Life in Athens

Ι ♥ Κολωνάκι-Κωνσταντίνος Τζούμας

«Τη δεκαετία του ’60 η ηθοποιός Ρίτα Μπενσουσάν είχε δημιουργήσει το Market – ένα μίνι πολυκατάστημα με καφέ στο τέρμα της Τσακάλωφ πίσω από τον Άγιο Διονύσιο. Σ’ ένα από τα μαγαζάκια ήταν μια κοπέλα που φλέρταρε κρυφά –υποτίθεται– τον γκόμενο της Ρίτας.

Δημήτρης Μαστρογιαννίτης
ΤΕΥΧΟΣ 292
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

 Το σατέν και το μηδέν

«Τη δεκαετία του ’60 η ηθοποιός Ρίτα Μπενσουσάν είχε δημιουργήσει το Market – ένα μίνι πολυκατάστημα με καφέ στο τέρμα της Τσακάλωφ πίσω από τον Άγιο Διονύσιο. Σ’ ένα από τα μαγαζάκια ήταν μια κοπέλα που φλέρταρε κρυφά –υποτίθεται– τον γκόμενο της Ρίτας. Μόνο που η Ρίτα ήταν γάτα και για να την εκδικηθεί, μια μέρα που η άλλη φορούσε ένα ελαφρύ φουστανάκι, ρωτώντας την “τι είναι;” και παίρνοντας την απάντηση “σατέν”, τράβηξε το φουστάνι και αφήνοντάς τη γυμνή της είπε: “To σατέν και το μηδέν”. Μια φράση που μερικοί θεωρούν πως περιγράφει το μέσα και το έξω του Κολωνακίου. Όμως το Κολωνάκι ήταν ανέκαθεν η πιο κοσμοπολίτικη περιοχή της Αθήνας.

Το νιώθαμε από τότε, στη δεκαετία του ’60, όλα εμείς τα παιδιά του Πειραιά που κατεβαίναμε στην πλατεία. Είχε άλλες μυρωδιές, ήταν διαφορετικός ο τρόπος που ντυνόντουσαν κάποιες τύπισσες, μέχρι και η επιδερμίδα τους ήταν πιο διάφανη! Εκεί συναντούσες κορίτσια να κρατάνε ένα βιβλίο των εκδόσεων Γαλαξίας – ιδανική αφορμή για να πιάσεις συζήτηση. Για μας οι κάτοικοι του Κολωνακίου ήταν περισσότερο φιλέλληνες παρά  Έλληνες –ίσως γιατί είχαν έναν ευρωπαϊκό αέρα, λόγω των πολλών ταξιδιών. Θυμάμαι να καθόμαστε με την παρέα μου και να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι καπνό φουμάρει η διπλανή μας παρέα: “Αυτή πρέπει να πηγαίνει σχολή Δοξιάδη”, που ήταν πολύ στη μόδα, μαντεύαμε. Το κλίμα… μύριζε Λονδίνο, με φωτογράφους σαν τον Μανιάτη, τη Ρηνιώ Παπανικόλα με το δισκάδικο “Blow Up”, τη συγγραφέα Μαρία (τότε Μπερνάρ) Μήτσορα –ένας θρυλικός Μικ Τζάγκερ–, τον Φαληρέα με το θρυλικό Pop Eleven, τον Γιώργο Κούνδουρο με το μπαρ No1 στον πρώτο όροφο στη Σκουφά 1. Ο Kούνδουρος είχε την άποψη πως πάντα πρέπει να έχεις ένα στέκι, “διότι κάποια ξέμπαρκη ψυχή κάποτε θα περάσει και θα θελήσει τη συντροφιά σου, γι’ αυτό πρέπει να είσαι πάντα εκεί”, έλεγε.

Εκτός από αυτούς τους “λονδρέζους” συναντούσες και εκπροσώπους της γερμανικής –δες Ροντήρη– αλλά και της γαλλικής κουλτούρας, όπως κυρίες με λουλακί μαλλί που σύχναζαν στου Μπόκολα, εκεί που είναι τώρα το Da Capo. Μιλούσαν ελληνικά με γαλλική προφορά: “Μολών λαβιεεέ”! Παρά τον κοσμοπολιτισμό τους ήταν αθώες. Βλέποντας τα αγόρια με τα τριπαρισμένα μάτια να συχνάζουν για να φάνε λουκουμάδες, μουρμούριζαν “Αx, τι ωραία που οι νέοι σέβονται τα παραδοσιακά γλυκά μας!”, ενώ αυτά ήταν λιώμα από τα χασίσια και το μόνο που θέλανε ήταν να φάνε κάτι γλυκό.

Μια φορά μια φίλη παραπονιόταν πως δεν υπάρχουν πια άνδρες που να είναι και έτσι και αλλιώς – εξαιρώντας εμάς. “Δηλαδή, βρε παιδί μου, πώς θέλεις να είναι;” την είχα ρωτήσει. “Να είναι σαν αυτόν!” μου απάντησε και μου έδειξε τον… Τζον Κασαβέτις, που στεκόταν στο περίπτερο! Έτυχε να τον είχα γνωρίσει στην Αμερική, έτσι σηκώθηκα να τον φέρω στην παρέα. Δέχτηκε, αλλά εμφανίστηκαν δύο με μια Μερσεντές από το γραφείο του Δημητριάδη, που τότε αναλάμβανε ξένες κινηματογραφικές παραγωγές στην Ελλάδα, και τον πήραν – έπαιζε στην “Τρικυμία” του Μαζούρσκι, που γυριζόταν στο Αγκίστρι. Έβλεπες συχνά σταρ, όπως τον Φρανκ Σινάτρα, τον Ζιλμπερτ Μπεκό, τον Σαρλ Αζναβούρ, τη Ρόμι Σνάιντερ, τον Μπελμοντό… Έπιαναν κουβέντα μαζί σου, μπορεί να έπαιζε και κανένας έρωτας. Τώρα βλέπεις μόνο κάτι τηλεοπτικές φάτσες…

Ήταν ένα ωραίο καφέ μπαρ, το Piccolo στην Πατρ. Ιωακείμ & Αναγνωστοπούλου, αλλά με μια ιδιαιτερότητα. Μαζευόντουσαν διάφοροι χαριτωμένοι φτωχοδιάβολοι ή κάποιες μούρες-βετεράνοι, μεταξύ αυτών και ένας πρωταθλητής του πινγκ-πονγκ με φάτσα Αλέν Ντελόν. Αυτοί ξέρανε σε πιο μπαλκόνι έπαιζε κάποιο καλό γυμνό ώστε να πάρουν μάτι, και είχαν στο μυαλό τους να αρπάξουν και καμία τσάντα. Εκεί λοιπόν, ένα μεσημέρι με απίστευτη ζέστη, είδαμε την κουκλάρα, τη Βερούσκα –τη θυμάσαι στο “Blow-Up” του Αντονιόνι;–, καθισμένη με μια τέτοια παρέα! Ούτε στη Λυκόβρυση ούτε στο Βυζαντινόν, που ήταν πιο σικάτα! Γενικά τότε δεν υπήρχαν “φυλές”. Όλοι μπερδευόντουσαν με όλους.

Ένα από τα χαρακτηριστικά της εποχής ήταν η γενναιοδωρία. Δεν υπήρχε περίπτωση να καθόσουν δίπλα σε μια φυσιογνωμία, όπως ο Χατζιδάκις, και να σε άφηνε να πληρώσεις! Ή θυμάμαι τον Χαρίλαο, είχε σαπουνοποιία, για τον οποίο λέγανε πως έπαιζε χαρτιά με τους Ρότσιλντ και συνόδευε στην όπερα την Γκάρμπο. Γε-ναι-ό-δω-ροι με ευγένεια και πολιτισμό, που διατηρούσαν ακόμη και στις εκπαραθυρώσεις τους. Και με τα ρούχα συνέβαινε αυτό. Σου άρεσε κάτι; Σου δάνειζε το αναθεματισμένο βελούδινο σακάκι, για να πας στο πάρτι το βράδυ. Καμία σχέση με τη σημερινή επίδειξη. Δεν ζητιόταν ούτε οικονομική επιφάνεια, ούτε σε ρωτούσαν σε ποιο κολέγιο πηγαίνεις.

Έπεφταν ξενύχτια με πολλές συζητήσεις – δεν έπαιζαν μόνο πειράγματα και γκομενιλίκα. Όλα αυτά  μέχρι τις αρχές του ’70. Τότε άρχισαν τα πολλά ναρκωτικά, εμφανίστηκαν καινούργιες πιάτσες και ξεκίνησαν οι διαρροές προς άλλες γειτονιές. Η δεκαετία του ’80 έφερε τη μεγάλη αλλαγή και καινούργιες τάξεις εμφανίστηκαν. Ευτυχώς, όμως, το Κολωνάκι ήταν ήδη χτισμένο κι έτσι γλίτωσε από τα οχυρωματικά έργα που έχτισαν σε άλλες συνοικίες οι νεόπλουτοι. Παραμένει μποέμ και χαλαρό. Γιατί μπορεί να είναι καταγραμμένο στη συνείδηση πολλών σαν μια πανάκριβη συνοικία με ακριβά καταστήματα κ.λπ., ωστόσο εκτός της πλατείας παραμένει μια γειτονιά με φούρνους, καθαριστήρια και φαγητό, από το πιο απλό μέχρι σκουπίδια πολυτελείας. Και με βολεύει απόλυτα. Σήμερα που δεν είμαι νέος, θέλω όλα να τα έχω στα πόδια μου. Αν και το αστείο είναι πως κάθε δεκαετία πιάνω τον εαυτό μου να κατεβαίνει προς τα κάτω· να μειώνω την ανηφόρα.

Όταν αναμόρφωναν την πλατεία, κάποιες κυρίες μουρμούριζαν. “Κύριε Τζούμα, εσείς που έχετε εκπομπή στο ραδιόφωνο, πρέπει να το καταγγείλετε. Την καταστρέφουν!” “Για καθίστε”, απάντησα, “λέτε συνέχεια τι ωραία που ήταν η πλατεία κάποτε! Γιατί ήταν ωραία; Κάτι φαντάροι με μπέιμπι σίτερ σύχναζαν και είχε και κάποια ουρητήρια. Ποια ήταν η ομορφιά της, δηλαδή; Τώρα είναι γεμάτη από νέα παιδιά που κάνουν σκέιτ μπορντ”. Όλα αυτά είναι εφηβικά κολλήματα. Νομίζω πως οι περισσότεροι γκρινιάζουν γιατί πέρασε η ηλικία που ένιωθαν ερωτικά επιθυμητοί. Γιατί πέρασε εκείνη η εποχή που ήταν περιζήτητοι/τες στα κρεβάτια και τώρα κάτι ξεσαλωμένες κλέβουν την παράσταση. Γι’ αυτό όμως δεν φταίει η πόλη. Πρέπει να δεχόμαστε πως έχουμε περάσει λίγο πιο πίσω, πως οι σημερινοί νέοι έχουν τον πρώτο λόγο, πως η ζωή προχωράει με τα καλά της και τα αρνητικά της. Αυτό χρειάζεται. Τίποτα περισσότερο».