λευτέρης Ξανθόπουλος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Άγριο σκασιαρχείο συστηματικό στα τέλη του 1950. Από το Β΄ Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών, Αχαρνών και Χέυδεν πλατεία Βικτωρίας, στην Αλάσκα και το Ροζικλαίρ −ή Ροζίκλα στο χαϊδευτικό κι αγαπησιάρικο−, προσφιλή στέκια άνεργων οικοδόμων, χασομέρηδων και ταλαιπωρημένων ανθρώπων του δρόμου. Η επιλογή ανάμεσα στους δύο κινηματογράφους, ανάλογα με το καουμπόϊκο. Καμιά φορά, αν δεν υπήρχε στην Πατησίων κάτι καλό, λίγο πιο πέρα, πίσω από το Δημαρχείο της πλατείας Κοτζιά, στο βρώμικο Αθηναϊκόν όπου και ο Αντρέας με το σάμαλι, παστέλι, κωκ στα διαλείμματα και μια στις τόσες, μπόνους με τρεις ταινίες αντί για τις στάνταρ δύο (η μία, τυχαίο μαυρόασπρο επεισόδιο κινηματογραφικού σίριαλ του ’50 με τις περιπέτειες του Φου Μαντσού ή του Φλας Γκόρντον).

Εποχές αλλοτινές, που ευδοκιμούσαν οι κολομπαράδες στις κλειστές κινηματογραφικές αίθουσες, οι λεγόμενοι και κωλομεράκλες, καθώς και στα υπαίθρια Λούνα Παρκ με τους κρίκους, τη μικρή μαυροδάφνη μπουκάλι και τα λουκούμια Σύρου στο κουτί. Έβαζαν στόχο τους σκασιάρχες με τα κοντά παντελονάκια των πρώτων τάξεων του Γυμνασίου, που κάθονταν πάνω στη σχολική τους τσάντα, για να μην ξεχωρίζουν. Φρόντιζαν να βρεθούν δίπλα τους και όταν έσβηναν τα φώτα και εμφανιζόταν στην οθόνη το παλληκαράκι πάνω στο άλογο, ο Ώντυ Μώρφυ λόγου χάριν ή ο σκληρός Τζακ Πάλανς με τα φονικά εξάσφαιρα ή και ο αδίσταχτος παιδαράς Ρόρυ Κάλχουν, άπλωναν το χέρι δήθεν αθώα, δήθεν τυχαία, όμως για να χαϊδέψουν στην πραγματικότητα και να πασπατέψουν το τρυφερό μπουτάκι του ψαρωμένου πιτσιρικά και, αν δεν έβρισκαν αντίσταση, να προχωρήσουν παραπέρα.

Οι πιο οργανωμένοι από αυτούς, οι πιο επαγγελματίες ας πούμε, είχαν στην τσέπη τον δικό τους φακό, πως έψαχναν τάχα για άδεια θέση στα σκοτεινά παρακάμπτοντας την ταξιθέτρια, αλλά τους ένοιαζε πιο πολύ ο αφράτος σκασιάρχης για να καθίσουν δίπλα του και να ασχοληθούν με το διαβολικό τους έργο.

Ο μικρός έσπρωχνε το χέρι του επιτήδειου εισβολέα, όταν όμως o μουστακαλής επέμενε και το παιδί ήταν και λιγάκι μαγκάκι και δεν μασούσε, ήταν και ταχτικός θαμώνας των κινηματογράφων με έργατα δύο, το ένα σεξουάλα το άλλο καουμπόγια, σηκωνόταν όρθιο έβαζε τις παλάμες χωνί κι έβγαζε κραυγή πανοραμική σαν του Ταρζάν Τζώννυ Βαϊσμύλλερ στη πέτσινη ζούγκλα του Χόλιγουντ, «Κολόμπααααα», κραυγή μάχης και κραυγή πειρατική, που σκέπαζε το άγριο πιστολίδι στην οθόνη.

Αστραπιαία πετάγονταν από διαφορετικά σημεία της αίθουσας δύο-τρεις νταβραντισμένοι οικοδόμοι, τσαλαπατούσαν τους διπλανούς, ορμούσαν και άρπαζαν σε χρόνο ντετέ τον φτωχοδιάβολο κολομπαρά ο ένας από τα δεξιά ο άλλος από αριστερά και σηκωτό τον έσερναν προς την έξοδο. Με το που άρχιζε η φάση, χτυπώντας τα πόδια τους ομαδικά στο τσιμέντο, ξεχυνόταν από τους ψαγμένους θεατές μέσα στην αίθουσα, μαζί με σύννεφο σκόνης από το πάτωμα, τρεις φορές κοφτά και ρυθμικά, το μοβόρικο σύνθημα: «κολόμπα - κολόμπα - κολόμπα» και πάλι το ίδιο σε επανάληψη.

Ο ιπτάμενος κολομπαράς, με αεροπλανικό κόλπο των μπρατσομένων συνοδών του και μια γερή κλωτσιά στα πισινά κατέληγε φαρδύς πλατύς να μπουσουλάει στο πεζοδρόμιο της Πατησίων, μπροστά στα πόδια των απορημένων περαστικών και αμέσως μετά οι αυτόκλητοι τιμωροί εκδικητές, σαν να μην έχει συμβεί τίποτα, επέστρεφαν στις θέσεις τους για να παρακολουθήσουν την ταινία που άφησαν στη μέση, συνεχίζοντας μαζί με τους υπόλοιπους κινηματογραφόφιλους το ευφάνταστο και δημιουργικό κουβεντολόι που είχαν ανοίξει από νωρίς με τους χαρακτήρες στην οθόνη, σε όλα τα ελληνικά ιδιώματα και διαλέκτους, «σκύψε ρε μαλάκα, θα στη φυτέψει», «δώστα όλα, πουτάνα μου», «χώστου μια, ρε γουμάρι», «θα σου πέσει η κωλοτρυπίδα, μάγκα μου», «και τ’ αρχίδια μέσα ρε» και άλλα τέτοια παρεμφερή, τρυφερά και εξόχως παιδαγωγικά. Εν τω μεταξύ, η αυτορυθμιζόμενη λαϊκή δικαιοσύνη και αυτοδικία με τους άγραφους κανόνες και τους καθημερινούς κώδικες συμπεριφοράς και επικοινωνίας, είχε βρει επιτέλους τη δικαίωσή της.