- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Νέα τεχνολογία laser στις επεμβάσεις αφαίρεσης καταρράκτη για πρώτη φορά στην Ελλάδα
Πάθηση που προσβάλει περισσότερους από τους μισούς άνω των 60 ετών
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα αντιμετώπιση του καταρράκτη με νέα τεχνολογία laser
Η πιο συχνή οφθαλμολογική επέμβαση στον κόσμο είναι αναμφισβήτητα η χειρουργική αφαίρεση του καταρράκτη, καθώς η πάθηση αυτή προσβάλλει αργά ή γρήγορα περισσότερους από τους μισούς ανθρώπους που ξεπερνούν τα 60 τους έτη και πάνω από το 90% όσων υπερβαίνουν την ηλικία των 80.
Ο καταρράκτης χαρακτηρίζεται από την θόλωση του φυσικού, κρυσταλλοειδούς φακού του ματιού, κυρίως λόγω αλλοιώσεων στην πρωτεϊνική δομή του. Όταν ο φακός θολώσει αρκετά και εμποδίζει τη διέλευση του φωτός, εμφανίζονται προβλήματα στην όραση. Οι καταρρακτικοί ασθενείς μπορεί να αντιμετωπίζουν θολή ή μειωμένη όραση, δυσκολία στη νυχτερινή όραση και φωτοευαισθησία (φωτοφοβία). Μπορεί επίσης να βλέπουν ενοχλητικές αντανακλάσεις γύρω από τα φώτα. Στα αρχικά στάδια του καταρράκτη, όταν τα συμπτώματα είναι ήπια, μπορεί να βοηθήσει την όραση η διόρθωση με τα κατάλληλα γυαλιά. Τα μέτρα αυτά όμως δεν θεραπεύουν τον καταρράκτη, ούτε αποκαθιστούν τη διαύγεια του φυσικού φακού και είναι ξεκάθαρα προσωρινά.
Η χειρουργική επέμβαση είναι η μοναδική, οριστική λύση. Στις μέρες μας είναι μία απλή, σύντομη επέμβαση ρουτίνας, κατά την οποία ο θολωμένος κρυσταλλοειδής φακός του οφθαλμού αφαιρείται και αντικαθίσταται από έναν διαυγή, τεχνητό ενδοφθάλμιο φακό (ενδοφακό - IOL: IntraOcularLens). Η συνηθέστερη σύγχρονη χειρουργική τεχνική είναι η φακοθρυψία (phacoemulsification) με υπερήχους.
Κατά τη διάρκεια της επέμβασης φακοθρυψίας, αρχικά πραγματοποιείται τοπική αναισθησία στο μάτι (με αναισθητικές οφθαλμικές σταγόνες) και δημιουργούνται κάποιες πολύ μικρές τομές (περίπου στα 2,2 χιλιοστά) στο πρόσθιο τμήμα του οφθαλμού. Έπειτα, διασπάται και θρυμματίζεται ο θολωμένος φακός με τη χρήση πολύ δυνατών υπερήχων. Τα θραύσματα του καταρρακτικού φακού απομακρύνονται με ειδικό σύστημα αναρρόφησης. Τέλος, τοποθετείται με ειδικό ενθέτη ο τεχνητός ενδοφακός (εμφύτευμα), ο οποίος παραμένει μόνιμα μέσα στο μάτι, για το υπόλοιπο της ζωής του ασθενή.
Αν και η βασική αρχή της χειρουργικής επέμβασης είναι η ίδια, για τη διενέργειά της χρησιμοποιείται ολοένα πιο εξελιγμένος εξοπλισμός, που επιτρέπει επιπλέον ακρίβεια, ταχύτητα και αξιοπιστία. Μία από τις τελευταίες καινοτόμες εξελίξεις στον τομέα της χειρουργικής καταρράκτη είναι η τεχνολογία CAPSULaser. Το σύστημα CAPSULaser επιτρέπει επιλεκτική τομή με laser του πρόσθιου καψικού υμένα - σάκου του φυσικού, κρυσταλλοειδούς φακού (πρόσθιο περιφάκιο). To πρόσθιο περιφάκιο είναι μία ινώδης μεμβράνη που περιβάλλει και προστατεύει τον φυσικό φακό του ματιού.
«Η διάνοιξη τομής στο πρόσθιο περιφάκιο, η οποία αποκαλείται καψουλόρηξη, αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα βήματα σε ένα χειρουργείο καταρράκτη. Μέσω αυτής της κυκλικής τομής ο χειρουργός αποκτά πρόσβαση στον θολωμένο, καταρρακτικό φακό, ώστε να προβεί στον θρυμματισμό του (φακοθρυψία). Η κυκλική αυτή τομή με τον παραδοσιακό τρόπο της καψουλόρηξης πραγματοποιείται με ένα κλασικό χειρουργικό εργαλείο και απαιτεί χειρουργική δεξιότητα και λεπτούς χειρισμούς», αναφέρει ο Xειρουργός Oφθαλμίατρος κ. Μίλτος Μπαλίδης MD, PhD, FEBOphth, ICOphth, ειδικός στη χειρουργική κερατοειδούς και προσθίων ημιμορίων στο Ινστιτούτο Οφθαλμολογίας & Μικροχειρουργικής Ophthalmica, στη Θεσσαλονίκη.
Στο βήμα της καψουλόρηξης μπορεί να βοηθήσει καταλυτικά το CAPSULaser. Το συγκεκριμένο σύστημα αυξάνει σημαντικά την ακρίβεια της διάνοιξης, καθώς εφαρμόζεται τεχνολογία laser, κι επιταχύνει θεαματικά την ολοκλήρωσή της (χρειάζεται μόλις το 1/3 του δευτερολέπτου). Συνδυαστικά με το CAPSULaser, χρησιμοποιείται μία ειδική χρωστική (λέγεται trypanblue) για να «βάψει» επιλεκτικά τον πρόσθιο περιφάκιο. Ο χειρουργός εστιάζει το laser πάνω στον κεχρωσμένο υμένα και ενεργοποιεί τη δέσμη του, η οποία αλληλεπιδρά κατάλληλα με τη χρωστική και διανοίγει με αψεγάδιαστο τρόπο μια συνεχόμενη, κυκλική τομή απόλυτης ακρίβειας.
Με την τεχνολογία CAPSULaser, τα πλεονεκτήματα για τους ασθενείς είναι πολλά και σημαντικά. Η ακρίβεια της διάνοιξης είναι απαράμιλλη, με τα άκρα της τομής να είναι πιο ελαστικά, ομαλά και με μεγαλύτερη αντοχή. Επιπλέον, επιτυγχάνεται σαφέστατα βελτιστοποιημένο κεντράρισμα και τοποθέτηση του ενδοφακού, ειδικά αυτών πολλαπλής εστίασης (πολυεστιακών).
«Μελέτες με τη νέα τεχνολογία έδειξαν ότι με το CAPSULaser η σχετική αντοχή του καψικού υμένα σε διεγχειρητικά ακούσιες σχισμές είναι κατά τουλάχιστον 50% μεγαλύτερη απ' ό,τι με παλαιότερες μεθόδους. Επιπλέον, η μετανάλυση 10 προγενέστερων κλινικών μελετών έδειξε ότι το CAPSULaser παρουσιάζει πολύ υψηλή ακρίβεια ως προς τη διάμετρο, το σχήμα και το κεντράρισμα, ακόμα και σε περιστατικά πολύ υψηλού βαθμού δυσκολίας, σε σύγκριση με τα παλαιότερα laser και την χειροκίνητη, παραδοσιακή τεχνική. Εξασφαλίζει επίσης 100% κυκλικότητα διάνοιξης, επιτρέποντας την απόλυτα σωστή τοποθέτηση του ενδοφακού (IOL).
«Το CAPSULaser είναι μια επαναστατική τεχνολογία η οποία, σε αντίθεση με τα παραδοσιακά laser, προσαρμόζεται απευθείας στο υπάρχον χειρουργικό μικροσκόπιο (compact συσκευή), χρησιμοποιώντας τα ίδια οπτικά με το μικροσκόπιο. Μας βοηθά σε δύσκολα περιστατικά και κάνει τη διαδικασία της φακοθρυψίας πιο ασφαλή για χειρουργό και ασθενή», τονίζει.
«Αξίζει να σημειωθεί τέλος, πως η χρήση της τεχνολογίας CAPSULaser είναι ιδανική και για τις πιο σύνθετες περιπτώσεις καταρράκτη, όπως ο λευκός/διογκωμένος καταρράκτης, η ψευδοαποφολίδωση και το υπεξάρθρημα φακού. Πρόσφατα σε Πανευρωπαϊκό συνέδριο Οφθαλμολογίας παρουσιάσαμε κατά τη διάρκεια ζωντανών χειρουργείων, τραυματικού καταρράκτη με τη σημαντική βοήθεια του συστήματος στην ακρίβεια της καψουλόρηξης.
Η επιλογή της κατάλληλης τεχνικής για την αντιμετώπιση του καταρράκτη γίνεται εξατομικευμένα από τον χειρουργό οφθαλμίατρο, βάσει της κλινικής εξέτασης, των ευρημάτων προεγχειρητικού ελέγχου και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ή απαιτήσεων του κάθε ασθενή ξεχωριστά», καταλήγει ο κ. Μπαλίδης.