- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Σταθερά γεύματα, κιρκάδιος ρυθμός, βίγκαν, κέτο: 4 γυναίκες μιλούν για τη διατροφή που τους ταιριάζει
Μικρές καθημερινές συνήθειες, μεγάλες διαφορές στο σώμα και την ενέργεια
Οι διατροφές της διπλανής πόρτας: 4 γυναίκες μάς περιγράφουν το καθημερινό τους πρόγραμμα
Τα τελευταία χρόνια η ιατρική δίνει όλο και μεγαλύτερη σημασία σε αυτό που περιγράφεται ως Ιατρική του Τρόπου Ζωής: στην ιδέα δηλαδή ότι η υγεία μας εξαρτάται μόνο από τις καθημερινές μας συνήθειες –το πώς τρώμε, πώς κοιμόμαστε, πόσο κινούμαστε, πόσο στρες κουβαλάμε– και το κατά πόσο μπορούμε να τις αλλάξουμε. Η διατροφή (σε συνδυασμό με την άσκηση) είναι ίσως το πιο ορατό κομμάτι αυτής της αλλαγής. Όχι ως τιμωρία ή ως ένας ακόμη τρόπος να «μικρύνουμε», αλλά ως μέρος μιας καθημερινής φροντίδας που επηρεάζει την ενέργεια, τον ύπνο, τη δύναμη, τη διάθεση και τελικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούμε μέσα στη μέρα.
Δεν υπάρχει, βέβαια, ένας σωστός τρόπος για όλους. Υπάρχουν διαφορετικές στρατηγικές, διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικές καθημερινότητες. Άλλοι άνθρωποι νιώθουν καλύτερα με σταθερά γεύματα, άλλοι όταν τρώνε νωρίτερα μέσα στη μέρα, άλλοι επιλέγουν μια φυτική διατροφή ή ένα πιο αυστηρό διατροφικό πλαίσιο. Το ζητούμενο είναι να παρατηρήσουμε τι μας ταιριάζει και τι μπορούμε πραγματικά να ενσωματώσουμε στη ζωή μας.
Σε αυτό το μικρό πορτρέτο καθημερινών συνηθειών, τέσσερις γυναίκες μιλούν για τον τρόπο που τρώνε και φροντίζουν το σώμα τους. Δεν δίνουν συμβουλές ούτε προτείνουν «δίαιτες». Περιγράφουν τη δική τους εμπειρία: τι δοκίμασαν, τι κράτησαν και τι τελικά λειτούργησε στην πράξη. Κάθε οργανισμός, ωστόσο, έχει διαφορετικές ανάγκες, γι’ αυτό και οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή στη διατροφή χρειάζεται σωστή ενημέρωση και, όπου χρειάζεται, καθοδήγηση από ειδικό.
Τέσσερις διαφορετικοί δρόμοι στην καθημερινή φροντίδα
Κική Τσιλιγγερίδου: Πολλά και σταθερά γεύματα
- Μια διατροφή βασισμένη στη συχνότητα, χωρίς στερήσεις, σε συνδυασμό με έντονη άσκηση
Για την Κική Τσιλιγγερίδου η διατροφή δεν είναι μια σειρά από απαγορεύσεις, αλλά μέρος της καθημερινής της αντοχής. Με έντονη άσκηση έξι μέρες την εβδομάδα –πισίνα και βάρη εναλλάξ– και ένα απαιτητικό επαγγελματικό πρόγραμμα, έχει διαμορφώσει έναν τρόπο ζωής όπου η διατροφή και η άσκηση λειτουργούν συμπληρωματικά.
«Έχει να κάνει με την ενέργεια που ξοδεύεις και πρέπει να δώσεις πίσω στον οργανισμό σου, αλλά και με το πόσο απαιτητική είναι συχνά η καθημερινότητα», όπως λέει. Σε αντίθεση με πιο περιοριστικά μοντέλα, η δική της προσέγγιση δεν βασίζεται σε στερήσεις ή αυστηρά χρονικά παράθυρα: «Μου είναι αδύνατον να μην τρώω μέσα στη διάρκεια της μέρας. Προσπαθώ, όμως, να ρίχνω το βάρος της διατροφής μου στο πρώτο μισό της ημέρας».
Η μέρα της ξεκινά στις 7 το πρωί, με κρεατίνη πριν από την προπόνηση, ένα συμπλήρωμα που τη βοηθά στην ένταση της άσκησης. Αμέσως μετά πίνει ένα σέικ πρωτεΐνης με μπανάνα ή ένα smoothie με φρούτα, γιαούρτι, γάλα και σπόρους chia. Λίγο αργότερα τρώει ένα μικρό σνακ, όπως ένα κράκερ Wasa με cottage cheese και αυγό ή αβοκάντο, και, πριν φύγει για το κανάλι, μεσημεριανό –«ό,τι έχουμε, χωρίς συνοδευτικά»–, ενώ παίρνει μαζί της ένα γιαούρτι για πριν από το δελτίο. Το τελευταίο γεύμα το τρώει γύρω στις 9 το βράδυ, όταν επιστρέφει σπίτι: μια σαλάτα με πηγή πρωτεΐνης, συνήθως αυγό ή τόνο. Μέχρι τις 11 έχει κοιμηθεί, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στους ρυθμούς της επόμενης ημέρας. Τα Σαββατοκύριακα, όταν το πρόγραμμα είναι πιο χαλαρό, το πρωινό γίνεται brunch, συνήθως μια ομελέτα με μανιτάρια.
Ο βασικός άξονας της διατροφής της είναι τα πολλά και σε σταθερά γεύματα μέσα στη μέρα. «Είναι σημαντικό για τον οργανισμό να του δίνεις, σε σταθερές ώρες, την ενέργεια που χρειάζεται – για μένα αυτό κάνει μεγάλη διαφορά. Η πρωτεΐνη, σε συνδυασμό με τη γυμναστική, παίζει κεντρικό ρόλο και υπάρχει σχεδόν σε όλα μου τα γεύματα, κυρίως για τη διατήρηση της μυϊκής μάζας, που συνδέεται άμεσα με τη συνολική υγεία, ειδικά μετά από μια ηλικία». Όπως εξηγεί, χρειάζεται θεωρητικά περίπου 100 γραμμάρια πρωτεΐνης ημερησίως, αν και στην πράξη φτάνει πιο κοντά στα 80, «αλλιώς θα έπρεπε να τρώω πολύ μεγαλύτερες ποσότητες φαγητού».
Τα τελευταία χρόνια έχει εξοικειωθεί και με τον υπολογισμό των μακροθρεπτικών συστατικών. Πώς; «Υπάρχουν εφαρμογές όπου καταγράφεις τι τρως και υπολογίζεις πόση πρωτεΐνη, πόσους υδατάνθρακες και λιπαρά έχουν τα γεύματά σου. Τις χρησιμοποιούσα για κάποιον καιρό, από ένα σημείο και μετά όμως μαθαίνεις περίπου τι δίνεις στο σώμα σου. Ο καθένας άλλωστε ξέρει πότε αισθάνεται καλά με το σώμα του. Εγώ νιώθω άνετα μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος, συν πλην τρία κιλά». Η Κική δεν ακολουθεί αυστηρές απαγορεύσεις. Προσπαθεί να περιορίζει τους λευκούς υδατάνθρακες, χωρίς όμως να τους αποκλείει πλήρως. «Δεν είμαι υστερική· αν θέλω να φάω ένα πιάτο μακαρόνια με κιμά, θα το φάω. Απλώς ξέρω ότι ένα τέτοιο γεύμα είναι θερμιδική βόμβα και προσπαθώ να μην το κάνω συχνά».
Ο τρόπος ζωής της διαμορφώθηκε σταδιακά, κυρίως μέσα από τη σχέση της με την άσκηση. «Όταν γυμνάζεσαι, αρχίζεις να καταλαβαίνεις ότι πρέπει να ρυθμίσεις και τη διατροφή σου. Δεν θέλεις να χαλάς αυτό που χτίζεις με κόπο στην προπόνηση – και καταλαβαίνεις ότι η προπόνηση από μόνη της δεν αρκεί ούτε για την εμφάνιση ούτε για την υγεία». Ανά διαστήματα επισκέπτεται διατροφολόγο για έναν πιο ολοκληρωμένο έλεγχο σύστασης σώματος –μυϊκή μάζα, λίπος, υγρά– με αποτελέσματα που, όπως λέει, παραμένουν σταθερά καλά. Το μόνο που παραδέχεται ότι δυσκολεύεται να τηρήσει είναι η κατανάλωση νερού. «Δεν πίνω όσο θα έπρεπε, ειδικά όταν είμαι πολλές ώρες εκτός σπιτιού».
Για την ίδια, η διατροφή δεν είναι περιορισμός, αλλά ένας τρόπος να στηρίζει την ενέργεια, τη δύναμη και τη λειτουργικότητά της μέσα σε μια απαιτητική καθημερινότητα.
→ Η Κική Τσιλιγγερίδου είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας
Μπέριν Μυισλή: Early eating
- Σταματά να τρώει νωρίς το απόγευμα – «ο ύπνος μου και η ενέργειά μου άλλαξαν εντελώς»
Για τη Μπερίν Μυισλή η αλλαγή στη διατροφή δεν ξεκίνησε ως επιλογή, αλλά ως ανάγκη. Σε μια περίοδο που είχε μπει στην εμμηνόπαυση, πριν από πέντε χρόνια, άρχισε να νιώθει ότι η καθημερινότητά της είχε μεταβληθεί: κακός ύπνος, κόπωση, μια γενική δυσφορία που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγήσει. «Για αρκετό καιρό ένιωθα ότι είχε χαλάσει η ποιότητα της ζωής μου. Τότε δεν μπορούσα να το συνδέσω άμεσα με τη διατροφή».
Την ίδια περίοδο παρατήρησε και αλλαγές στις αιματολογικές της εξετάσεις. «Είχαν ανέβει η χοληστερίνη, τα τριγλυκερίδια και το σάκχαρο, χωρίς να έχει αλλάξει ιδιαίτερα το βάρος μου ή ο τρόπος ζωής μου». Ξεκίνησε να το ψάχνει περισσότερο και, μέσα από βίντεο και ομιλίες ειδικών –κυρίως από το εξωτερικό– ήρθε σε επαφή με τη διαλειμματική νηστεία. Αυτό που τελικά υιοθέτησε δεν είναι μια αυστηρή εκδοχή της, αλλά ένα μοντέλο βασισμένο στον κιρκάδιο ρυθμό: τρώει μέσα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό παράθυρο, όσο υπάρχει φως μέσα στη μέρα. «Τα γεύματά μου διαρκούν περίπου από τις 8 το πρωί μέχρι τις 4 ή τις 5 το απόγευμα. Δεν το τηρώ πάντα απόλυτα, αλλά προσπαθώ να τρώω όσο υπάρχει ακόμη φως. Όταν σκοτεινιάζει, το σώμα αρχίζει να προετοιμάζεται για τον ύπνο».
Η μέρα της ξεκινά στις 6 το πρωί με αρκετό νερό –πρώτα ζεστό και μετά πιο δροσερό– ενώ παίρνει βιταμίνες και συμπληρώματα. «Το βλέπω σαν ένα μικρό πρωινό ελιξίριο για να ενεργοποιηθεί ο οργανισμός» εξηγεί. Το πρώτο γεύμα, γύρω στις 8, περιλαμβάνει συνήθως πρωτεΐνη, καλά λιπαρά και φυτικές ίνες: δύο αυγά, βρώμη μουλιασμένη από το προηγούμενο βράδυ σε γάλα αμυγδάλου και μια κουταλιά ταχίνι. Αποφεύγει να ξεκινά τη μέρα με ζάχαρη ή πολλούς απλούς υδατάνθρακες — «το πρωί η κορτιζόλη είναι ήδη υψηλή, οπότε ένα γλυκό πρωινό μπορεί να φέρει μεγαλύτερες αυξομειώσεις στο σάκχαρο». Γύρω στις 11 πίνει έναν καφέ με λίγο γάλα, στον οποίο προσθέτει πεπτίδια κολλαγόνου σε σκόνη.
Το μεσημεριανό της, γύρω στη 1 με 1.30, είναι συνήθως μια μεγάλη σαλάτα με κάποια πηγή πρωτεΐνης –κοτόπουλο, ψάρι ή κρέας–, ελαιόλαδο και κάποιες μέρες όσπρια. Το τελευταίο γεύμα της ημέρας είναι υποχρεωτικά πριν από τις 5: γιαούρτι με πρωτεΐνη σε σκόνη, φρούτα του δάσους και ξηρούς καρπούς. Από εκεί και μετά δεν καταναλώνει τροφή μέχρι την επόμενη ημέρα.
Η προσαρμογή ήταν πιο εύκολη απ’ ό,τι περίμενε, όπως λέει: «Μετά τις πρώτες δέκα μέρες ο οργανισμός μου συνήθισε και άρχισα να βλέπω αλλαγές». Μεταξύ άλλων, θυμάται ότι υποχώρησαν τα έντονα συμπτώματα γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης που αντιμετώπιζε, ενώ βελτιώθηκαν ο ύπνος και τα επίπεδα ενέργειας μέσα στη μέρα. Με τον καιρό παρατήρησε και αλλαγές στις αιματολογικές της εξετάσεις. «Οι τιμές της χοληστερίνης, των τριγλυκεριδίων και του σακχάρου έχουν επιστρέψει σε επίπεδα που είχα όταν ήμουν πολύ νεότερη». Αυτό, όπως διευκρινίζει, συνδέεται και με τη συστηματική άσκηση: πιλάτες τρεις φορές την εβδομάδα, καθημερινό περπάτημα περίπου μίας ώρας, ενώ κάνει και ασκήσεις ενδυνάμωσης με βάρη, αν και όχι όσο συστηματικά θα ήθελε.
Έχει επίσης υιοθετήσει μια συγκεκριμένη σειρά στα γεύματά της –πρώτα σαλάτα, μετά πρωτεΐνη και στο τέλος υδατάνθρακες–, ενώ, όπως λέει, χορταίνει πλέον «στα μισά του φαγητού». Δεν αποφεύγει το γλυκό, αλλά το εντάσσει στο τέλος του γεύματος: συνήθως λίγη μαύρη σοκολάτα ή ένα κουταλάκι γλυκό του κουταλιού. «Και βέβαια σταμάτησα το συνεχές τσιμπολόγημα», υπογραμμίζει μια ακόμα σημαντική αλλαγή.«Αφήνω πάντα τρεις με τέσσερις ώρες ανάμεσα στα γεύματα και δεν τρώω τίποτα ενδιάμεσα». Η ενυδάτωση είναι επίσης βασικό κομμάτι της καθημερινότητάς της– περίπου τρία με τέσσερα λίτρα νερό–, ενώ προσπαθεί να κοιμάται τουλάχιστον επτά ώρες κάθε βράδυ.
«Από τη στιγμή που ξεκίνησα αυτόν τον τρόπο ζωής, μου ταίριαξε τόσο πολύ που δεν σκέφτηκα ποτέ να το σταματήσω. Κοιμάμαι καλύτερα και ξυπνάω με πολύ περισσότερη ενέργεια. Κι όταν φάω βράδυ, το καταλαβαίνω αμέσως: η πέψη είναι πιο δύσκολη και ο ύπνος χειρότερος». Δεν παρουσιάζει την εμπειρία της ως γενική λύση. «Δεν είμαι γιατρός ούτε ειδικός. Απλώς δοκίμασα έναν τρόπο διατροφής που λειτούργησε για το σώμα μου και τελικά έγινε τρόπος ζωής».
→ Η Μπέριν Μυισλή είναι διδάκτορας πολιτικών επιστημών του Παντείου Πανεπιστημίου και επίσημη μεταφράστρια του Υπ. Εξωτερικών (τουρκικά)
Άννα Μαρία Δρουμπούκη: Vegan διατροφή
- Μια επιλογή που ξεκίνησε από την ενσυναίσθηση – «δεν είναι τι τρώω, αλλά ποιον επιλέγω να μη βλάψω».
Η Άννα Μαρία Δρουμπούκη ακολουθεί vegan διατροφή εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Η επιλογή της δεν ξεκίνησε από κάποια δίαιτα ή από την ανάγκη να αλλάξει κάποιον δείκτη υγείας, αλλά από μια βαθιά ηθική στάση απέναντι στα ζώα. «Πριν από 15 χρόνια αποφάσισα να αποκλείσω τα ζωικά προϊόντα από τη ζωή μου. Δεν ήταν μια διατροφική στρατηγική, αλλά μια πράξη ενσυναίσθησης. Για μένα το κρέας δεν είναι τροφή, αλλά σύμβολο μιας εκμετάλλευσης που δεν θέλω να στηρίζω».
Όπως εξηγεί, εκείνη την περίοδο άρχισε να σκέφτεται πιο συνειδητά τη σχέση της με το φαγητό και το πώς οι καθημερινές επιλογές επηρεάζουν όχι μόνο την υγεία αλλά και τον κόσμο γύρω μας. «Στη σημερινή εποχή ο δημόσιος λόγος για τη διατροφή συχνά εξαντλείται σε θερμίδες και μακροθρεπτικά συστατικά. Για μένα όμως το βασικό ερώτημα ήταν πολύ πιο απλό: ποιον επιλέγω να μη βλάψω. Την ίδια στιγμή, η plant-based διατροφή λειτουργεί και ως μια μορφή φροντίδας προς τον ίδιο μου τον εαυτό. Η καλή κατάσταση της υγείας μου αποτελεί για μένα άμεση απόρροια των διατροφικών μου επιλογών».
Παρότι η επιλογή της ήταν αρχικά ηθική, με τα χρόνια είδε και τα οφέλη στην υγεία, ενώ παρακολουθεί συστηματικά τα επιστημονικά δεδομένα που δείχνουν ότι μια σωστά σχεδιασμένη φυτοφαγική διατροφή μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του οργανισμού και να συμβάλει στην πρόληψη χρόνιων παθήσεων.«Προσωπικότητες όπως ο αμερικάνος παθολόγος Dr. Michael Greger δίνουν μια ακούραστη “σταυροφορία“ ενημέρωσης, αποδεικνύοντας μέσω εμπεριστατωμένων ερευνών ότι η φυτική διατροφή αποτελεί το ισχυρότερο εργαλείο πρόληψης ενάντια στις χρόνιες παθήσεις που μαστίζουν τη Δύση. Έχει podcasts, Youtube κανάλι, κάνει διαλέξεις, έχει εκδώσει βιβλία για τα οφέλη της plant-based διατροφής και την πρόληψη ασθενειών. Όσο για τις δικές μου αιματολογικές εξετάσεις, σταθερά άψογες εδώ και 15 χρόνια, είναι η πιο απτή απόδειξη ότι το σώμα δεν στερείται· αντίθετα ευημερεί».
Για την Άννα Μαρία, η vegan διατροφή προσφέρει μια διαύγεια νου που μεταφέρεται στην καθημερινότητά της και την εργασία της. Παράλληλα, στην τέταρτη δεκαετία της ζωής της, η σχέση της με την άθληση και την κίνηση είναι πιο ουσιαστική από ποτέ. «Μετά από μια διαδρομή που ξεκίνησε από την παιδική μου αγάπη, το μπάσκετ, κατέληξα εκεί όπου αισθάνομαι ότι το σώμα μου νιώθει οικεία: στην κολύμβηση, το τρέξιμο και τη συστηματική ενδυνάμωση με βάρη. Η προπόνηση με αντιστάσεις, ειδικά για τη γυναίκα μετά τα 40, είναι το κλειδί για την οστική πυκνότητα και τη μυϊκή θωράκιση. Υπήρξαν περίοδοι που έδινα μεγαλύτερη σημασία στο βάρος και στα κιλά, και η vegan διατροφή με βοήθησε και σε αυτό. Πλέον, όμως, το ζητούμενο δεν είναι η ζυγαριά, αλλά η δύναμη και το πώς νιώθω μέσα στο σώμα μου, ακόμα και με δύο-τρία κιλά παραπάνω».
Το καύσιμο για όλα αυτά; Μια πιο στοχευμένη, αλλά πάντα φυτική διατροφή. Έχει γίνει πιο «λειτουργική», χωρίς να χάνει τη γευστική της απόλαυση: «Στην πράξη, η διατροφή μου δεν είναι περίπλοκη· βασίζεται σε γνώριμα, καθημερινά φαγητά, απλώς τα επιλέγω και τα συνδυάζω πιο συνειδητά, ώστε να ταιριάζουν σε αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν “πιάτο του ουράνιου τόξου” (rainbow plate), δηλαδή ένα πιάτο στο οποίο συνυπάρχουν φυτική πρωτεΐνη, σύνθετοι υδατάνθρακες, καλά λιπαρά και ποικιλία λαχανικών διαφορετικών χρωμάτων. Μπορεί να είναι φακές με καστανό ρύζι, ρεβύθια στον φούρνο με λαχανικά και ταχίνι, φασόλια με σαλάτα εποχής ή ένα πιάτο λαδερά, όπως μπριάμ ή γεμιστά, μαζί με μια πηγή φυτικής πρωτεΐνης. Άλλες φορές θα φτιάξω ένα μπολ με κινόα, ψητά λαχανικά και τόφου ή ένα γρήγορο stir-fry με μπρόκολο και σόγια. Για πιο ελαφριά γεύματα επιλέγω σαλάτες με κέιλ, σπανάκι και όσπρια, ξηρούς καρπούς και dressing ταχινιού ή ψωμί ολικής με χούμους και αβοκάντο. Το ίδιο ισχύει και για το πρωινό: μπορεί να είναι βρώμη με φυστικοβούτυρο και φρούτα — απαραίτητα σμέουρα, καθημερινά — ένα τοστ ολικής με χούμους, ένα smoothie με φυτικό γάλα και ξηρούς καρπούς ή ένα αλμυρό πιάτο με τόφου και λαχανικά. Προτιμώ να μαγειρεύω τα φαγητά μου στο σπίτι, ελέγχοντας τα υλικά και αποφεύγοντας επεξεργασμένα τρόφιμα. Το αποτέλεσμα είνα μια αίσθηση ευεξίας που δεν είχα ούτε στα 20 μου. Η αντοχή μου στο τρέξιμο έχει αυξηθεί κατακόρυφα, η αποκατάσταση των μυών μου είναι ταχύτατη και η διαύγεια του νου μου κρυστάλλινη».
Όσο για τις μικρές της «παρασπονδίες», όπως τις χαρακτηρίζει, είναι τα λεγόμενα raw γλυκά. «Φτιάχνω συχνά γλυκά από ξηρούς καρπούς, χουρμάδες, μαύρη σοκολάτα, βρώμη και φυστικοβούτυρο. Είναι θερμιδικές βόμβες, αλλά έχουν πολύ μεγαλύτερη θρεπτική αξία από τα κλασικά γλυκά ζαχαροπλαστείου».
Τα τελευταία χρόνια έχει μία επιπρόσθετη συνήθεια: η διαλειμματική νηστεία αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς της. «Σταματάω καθημερινά το φαγητό στις πέντε το απόγευμα και τηρώ περίπου 16 ώρες χωρίς τροφή. Η αυτοφαγία, στην οποία εισέρχεται το σώμα μέσω της διαλειμματικής, ενισχύει τον μεταβολισμό, μειώνει τις φλεγμονές και προάγει την κυτταρική ανανέωση. Μπορεί να ακούγεται δύσκολο, αλλά στην πράξη το σώμα προσαρμόζεται πιο εύκολα απ’ ό,τι νομίζουμε». Η πρακτική αυτή, εξηγεί, τη βοηθά να νιώθει πιο ανάλαφρη, να έχει καλύτερο ύπνο και να ακούει καλύτερα το σώμα της.
«Τι πιο σημαντικό από το να δώσουμε προτεραιότητα στην υγεία μας και στις ανάγκες του οργανισμού μας, ειδικά από μια ηλικία και μετά, όταν αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα “καμπανάκια”, ιδίως σε εμάς τις γυναίκες; Για μένα, είναι ένας τρόπος να σέβομαι τον φυσικό ρυθμό του σώματός μου και να δίνω μεγαλύτερη προσοχή στο τι τρώω».
→ Η Άννα Μαρία Δρουμπούκη είναι ιστορικός, συγγραφέας
Αργυρώ Κουτσού: Αυστηρή κέτο
- «Αν δεν είσαι στρατιώτης, δεν λειτουργεί»: Μια διατροφή που απαιτεί συνέπεια και αλλάζει την ενέργεια και το σώμα
Η Αργυρώ Κουτσού δεν μπορεί να φάει τα περισσότερα από τα φαγητά που μαγειρεύει και σερβίρει στο μαγαζί της. Εδώ και επτά χρόνια ακολουθεί κετογονική διατροφή, η οποία αποτελείται περίπου από 70-80% λίπος, 15% πρωτεΐνη και 5% υδατάνθρακες, κυρίως από πράσινα λαχανικά. «Υπάρχει μια λανθασμένη αντίληψη ότι η κέτο σημαίνει να τρως πολύ κρέας, πρωτεΐνη, πανσέτες και μπέικον. Δεν είναι έτσι. Αν φας πολύ πρωτεΐνη, κουράζεις τα νεφρά. Η κέτο βασίζεται στο λίπος, συμπεριλαμβανομένου του λίπους που υπάρχει φυσικά στις τροφές».
Η ίδια κάνει διαλειμματική «από την ανάποδη». «Αρχίζω να πεινάω όταν πέφτει ο ήλιος, οπότε ναι, κάνω διαλειμματική από πάντα, απλώς δεν υπήρχε ο όρος». Ο τρόπος ζωής της ακολουθεί ουσιαστικά το αντίθετο του κιρκάδιου ρυθμού, λόγω της φύσης της δουλειάς της. Είναι σωστό αυτό; «Δεν το προτείνω. Ούτε την κετογονική προτείνω. Αν δεν είσαι “στρατιώτης”, δεν λειτουργεί» απαντά, εξηγώντας ότι τα δύο τελευταία χρόνια, όταν αύξησε την πρωτεΐνη σε σχέση με το λίπος, είδε διαφορά στην καθημερινότητά της. «Έχασα την εξαιρετικά καλή ενέργεια που είχα, έχασα τον καλό ύπνο και ξαναγύρισε αυτή η φασαρία στο κεφάλι μου. Τώρα προσπαθώ να το διορθώσω».
Η «καθαρή» κέτο, όπως την περιγράφει, βασίζεται κυρίως σε λιπαρές τροφές: αβοκάντο, κόκκινο κρέας, λιπαρά ψάρια, αυγά και ξηρούς καρπούς. Η διατροφή αυτή της ταίριαξε, ενώ η ιδιότητά της ως μαγείρισσας τη βοήθησε να την εφαρμόσει με ακρίβεια. «Όταν πράγματι ήμουν “στρατιώτης”, κατέληξα στο ότι είναι εύκολη για μένα και στον τρόπο ζωής που κάνω. Δεν έχω πρόβλημα να τρώω πολύ συχνά κάτι που μου αρέσει, και ξέρω μέσα στη μέρα πόσο κρέας, πόσα λαχανικά, ακόμη και πόση σοκολάτα μπορώ να φάω».
Και οι υδατάνθρακες; «Δεν υπάρχουν σε αυτή τη διατροφή. Δεν τρώω παντζάρια, καρότα, δεν τρώω φρούτα, εκτός από λίγα βατόμουρα ή φρέσκες φράουλες. Ο μόνος αποδεκτός υδατάνθρακας είναι από πράσινα λαχανικά, όπως μπρόκολο ή μαρούλι». Το τελευταίο διάστημα, ειδικά βγαίνοντας από τον χειμώνα, προτιμά περισσότερο ψάρι και λιγότερο κρέας, μαζί με πολλά αυγά. «Η διατροφή μου περιλαμβάνει σαλάτες με μικρή ποσότητα πρωτεΐνης και πολλά μυρωδικά. Φτιάχνω και δικές μου μαγιονέζες σαν ντρέσινγκ, με κρόκο, ελαιόλαδο ή λάδι καρύδας».
Εξηγεί ότι με τη συγκεκριμένη διατροφή υποχώρησαν οι πόνοι στα γόνατα και οι φλεγμονές στο μυοσκελετικό, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι τα οφέλη εμφανίζονται μόνο όταν εφαρμόζεται αυστηρά. «Δεν μπορείς να κάνεις cheat day. Δεν γίνεται να λες στο σώμα σου ότι δουλεύει με κετόνες και μετά να του δίνεις υδατάνθρακες. Το μπερδεύεις και το κουράζεις». Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα της επιστήμης της διατροφής τα οποία παρακολουθεί, τα κορεσμένα λιπαρά έχουν δαιμονοποιηθεί: «Στην πραγματικότητα, δημιουργούν πρόβλημα κυρίως όταν το σώμα βρίσκεται ήδη σε κατάσταση φλεγμονής και υψηλής κατανάλωσης υδατανθράκων. Έχει σημασία πώς χρησιμοποιείς μια τροφή και σε τι μεταβολικό περιβάλλον βρίσκεται ο οργανισμός σου. Δεν μπορείς, για παράδειγμα, να φας μια μακαρονάδα με πολύ μπέικον και να πεις ότι “το μπέικον είναι καλό”, ακόμη κι αν είναι βιολογικό. Αν όμως το ίδιο τρόφιμο το καταναλώσεις μέσα σε μια σαλάτα με πράσινα λαχανικά και αβοκάντο, το πλαίσιο είναι τελείως διαφορετικό». Δίνει ιδιαίτερη σημασία στην ποιότητα των πρώτων υλών. «Για παράδειγμα ο σολομός: είναι ένα ψάρι πλούσιο σε ωμέγα-3 λιπαρά, όμως για να φτάσει τα 7–8 κιλά χρειάζονται περίπου τρία χρόνια στη φύση, ενώ στο ιχθυοτροφείο λιγότερο από έναν χρόνο».
Στο πρόγραμμά της, το επιδόρπιο είναι βασικό κομμάτι. «Φροντίζω πάντα να υπάρχει. Το τελευταίο διάστημα έχω πάθει εμμονή με το βασκικό cheesecake. Για μένα είναι κανονικό γεύμα – έχει αυγό, μασκαρπόνε και μαύρη σοκολάτα». Όσο για τα γαλακτοκομικά, τα αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό: «Έχω δει ότι επηρεάζουν τις φλεγμονές και το μυοσκελετικό. Τρώω κυρίως ώριμα, σκληρά τυριά, όπως παρμεζάνα, που είναι πολύ καλή πηγή ασβεστίου, το οποίο με ενδιαφέρει γιατί είμαι και στην εμμηνόπαυση. Όταν έκανα μέτρηση οστικής πυκνότητας, ωστόσο, ο ακτινολόγος μου είπε “τα κόκαλά σας είναι σαν τριαντάρας”».
Η Αργυρώ τονίζει ότι δεν υπάρχει σωστή και λάθος διατροφή: «Δεν δαιμονοποιώ τον υδατάνθρακα, τον αγαπώ. Απλώς είδα ότι, αποβάλλοντάς τον από τη διατροφή μου, άλλαξαν πολλά πράγματα στο σώμα μου και στον τρόπο που το νιώθω. Με τον ίδιο τρόπο που ένας χορτοφάγος δεν θα ξεφύγει να φάει ένα λουκανικάκι, έτσι κι αυτός που κάνει κετογονική δεν μπορεί να “ξεφύγει” να φάει μια πατάτα». Το βασικό της κριτήριο παραμένει απλό – «ό,τι κι αν τρως, να μην είναι επεξεργασμένο και να είναι όσο πιο “καθαρό” γίνεται».
→ Η Αργυρώ Κουτσού είναι μαγείρισσα και ιδιοκτήτρια του Κoutsou & Co, Ξενοφώντος (στη Στοά)