Life in Athens

Θα τρέξω στο δημοτικό Γύρο της Αθήνας

O Δημήτρης Φύσσας έχει μια προσωπική ιστορία να διηγηθεί

Δημήτρης Φύσσας
ΤΕΥΧΟΣ 543
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μια διάγνωση. Καθώς έβγαινε το 2012, ούτε τρία χρόνια πριν, βίωσα γενική διάλυση του οργανισμού μου και αναγκάστηκα να πάω για γενικές εξετάσεις. Απ’ αυτές προέκυψε ότι οι καρκινικοί δείκτες που αντιστοιχούν στον καρκίνο του παγκρέατος είχαν φτάσει στον ουρανό, επομένως η αρχική διάγνωση ήταν: καρκίνος στο πάγκρεας. «Οκ», είπα, «καλά έζησα ως εδώ, ωραία ήτανε, πάμε τώρα να πεθάνουμε με αξιοπρέπεια». Ούτε πικρία, ούτε φόβος, ούτε μεταφυσικές παραχωρήσεις.

Μπορεί να φαίνεται περίεργο, αλλά προετοιμάστηκα ήρεμα για το γρήγορο θάνατο, ήρεμος ετοίμασα τα χαρτιά και τις υποθέσεις μου, ήρεμα κοιμήθηκα και ήρεμος πήγα για πιο ειδικές εξετάσεις την άλλη μέρα (εκ των υστέρων έμαθα ότι όλοι οι άνθρωποι του στενού περιβάλλοντός μου είχαν περάσει εκείνη τη νύχτα πολύ διαφορετικά: με κλάμα, αγωνία και αϋπνία). Η τελική διάγνωση ήταν προφανώς άλλη, διαφορετικά εδώ και καιρό δεν θα σας έγραφα τη στήλη: μια σειρά από ποικίλες δευτερεύουσες παθήσεις, που –σπάνια περίπτωση στη βιβλιογραφία, καθώς μου είπαν οι γιατροί– ανέβαζαν τους συγκεκριμένους καρκινικούς δείκτες στα ύψη, δίχως όμως να υπάρχει ούτε αυτός, ούτε άλλος καρκίνος. Και γαμώ τις συμπτώσεις, δηλαδή.

Δρομέας. Αφού λοιπόν δεν πέθανα το ’13, αποφάσισα να δεχτώ την παράταση που μου προέκυψε και να ζήσω αλλιώς: έκανα μια εγχείρηση, πολέμησα δυο αρρώστιες κι έχασα 43 κιλά – είμαι 93 και βρίσκομαι αρκετά κοντά στον τελικό μου στόχο: τα 87, αφού έχω 1.87 ύψος. Τελικά άρχισα και να τρέχω – τζόβενο, μόλις στα 59 μου. Κι έχω φτάσει 5 χιλιόμετρα στο στίβο της Γκράβας, σχεδόν κάθε πρωί, αξημέρωτα, παρέα με τα πουλιά και τη μυρωδιά των πεύκων. Τα βγάζω με άνεση, με παλμό δρόμου αντοχής, ξελαχάνιαστος. Ακολουθεί πλύσιμο, λούσιμο και είμαι στην A.V. στις 8.30.

Προς το Καλλιμάρμαρο. Την περασμένη Παρασκευή, ακούγοντας στο ραδιόφωνο τις ειδικές κυκλοφοριακές ρυθμίσεις για την Κυριακή 18 του Οκτώβρη, είπα «θα τρέξω στο δημοτικό Γύρο της Αθήνας», δηλαδή σε μια διοργάνωση που μέχρι τώρα μόνο πονοκέφαλο μου δημιουργούσε όποτε είχε χρειαστεί να κινηθώ με αυτοκίνητο τις προηγούμενες χρονιές, αφού η πόλη κοβόταν τα δυο. Δεν έκανα δήλωση συμμετοχής, είπα «θα το κάνω επιτόπου, όλο και κάποιος δεν θα έχει ξυπνήσει και θα βρω έναν αριθμό συμμετοχής» και πρωί πρωί ξεκίνησα με το τρένο. Έφτασα στο Καλλιμάρμαρο γύρω στις 8.30, αγόρασα πραγματικά έναν περίσσιο αριθμό συμμετοχής (κάποιος ή κάποια δεν είχε ξυπνήσει) και στήθηκα στην αφετηρία για το πεντάρι (είχαν προγραμματιστεί διάφοροι δρόμοι: 1, 3, 5 και 10 χιλιόμετρα).

Ο «24306» στο δρόμο. Πρώτα φεύγει το δεκάρι και σε λίγο εμείς, με τυπική ελληνική καθυστέρηση (όχι μεγάλη). Γύρω μου όλες οι ηλικίες (και μερικοί μεγαλύτεροί μου), και τα δυο φύλα σε ίση περίπου αναλογία, όλες οι ενδυματολογικές παραλλαγές του αθλητικού ντυσίματος, αρκετοί οργανωμένοι με στολές από τους συλλόγους ή τις επιχειρήσεις τους, πολλοί ξέμπαρκοι όπως εγώ, ένας μπαμπάς με το παιδάκι του στους ώμους, ένα ζευγάρι με καρότσι (έχουν βάλει αριθμό στο καρότσι) και –ωραία έκπληξη– η Βιβιάνα Βαρδή από τον «Αθήνα 9,84», που καλύπτει την όλη φάση. Ακούγονται και οι αναπόφευκτες γελοίες μουσικές στη διαπασών. Στα πεζοδρόμια γύρω μας δημοτικοί υπάλληλοι, διασώστες, αστυνομικοί (ΕΛΑΣ και δημοτικοί), περίεργοι, συμπαραστάτες.

Ξεκινάμε, στην αρχή ανηφόρα, αλλά κανένα πρόβλημα. Σκαλωσιές στην Εθνική Πινακοθήκη. Στο Χίλτον στρίβουμε Βασιλίσσης Σοφίας, κατηφόρα. Διάφοροι με προσπερνάνε, εγώ όμως σταθερός στο ρυθμό μου. Περνάμε τα μουσεία χαζεύοντας τα «λάβαρα» με τις εκθέσεις του καθενός. Μυρίζοντας τα δέντρα του Εθνικού Κήπου, στρίβουμε Ακαδημίας. Η κατηφόρα συνεχίζεται, οι νεόκοποι ξεσαλώνουν, αν και αρκετοί έχουν λαχανιάσει κι άλλοι απλά περπατάνε. Θαυμάζω την πίσω όψη κοριτσιών μόλις με προσπερνάνε ή πριν τα προσπεράσω εγώ. Στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου ακόμα χειρότερη μουσική – φυσικά στη διαπασών. Στρίβουμε Ιπποκράτους, κάπου εδώ τελειώνει η κατηφόρα. Ανεβαίνουμε Πανεπιστημίου, πολλοί τα παίζουν, εγώ σταθερός στο ρυθμό μου, λαχάνιασμα μηδέν. Στον πεζόδρομο Κοραή, η αναπόφευκτη μουσική. Ανεβάζω ρυθμό για να πάψω να τους ακούω μια ώρα αρχύτερα. Φτάνουμε Σύνταγμα, Αμαλίας, εδώ στο ίσωμα πολλοί σταματάνε, δεν βγάλανε καλά την ανηφόρα.

Ωραία έκπληξη. Στον Άγνωστο Στρατιώτη η μπάντα του Δήμου μάς υποδέχεται με Λιούις Άρμστρονγκ: «When the saints go marching in» – αν και δεν είμαστε καμπαρετζούδες, όπως στο τραγούδι. Συνεχίζω άνετος, παρόλο που η άσφαλτος δεν είναι τόσο γλυκιά για τα 93 μου κιλά όσο το (ξεφτισμένο) ταρτάν της Γκράβας. Κόσμος χειροκροτάει, τραβάει βιντεάκια και φωτό, μας δίνει το χέρι ενώ τρέχουμε – πολλοί είναι τουρίστες, πλάκα έχει. Πολύ διαφορετικά από το στίβο. Τώρα τρέχουμε κατά μήκος της Όλγας, αριστερά μας το Ζάππειο.

Τερματισμός. Να ο λόφος του Αρδητού, στρίβουμε Βασιλέως Κωνσταντίνου, τέλος – κι άλλα χειροκροτήματα αγνώστων. Παίρνουμε διπλώματα συμμετοχής από το Δήμο και νερό από χορηγό. Υπάρχει και πρόγραμμα χαλαρώματος – δεν πάω, εγώ χαλαρώνω με γρήγορο περπάτημα. Είμαι σταθερά ξελαχάνιαστος, μ' ελάχιστο ιδρώτα, σε καλή σωματική κατάσταση, ούτε καν η μουσική δεν μ’ ενοχλεί πια. Ίσως να μπορούσα να ’χω βγάλει και το δεκάρι, μα δεν θα το μάθω ποτέ. Του χρόνου ποιος ζει, ποιος πεθαίνει.

«Όμορφη πόλη», σκέφτομαι ανηφορίζοντας γρήγορα προς Χίλτον, με το δίπλωμα στα χέρια. Να μην ξεχάσω να συμπληρώσω το όνομά μου στο κενό του. Υ.Γ. Να γιατί πρώτη φορά βάζω τη φάτσα μου εδώ.

d.fyssas@gmail.com