Life in Athens

Γκρι κουβέρτες στο λιμάνι

Στον Πειραιά είδα από κοντά αυτό που τα δελτία ειδήσεων αποκαλούν κομψά «προσφυγικές ροές»

Δημήτρης Φύσσας
ΤΕΥΧΟΣ 555
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα άσπρα αρχικά που μισοφαίνονται πάνω στις γκρι χοντρές κουβέρτες σχηματίζουν ένα ακρωνύμιο που, αν διαβάζονταν ολόκληρο, γράφει UNHCR (Γιουντσρ, «United Nations High Committee for Refugees»). Στα ελληνικά το έχουν αποδώσει ως «Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες». Στις κουβέρτες υπάρχει και το σχετικό σύμβολο: δυο παλάμες, ιδωμένες κάθετες, που γίνονται σπιτάκι για έναν άνθρωπο – κι όλο αυτό με δυο δάφνες που το στεφανώνουνε.

Βρέθηκα στον Πειραιά πριν λίγες μέρες και είδα από πολύ κοντά αυτό που τα δελτία ειδήσεων αποκαλούν κομψά «προσφυγικές ροές». Όλες οι φυλές και τα χρώματα (από κάτασπροι μέχρι κατάμαυροι –κι ανάμεσά τους πάρα πολλοί με σκιστά μάτια– Ουζμπέκοι; Κιργίσοι; Ποιος ξέρει;), όλες οι γλώσσες, όλα τα χρώματα του δέρματος, και τα δύο φύλα δίχως πολύ υπέρτερους τους άντρες, κάθε είδους ντυσίματα, κάθε είδους μπαγκάζια (από κοινοί μπόγοι μέχρι σακίδια πλάτης, από σακ βουαγιάζ μέχρι βαλίτσες με ρόδες κι από χαρτόκουτα μέχρι κρεμαστές τσάντες), κάθε είδους κοινωνικές σχέσεις (από ολόκληρες οικογένειες μέχρι ξέμπαρκοι άντρες ή γυναίκες), κάθε είδους ηλικίες (από νεογέννητα μέχρι γέροι και γριές), κάθε είδους κοινωνικές καταστάσεις (έβλεπες από τη μια λίγους αστούς καλοντυμένους, με ακριβά κινητά ή ταμπλέτες, πολύ μεσαίο κόσμο κι από την άλλη κάμποσους ταλαίπωρους κουρελήδες) – ακόμα και λιγοστούς ανάπηρους.

Κοινό τους γνώρισμα, οι κουβέρτες της UNCHR. Σε τέτοια αφθονία, που μερικές τους ξεμείνανε ή τις άφησαν εσκεμμένα. Ίσως επειδή η μέρα ήτανε ηλιόλουστη να μην τις χρειάζονταν κιόλας (όχι και πολύ σοφό, γιατί ο ρέστος Φλεβάρης και ο Μάρτης είναι αδύνατο να μη ρίξουνε μερικά γερά κρύα, έστω «για την τιμή των όπλων» του χειμώνα).

Πολλή ώρα τούς παρατηρούσα δίχως να μιλάω. Καμιά φορά μού μιλούσαν κάποιοι απ’ αυτούς, αγγλικά ή γαλλικά, ζητώντας απλές πληροφορίες για την «πλοήγησή» τους. Τις έδινα. Και ντρεπόμουνα να τους φωτογραφίσω.

Κοιτάζοντάς τους, σκεφτόμουνα ότι όλοι όσοι έχουνε διάφορες θεωρίες για τους κακούς πρόσφυγες και την απειλή για τη (δήθεν) «καθαρότητα» της (δήθεν) «καθαρής» ελληνικής φυλής, καλό θα ήτανε να ’ρθουν κανένα πρωί εδώ στον Πειραιά. Να τους δουν από κοντά, έστω και μια τέτοια μέρα που τους είδα εγώ, εννοώ δίχως να έχουνε θαλασσοπνιγεί. Και να σκεφτούν, οι παρατηρητές, τούτο το απλό: ότι κανείς δεν αφήνει το σπίτι, τον τόπο, τη γλώσσα και τη δουλειά του για να πάει στο πουθενά, παρά μονάχα αν κινδυνεύει η ζωή του ή αν δεν έχει πια δουλειά.

Όταν κάποτε αυτή παρτίδα της «προσφυγικής ροής» εξαντλήθηκε (μέχρι το επόμενο πλοίο), φωτογράφισα αυτές τις κουβέρτες όπως τις είχανε αφήσει. Άλλη φορά θα πάρω και μια, να μελετήσω –αν έχει– ετικέτα προέλευσης.

Υ.Γ. Ας βρουν οι αρμόδιοι ποιοι, ανάμεσα στα πλήθη αυτά, είναι οι επικίνδυνοι τζιχαντιστές. Γιατί το 99.999% είναι πρόσφυγες, μετανάστες, ταξιδιώτες του κόσμου. Όπως οι πρόγονοι όλων μας, όλων μας ανεξαίρετα, και μένα που γράφω και σας που με διαβάζετε.

Η Αλέκα του σταθμού. Σταθμός του ηλεκτρικού «Άγιος Λευτέρης», άνοδος. Η κυρία Αλέκα Κεκάτου έχει εδώ μια κάβα: ποτά, αναψυκτικά, ξηροί καρποί, σοκολάτες – τέτοια πράγματα. Από πολλά χρόνια, τη δουλεύει μόνη της, απ’ το πρωί μέχρι αργά το βράδυ: περήφανη, στωική, δουλευταρού, ευγενική. Και –σχεδόν– αγόγγυστη, παρά τα ΤΕΒΕ, τα νοίκια, τα πρόστιμα, τους φόρους. Παρά τις διαρρήξεις και τις κλοπές. Για ένα μικρό μεροκάματο. Εδώ παίρνω καραμέλες χωρίς ζάχαρη, έχει μεγάλη ποικιλία. Χαζεύω τους νεαρούς Έλληνες και τους μεσήλικους Πολωνούς που παίρνουνε μπίρες. Τους καλοντυμένους που αγοράζουνε κρασιά στις μακρόστενες ειδικές συσκευασίες για δώρα βραδινής εξόδου, τα πιτσιρίκια που απαιτούνε γλειφιτζούρια. Χρυσοστόμου Σμύρνης 94, Άνω Πατήσια, ακριβώς στον ηλεκτρικό, 210 2027300

Τετράγωνα χνάρια. Ένα από τα πράγματα που μ’ έχουνε πολύ πειράξει με την κρίση είναι η τύχη των περιπτέρων. Απ’ όσα ήξερα εγώ, τα μισά έχουνε κλείσει, μειώνοντας το κίτρινο αυτής της πόλης (το υπόλοιπο: ταξί, ταχυδρομικά κουτιά, τρόλεϊ). Και μετά, είτε σαπίζουνε κλειστά, είτε ξηλώνονται. Στη δεύτερη περίπτωση βλέπεις για καιρό τις τσιμεντένιες βάσεις, ελαφρά υπερυψωμένες. Μέχρι που κάποτε ξηλώνονται κι αυτές κι αφήνουν ένα τετράγωνο χνάρι ανάμεσα στις πλάκες των πεζοδρομίων. Κι όταν περάσει ο Δήμος άλλες πλάκες, πάλι σχηματίζεται το τετράγωνο χνάρι, μόνο που τώρα οι ακμές του αποτελούνται από πλάκες απαστράπτουσες.