Health & Fitness

Αικατερίνη Δάκου-Βουτετάκη: Η γυναίκα που έφερε την παιδιατρική ενδοκρινολογία στην Ελλάδα

Μια ζωή αφιερωμένη στα παιδιά
Δήμητρα Γκρους
14’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αικατερίνη Δάκου-Βουτετάκη: Η ιστορία της γυναίκας που άνοιξε τον δρόμο για τη θεραπεία παιδιών με ενδοκρινολογικές παθήσεις και εκπαίδευσε γενιές γιατρών

Χρειάζεται λίγη ώρα για να τον αναγνωρίσει. Τον κοιτάζει προσεκτικά και σχολιάζει το γαλαζωπό χρώμα στα μάτια του. Πριν από σαράντα πέντε χρόνια ήταν ένα από τα πρώτα παιδιά στην Ελλάδα που έλαβαν θεραπεία με αυξητική ορμόνη. Σήμερα βρίσκεται ξανά απέναντι από τη γυναίκα που καθόρισε την πορεία της ζωής του: την Αικατερίνη Δάκου-Βουτετάκη παιδοενδοκρινολόγο, τη γιατρό που ξεκίνησε την παιδιατρική ενδοκρινολογία στην Ελλάδα.

Έχουμε πάει στο σπίτι της μαζί με τον Ρωμανό Γεροδήμου και τον κ. Δημήτρη Χιώτη, στενό συνεργάτη της από τα πρώτα χρόνια της μονάδας. Είναι μια συγκινητική στιγμή όταν η γιατρός και ο κάποτε μικρός ασθενής της συναντιούνται ξανά, έπειτα από 25 χρόνια. Την εποχή που άρχισε η θεραπεία του μικρού Ρωμανού, η αυξητική ορμόνη ήταν ένα σπάνιο φάρμακο. Ξεκίνησε να πηγαίνει στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία» το 1981, σε ηλικία πέντε ετών, και για 19 χρόνια επέστρεφε συστηματικά για παρακολούθηση και θεραπεία.

Στα 94 της χρόνια, η κυρία Αικατερίνη Δάκου παραμένει λεπτή και ανήσυχη. Ένα ελαφρύ Πάρκινσον επηρεάζει την κίνηση των χεριών της και η ακοή της δεν είναι πια τόσο καλή, αλλά η σπίθα που τη χαρακτήριζε όλη της τη ζωή παραμένει ολοζώντανη. Απέναντί μας έχουμε έναν θρύλο της ελληνικής ιατρικής ιστορίας.

Την προηγούμενη μέρα, στο ιατρείο του κ. Χιώτη, είχαμε ήδη ακούσει για την αφοσίωσή της στα παιδιά και τους εφήβους με ενδοκρινολογικά προβλήματα, ιδιαίτερα στον σακχαρώδη διαβήτη, και για τις καινοτομίες που εισήγαγε στην Ελλάδα μετά τις σπουδές της στην Αμερική. Καθώς μας υποδέχεται στην τραπεζαρία του σπιτιού της, της εξηγούμε τον λόγο της επίσκεψής μας: «Θέλουμε να γράψουμε για τη διαδρομή σας και για όλα τα σπουδαία που δημιουργήσατε μαζί με την ομάδα σας, ιδρύοντας ουσιαστικά τον κλάδο της παιδικής ενδοκρινολογίας, θεραπεύοντας και ανακουφίζοντας πολλά παιδιά όλα αυτά τα χρόνια».

Αικατερίνη Δάκου-Βουτετάκη: Η γιατρός που άλλαξε τη ζωή των παιδιών με ενδοκρινικές παθήσεις

Μεγαλώνοντας σε μια άλλη Ελλάδα

Μας ενδιαφέρει να μάθουμε πώς πήρε μια τόσο τολμηρή απόφαση — να φύγει για την Αμερική, σε μια εποχή που δεν ήταν εύκολο για μια γυναίκα ούτε καν να φανταστεί ότι θα ασκήσει την ιατρική. Η παιδική της ηλικία ανήκει σε μια άλλη Ελλάδα. Γεννήθηκε στον Αυλώνα Αττικής το 1933 και μεγάλωσε μέσα σε πόλεμο, κατοχή και εμφύλιο. «Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου σημαδεύτηκαν από τους βομβαρδισμούς», θυμάται. «Τρέχαμε να κρυφτούμε στις σπηλιές όταν χτυπούσαν οι καμπάνες». Σε μια περίοδο της παιδικής της ηλικίας, μετά από έναν ισχυρό σεισμό, η οικογένεια αναγκάστηκε να ζήσει για περισσότερο από δύο χρόνια σε μια παράγκα. Το σχολείο το παρακολουθούσαν κατά διαστήματα, όποτε το επέτρεπαν οι συνθήκες.

Από μικρή, ωστόσο, είχε μια απάντηση όταν τη ρωτούσαν τι θέλει να γίνει όταν μεγαλώσει. «Αν, τότε που θα μεγαλώσω εγώ, οι γυναίκες μπορούν να γίνουν γιατροί, θα γίνω γιατρός, έλεγα. Αλλιώς θα γίνω δασκάλα». Η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να εκπληρωθούν και τα δύο: έγινε γιατρός αλλά και πανεπιστημιακή δασκάλα. Δεν ήταν απλό. Η μητέρα της τη στήριζε, ο πατέρας της όμως περίμενε μετά το δημοτικό να εργαστεί στην οικογενειακή επιχείρηση. «Κάθε φορά κέρδιζα έναν χρόνο με κάθε συζήτηση», λέει. Τελικά, βοήθησε και το γεγονός ότι ιδρύθηκε γυμνάσιο στον Αυλώνα, κι έτσι μπόρεσε να συνεχίσει το σχολείο, βοηθώντας παράλληλα στη δουλειά του πατέρα της.

Από νωρίς ακολουθούσε μια πορεία που ξέφευγε από τα δεδομένα της εποχής. Μετακόμισε μόνη της στην Αθήνα για να ολοκληρώσει το Λύκειο και στη συνέχεια πέρασε στην Ιατρική Σχολή. Στο τρίτο έτος των σπουδών έμαθε ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσε κανείς να κάνει ειδικότητα και να πληρώνεται — κάτι αδιανόητο για την Ελλάδα της εποχής. «Δεν ήθελα να επιβαρύνω κανέναν», θυμάται. «Με τη βοήθεια του δασκάλου μου στα αγγλικά, ετοιμάσαμε τα χαρτιά μου και έγινα δεκτή σε δύο νοσοκομεία, στη Νέα Υόρκη και στην Ατλάντα. Ρώτησα τότε έναν καθηγητή Ιατρικής, τον κύριο Δάικο, που μόλις είχε επιστρέψει από την Αμερική, και με συμβούλεψε, για αρχή, να προτιμήσω την Ατλάντα, γιατί η Νέα Υόρκη θα ήταν χαώδης». Η απόφασή της δεν πέρασε χωρίς αντιδράσεις. «Πώς θα γίνεις γιατρός; Να εξετάζεις άντρες;» της έλεγε ο πατέρας της. Εκείνη, όμως, το είχε αποφασίσει.

Το μεγάλο ταξίδι στην Αμερική

Ήταν το 1959 όταν πήρε το πλοίο για τη Νέα Υόρκη, σε ένα ταξίδι δεκατριών ημερών. Από εκεί συνέχισε με τρένο για την Ατλάντα, άλλες δέκα ώρες, κάτι το εξαντλητικό για μια νεαρή κοπέλα σε έναν άγνωστο κόσμο. «Στα μέσα της διαδρομής κατέρρευσα από την κούραση», θυμάται. «Κατέβηκα σε έναν σταθμό και πέρασα τη νύχτα στο πρώτο ξενοδοχείο που βρήκα». Είχε μαζί της μόλις 200 δολάρια, ό,τι της επιτρεπόταν να βγάλει από τη χώρα. Την επόμενη μέρα έφτασε τελικά στον προορισμό της.

«Στο νοσοκομείο, μου παραχώρησαν ένα δωμάτιο και ξεκίνησα να εργάζομαι. Το πρόγραμμα περιλάμβανε τρεις μήνες εκπαίδευσης στην παιδιατρική, τη χειρουργική, την ορθοπεδική και τη μαιευτική. Στο διάστημα αυτό έπρεπε να δώσω εξετάσεις και, αν δεν τις περνούσα, να επιστρέψω στην Ελλάδα. Ήταν μεγάλο το στρες. Ευτυχώς, πέρασα τις εξετάσεις και εξασφάλισα θέση ειδικευόμενης σε νοσοκομείο της Φιλαδέλφειας. Εκεί συμπλήρωσα τρία χρόνια εκπαίδευσης στην παιδιατρική και δύο χρόνια στην παιδιατρική ενδοκρινολογία».

Τα επτά χρόνια στην Αμερική αποδείχθηκαν καθοριστικά. Το 1965 αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να επιστρέψει στη χώρα της και την οικογένειά της. Για να αναγνωριστεί όμως πλήρως η ειδικότητά της, χρειάστηκε να πάει πίσω για έναν ακόμη χρόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτή τη φορά ως assistant professor. Παρόλο που η επαγγελματική της πορεία εξελισσόταν καλά, έναν χρόνο αργότερα γύρισε οριστικά.

Για δεκαετίες, στην Ελλάδα, τα παιδιά με ορμονικές διαταραχές ή διαβήτη παρακολουθούνταν από γενικούς παιδιάτρους.

Για δεκαετίες, στην Ελλάδα, τα παιδιά με ορμονικές διαταραχές ή διαβήτη παρακολουθούνταν από γενικούς παιδιάτρους. Πριν ακόμη επιστρέψει, είχε γράψει στον καθηγητή Κωνσταντίνο Χωρέμη, έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες παιδιάτρους του 20ού αιώνα και τότε διευθυντή της Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγία Σοφία». Η απάντησή του ήταν ενθαρρυντική: «Οι καλοί επιστήμονες θα βρουν θέση, θα τα καταφέρουν». Πράγματι. Προσελήφθη ως άμισθος συνεργάτης στην Α΄ Παιδιατρική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών και το 1970 διορίστηκε επιμελήτρια. Γρήγορα άρχισε να οργανώνει τα πρώτα εξωτερικά ιατρεία και εργαστήρια παιδιατρικής ενδοκρινολογίας. Είχε άραγε επίγνωση ότι με την επιστροφή της θα ξεκινούσε ουσιαστικά ένας νέος κλάδος; «Το ένα βήμα έφερε το άλλο», απαντά.

Της ζητάμε να μας αφηγηθεί πώς ξεκίνησαν όλα.

Η δημιουργία του Εργαστηρίου Ενδοκρινολογίας στο Χωρέμειο 

Η κ. Δάκου ξεκίνησε στην Α΄ Παιδιατρική Κλινική του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία», υπό τη διεύθυνση του Νικόλαου Ματσανιώτη, μιας ακόμη εμβληματικής μορφής της ελληνικής ιατρικής. «Ο Ματσανιώτης», λέει ο κ. Χιώτης, «θεμελίωσε τη σύγχρονη παιδιατρική σχολή στην Ελλάδα, εκπαιδεύοντας πολλές γενιές παιδιάτρων και ενθαρρύνοντας την ανάπτυξη υποειδικοτήτων».

Την ίδια περίοδο άρχισε να διαμορφώνεται το Ενδοκρινολογικό Τμήμα, το οποίο εγκαταστάθηκε το 1969 σε έναν μικρό χώρο στο παλιό Χωρέμειο. «Τα παιδιά που παρακολουθούνταν στην ενδοκρινολογική μονάδα χρειάζονταν, πέρα από την κλινική εκτίμηση, και εξειδικευμένη εργαστηριακή διερεύνηση. Τα δείγματα στέλνονταν τότε στην Πολυκλινική Αθηνών και στον Ευαγγελισμό. Ήταν σαφές ότι υπήρχε επιτακτική ανάγκη για τη δημιουργία ενός ενδοκρινολογικού εργαστηρίου», μας εξηγεί η κ. Δάκου.

Έτσι, το ίδιο έτος ιδρύθηκε το Εργαστήριο Ενδοκρινολογίας σε χώρο του Χωρέμειου Ερευνητικού Εργαστηρίου — ένα εγχείρημα πρωτοποριακό για την Ελλάδα της εποχής. Αξιοποιώντας την εμπειρία της από τις ΗΠΑ, μαζί με μια ομάδα νέων επιστημόνων, οργάνωσαν τις πρώτες συστηματικές εξετάσεις και ερευνητικές δραστηριότητες στον τομέα.

Όπως μας εξηγεί, σταδιακά, η ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση των ενδοκρινολογικών παθήσεων οδήγησε στη δημιουργία του Εργαστηρίου Μοριακής Ενδοκρινολογίας. «Η δημιουργία του αποτέλεσε σημαντικό βήμα τόσο για την παροχή τριτοβάθμιας φροντίδας όσο και για την έρευνα. Ήταν πλέον απολύτως αναγκαίο να αναγνωρίζεται η υποκείμενη γονιδιακή διαταραχή σε παιδιά με κληρονομική ενδοκρινοπάθεια». Το εργαστήριο αυτό σύντομα εξελίχθηκε σε κέντρο αναφοράς, καθώς εκεί αναλύονταν δείγματα DNA από ολόκληρη τη χώρα για τον εντοπισμό γονιδίων που σχετίζονται με διαταραχές ανάπτυξης, ήβης και άλλες ενδοκρινολογικές παθήσεις. Και όχι μόνο. Παράλληλα, ανέπτυξε σημαντική ερευνητική δραστηριότητα, με πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε διεθνή περιοδικά υψηλού κύρους και με πλήθος διδακτορικών διατριβών, συμβάλλοντας στη χαρτογράφηση γενετικών παθήσεων και στην εξέλιξη της παιδιατρικής ενδοκρινολογίας στην Ελλάδα.

Το Εργαστήριο Μοριακής Ενδοκρινολογίας και η μάχη για την αυξητική ορμόνη

Το Εργαστήριο Μοριακής Ενδοκρινολογίας, πέρα από την προσφορά του στην κλινική και στην έρευνα, συνδέθηκε με μια ακόμη κρίσιμη, όσο και καινοτόμα, προσπάθεια της εποχής: τη θεραπεία παιδιών με έλλειψη αυξητικής ορμόνης (HGH).

«Ήταν μια πολύ δύσκολη διαδικασία», εξηγεί η κ. Δάκου περιγράφοντας τις συνθήκες της εποχής εκείνης. «Στη δεκαετία του 1960 η διαθέσιμη ποσότητα ανθρώπινης αυξητικής ορμόνης παγκοσμίως ήταν πολύ περιορισμένη και προερχόταν από εκχύλιση ανθρώπινων υποφύσεων που συλλέγονταν κατά τις νεκροτομές». Η ίδια είχε ήδη σχετική εμπειρία από τη θητεία της στο εργαστήριο του Maurice Raben στη Βοστώνη, που το 1958 ήταν ο πρώτος που παρήγαγε ανθρώπινη αυξητική ορμόνη με αυτή τη μέθοδο. Ο Raben δεχόταν στο εργαστήριό του υποφύσεις από διάφορες χώρες και επέστρεφε στον αποστολέα ένα ποσοστό της εκχυλιζόμενης ορμόνης για θεραπευτική χρήση. Για τη συμμετοχή στο πρόγραμμα αυτό δημιουργήθηκε στην Ελλάδα ένα δίκτυο συλλογής υποφύσεων από τα ιατροδικαστικά εργαστήρια Αθηνών, Πειραιώς και Θεσσαλονίκης, καθώς και από το Παθολογοανατομικό Τμήμα του Νοσοκομείου Παίδων «Αγία Σοφία». Οι υποφύσεις αποστέλλονταν στη Βοστώνη, αλλά «ήταν μια πραγματική οδύσσεια», όπως λέει χαρακτηριστικά.

Το 1979 έγινε το επόμενο καθοριστικό βήμα: η απόφαση να παραχθεί η αυξητική ορμόνη στο Χωρέμειο Ερευνητικό Εργαστήριο. Εκείνη την εποχή, μόλις πέντε πανεπιστημιακά εργαστήρια παγκοσμίως διέθεταν αυτή τη δυνατότητα, με ιδιαίτερα υψηλό κόστος. Η κ. Δάκου και οι συνεργάτες της ταξίδεψαν στο Κέμπριτζ, όπου εκπαιδεύτηκαν στις μεθόδους εκχύλισης, που στη συνέχεια τις εφάρμοσαν στην Ελλάδα. Η ορμόνη καθαριζόταν και ελεγχόταν εργαστηριακά στο Χωρέμειο, ενώ η τελική εμφιάλωση γινόταν στις εγκαταστάσεις του «Δημόκριτου».

Παρά τις τεχνικές δυσκολίες και τη συνεχή έλλειψη πόρων, το εγχείρημα απέδωσε. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα ήταν συγκρίσιμα με εκείνα μεγάλων ευρωπαϊκών κέντρων, ενώ για πρώτη φορά παιδιά από όλη τη χώρα απέκτησαν ουσιαστική πρόσβαση σε μια μέχρι τότε σπάνια θεραπεία. «Είχε πραγματοποιηθεί ένα όνειρο», θυμάται η κ. Δάκου, «η παραγωγή αυξητικής ορμόνης σε πανεπιστημιακή μονάδα στην Ελλάδα». Το κόστος μειώθηκε δραστικά, καθιστώντας τη θεραπεία εφικτή για πολύ περισσότερες οικογένειες, ενώ παράλληλα δημιουργήθηκε ένας πυρήνας επιστημονικής γνώσης που ξεπερνούσε τα δεδομένα της εποχής στη χώρα.

«Είχε πραγματοποιηθεί ένα όνειρο», θυμάται η κ. Δάκου, «η παραγωγή αυξητικής ορμόνης σε πανεπιστημιακή μονάδα στην Ελλάδα»

Η προσπάθεια διακόπηκε απότομα το 1985, όταν διεθνώς η αυξητική ορμόνη από ανθρώπινες υποφύσεις συνδέθηκε με σπάνιες μορφές εγκεφαλοπάθειας. Στην Ελλάδα δεν είχαν καταγραφεί αντίστοιχα περιστατικά, ωστόσο δημιουργήθηκε ένα προσωρινό κενό, μέχρι την ανάπτυξη της συνθετικής, ανασυνδυασμένης αυξητικής ορμόνης. Με την έγκριση και την κάλυψη του κόστους από τον Εθνικό Οργανισμό Φαρμάκων, η θεραπεία συνεχίστηκε πλέον συστηματικά.

Ήδη από το 1980, είχε απευθυνθεί στον τότε υπουργό Υγείας Σπύρο Δοξιάδη, προτείνοντας τη δημιουργία επιτροπής για την ορθολογική διάθεση της αυξητικής ορμόνης στην Ελλάδα. Τον Ιανουάριο του 1981 συγκροτήθηκε τριμελής επιτροπή, η οποία καθόρισε τα κριτήρια χορήγησης της θεραπείας σύμφωνα με τη διεθνή πρακτική. «Η επιτροπή αυτή, στην οποία υπηρέτησα για 25 χρόνια, λειτουργεί μέχρι σήμερα με το ίδιο πνεύμα: την καλύτερη δυνατή επιλογή των παιδιών που θα λάβουν αγωγή με αυξητική ορμόνη».

Όταν η φροντίδα των παιδιών βγήκε έξω από το νοσοκομείο

Από τα πρώτα χρόνια, η κ. Δάκου συνέβαλε στην οργάνωση του Διαβητολογικού εξωτερικού ιατρείου, που λειτουργούσε ήδη από το 1965. Μία φορά την εβδομάδα εκεί εξετάζονταν αποκλειστικά παιδιά και έφηβοι με σακχαρώδη διαβήτη, ενώ παράλληλα εκπαιδεύονταν και τα παιδιά που νοσηλεύονταν στο νοσοκομείο.

Μία από τις σημαντικότερες καινοτομίες της Μονάδας Παιδιατρικής Ενδοκρινολογίας και της Μονάδας Παιδικού Διαβήτη ήταν ότι, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, εφαρμόστηκε διεπιστημονική φροντίδα: παιδίατρος, ενδοκρινολόγος, ψυχολόγος, διαιτολόγος και νοσηλευτής συνεργάζονταν για την ολοκληρωμένη υποστήριξη των μικρών ασθενών. «Η παιδιατρική ενδοκρινολογία απαιτεί μακροχρόνια παρακολούθηση, καθώς οι ορμόνες επηρεάζουν την ανάπτυξη και τον μεταβολισμό. Η εκπαίδευση της οικογένειας είναι εξίσου σημαντική με τη φαρμακευτική θεραπεία», εξηγεί η κ. Δάκου, και μας μιλά για τις δράσεις που διοργανώνονταν καθ’ όλη τη δεκαετία του ’90: δράσεις ενημέρωσης για παιδιά με χρόνιες παθήσεις, όπως το σύνδρομο Turner, η συγγενής υπερπλασία των επινεφριδίων, η υποφυσιακή ανεπάρκεια και —ακόμη πιο συστηματικά— ο σακχαρώδης διαβήτης. Ξεχωριστή θέση είχαν οι συναντήσεις τα Σαββατοκύριακα του Θωμά, όπου παιδιά από όλη την Ελλάδα συμμετείχαν μαζί με τους γονείς τους σε ενημερωτικές και βιωματικές δραστηριότητες.

Η ίδια είχε μάλιστα την πρωτοπόρα για την εποχή ιδέα οι γονείς να παρακολουθούν τις ομιλίες σε άλλη αίθουσα, ενώ τα παιδιά συζητούσαν μεταξύ τους ζητήματα που τα απασχολούσαν —από τη διατροφή μέχρι τη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση—, και τα βράδια οργανώνονταν κοινά γεύματα με ειδική διατροφή. Στις εκδηλώσεις προσκαλούσαν συχνά γνωστά πρόσωπα, κυρίως από τον χώρο του αθλητισμού. Η κ. Δάκου και ο κ. Χιώτης περιγράφουν πώς σε μία από τις πρώτες, στο ξενοδοχείο Holiday Inn της Μιχαλακοπούλου, προσκλήθηκε ο Παναγιώτης Γιαννάκης, λίγα χρόνια μετά τον θρίαμβο του Ευρωμπάσκετ, και μίλησε στα παιδιά για την πειθαρχία του αθλητισμού, παρομοιάζοντας τον αγώνα ενός αθλητή με τη διαχείριση του διαβήτη. Φαντάζεται κανείς πόσο ξεχωριστή ήταν αυτή η εμπειρία για εκείνα. «Για μήνες μετά έρχονταν στο νοσοκομείο με πολύ καλύτερη ρύθμιση του σακχάρου τους» σχολιάζουν. 

Ξεχωριστή στιγμή, όταν προσκλήθηκε ο Παναγιώτης Γιαννάκης, λίγα χρόνια μετά τον θρίαμβο του Ευρωμπάσκετ, και μίλησε στα παιδιά για την πειθαρχία του αθλητισμού, παρομοιάζοντας τον αγώνα ενός αθλητή με τη διαχείριση του διαβήτη. 

Ιδιαίτερα σημαντικές ήταν και οι θερινές κατασκηνώσεις για παιδιά με διαβήτη, που ξεκίνησαν την ίδια περίοδο στις εγκαταστάσεις του Αγίου Ανδρέα στη Νέα Μάκρη. Τα παιδιά μάθαιναν να διαχειρίζονται την ασθένεια μέσα από το παιχνίδι και τη συμμετοχή σε δραστηριότητες, με τη στήριξη γιατρών και ειδικά εκπαιδευμένου προσωπικού. «Σε πολλά από τα παιδιά η δόση της ινσουλίνης μειωνόταν έως και κατά 50%», σημειώνει η κ. Δάκου, επιβεβαιώνοντας τη θετική επίδραση της άσκησης και της ευεξίας στη ρύθμιση του διαβήτη.

Το 1988 ίδρυσε τον σύλλογο ασθενών «Γαληνός», με στόχο την υποστήριξη και εκπαίδευση παιδιών και εφήβων με χρόνιες ενδοκρινολογικές παθήσεις, αλλά και την εκπροσώπησή τους απέναντι στους κρατικούς φορείς και στη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή του και στη διοργάνωση του 8ου Παγκόσμιου Συνεδρίου «Διαβήτης και Άθληση» το 1998 στο Κολλέγιο Αθηνών. Για πέντε ημέρες οι χώροι του Κολλεγίου μετατράπηκαν σε τόπο συνάντησης για γιατρούς, ασθενείς και οικογένειες, ενώ οργανώθηκε και ένας μίνι μαραθώνιος.

Η συμβολή της κ. Δάκου επεκτάθηκε και στη δημόσια υγεία. Συμμετείχε στην ανάπτυξη των εθνικών διαγραμμάτων ανάπτυξης που χρησιμοποιούνται στα βιβλιάρια υγείας — ένα καθημερινό εργαλείο για τους παιδιάτρους, που επιτρέπει την έγκαιρη ανίχνευση διαταραχών ανάπτυξης.

Παράλληλα, υπήρξε αρχισυντάκτρια για μία δεκαετία του επιστημονικού περιοδικού «Hormones - International Journal of Endocrinology and Metabolism» της Ελληνικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας. Υπήρξε επίσης ιδρυτικό μέλος και επί σειρά ετών πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Παιδικής και Εφηβικής Ενδοκρινολογίας, η οποία σήμερα αριθμεί αρκετούς αξιόλογους εξειδικευμένους παιδοενδοκρινολόγους.

Εκπαιδεύοντας τις επόμενες γενιές γιατρών

Η κ. Δάκου, καθ’ όλη τη διάρκεια της αφήγησής της, επιστρέφει διαρκώς στους συνεργάτες της, που συνέβαλαν καθοριστικά στο κλινικό και ερευνητικό έργο — πολλοί από τους οποίους ήταν γυναίκες. Ανάμεσα σε άλλους, αναφέρει τις βιολόγους Μαρία Δρακοπούλου, με την οποία ξεκίνησε το Εργαστήριο Μοριακής Βιολογίας και που στη συνέχεια διετέλεσε διευθύντριά του για πολλά χρόνια, και την Αμαλία Σερτεδάκη, που σήμερα είναι υπεύθυνη του εργαστηρίου και με την ομάδα της επιτελούν αξιόλογο ερευνητικό έργο. Επίσης τη Μαρία Μανιάτη-Χρηστίδη, επιμελήτρια της Α’ Παιδιατρικής Κλινικής που αποσπάστηκε στο ενδοκρινολογικό τμήμα, και φυσικά τον Δημήτρη Χιώτη. «Η συνεισφορά τους υπήρξε πολύτιμη σε σημαντικές επιδημιολογικές μελέτες και στη διοργάνωση εκπαιδευτικών εκδηλώσεων», λέει, εκφράζοντας «βαθιά ευγνωμοσύνη για το έργο που επιτέλεσαν με ενθουσιασμό και αφοσίωση»— ιδιαίτερα για περιόδους όπου το τμήμα λειτουργούσε με περιορισμένη στελέχωση.

Το Χωρέμειο Ερευνητικό Εργαστήριο εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα στον ευρωπαϊκό χώρο για τη μελέτη γονιδίων που σχετίζονται με ενδοκρινολογικές παθήσεις. Δύσκολα θα είχε δημιουργηθεί αν κάθε επίσκεψη της κ. Δάκου σε μεγάλα κέντρα του εξωτερικού δεν συνοδευόταν από την ίδια σκέψη: ότι όσα έβλεπε έπρεπε να γίνουν και στην Ελλάδα. Στο επίκεντρο δεν ήταν μόνο η θεραπεία των παιδιών, αλλά και η διαμόρφωση μιας νέας γενιάς επιστημόνων που θα συνέχιζε το έργο.

Ο Ρωμανός έχει μια χαρακτηριστική ανάμνηση από τα παιδικά του χρόνια στο νοσοκομείο: «Σας θυμάμαι πάντα να σας ακολουθεί μια ομάδα ειδικευόμενων γιατρών που μάθαιναν δίπλα σας». Δεν είναι τυχαίο. Για πολλά χρόνια το τμήμα λειτουργούσε ως κέντρο αναφοράς για την παιδιατρική ενδοκρινολογία. «Παράλληλα με την κλινική εργασία, μεγάλο μέρος της δραστηριότητας ήταν αφιερωμένο στην εκπαίδευση», εξηγεί ο κ. Χιώτης. «Στο αμφιθέατρο του Νοσοκομείου Παίδων οργανώνονταν συστηματικά σεμινάρια και επιστημονικές συναντήσεις, όπου συζητούνταν βασικά ζητήματα της παιδιατρικής ενδοκρινολογίας με στόχο τη διάδοση νέων γνώσεων και πρακτικών».

Όταν τη ρωτάμε πώς μπορεί κανείς σήμερα να εμπνεύσει νέους γιατρούς να δουλέψουν με την ίδια αφοσίωση, η απάντησή της είναι απλή: «Δεν είναι τίποτε περίπλοκο. Χρειάζεται θέληση και να πιστεύεις πραγματικά σε αυτό που κάνεις».

«Είναι απολύτως απαραίτητο ένα παιδί με χρόνια πάθηση να έχει ψυχολογική υποστήριξη. Είναι το πιο σημαντικό. Πρέπει να εμπνεύσουμε στους νέους επιστήμονες την αγάπη για το παιδί που έχει πρόβλημα. Δεν αρκεί να δίνεις ινσουλίνη ή αυξητική ορμόνη — πρέπει να καταλάβεις τι του λείπει περισσότερο».

Επανέρχεται συχνά στην ίδια ιδέα: ότι η θεραπεία δεν περιορίζεται στη φαρμακευτική αγωγή. «Είναι απολύτως απαραίτητο ένα παιδί με χρόνια πάθηση να έχει ψυχολογική υποστήριξη. Είναι το πιο σημαντικό. Πρέπει να εμπνεύσουμε στους νέους επιστήμονες την αγάπη για το παιδί που έχει πρόβλημα. Δεν αρκεί να δίνεις ινσουλίνη ή αυξητική ορμόνη — πρέπει να καταλάβεις τι του λείπει περισσότερο».

Κοιτάζοντας πίσω, η ίδια κρατά μια δόση αυτοκριτικής: «Ίσως να μην κάναμε τόσα όσα θα έπρεπε», λέει ήρεμα. Οι συνομιλητές της διαφωνούν. Όταν της λέμε ότι όλα όσα έκανε πήγαιναν πολύ πέρα από αυτό που θα περίμενε κανείς από έναν γιατρό, απαντά ότι τίποτε δεν ήταν ανέφικτο. «Δεν αρκεί μόνο η θέληση», συμπληρώνει. «Πρέπει να έχεις και τα εργαλεία και τους ανθρώπους — και να μπορείς να ηγηθείς μιας ομάδας».

Το παιδί πίσω από την ασθένεια

Η μεγαλύτερη πρόκληση της σύγχρονης ιατρικής, επιμένει η κ. Δάκου, είναι να μη χαθεί η ψυχολογική διάσταση της φροντίδας. «Να κάνουμε περισσότερα για τον ψυχικό τομέα. Να βοηθήσουμε το παιδί να μη νιώθει λυπημένο, να μη νιώθει μόνο του». Το ίδιο ισχύει και για προβλήματα που σήμερα εμφανίζονται όλο και συχνότερα, όπως η παιδική παχυσαρκία. «Δεν είναι μόνο θέμα διατροφής· είναι και ψυχολογικό».

Ανήσυχη ερευνήτρια και αφοσιωμένη στη θεραπεία των παιδιών, η κ. Δάκου εκπροσωπεί μια Ιατρική με ανθρώπινο πρόσωπο. Τι θα έλεγε σήμερα σε ένα παιδί με αναπτυξιακό πρόβλημα; «Πρέπει πρώτα να ρωτήσεις: τι είναι αυτό που σε πειράζει περισσότερο; Αν το παιδί δεν έχει κάνει αυτή την ερώτηση στον εαυτό του, δεν είναι έτοιμο να μάθει. Από τη στιγμή που ανοίγει αυτή η συζήτηση, υπάρχει έδαφος να προχωρήσεις παραπέρα. Είναι μια σχέση αλληλεπίδρασης. Τα παιδιά πολλές φορές μπορούν να διδάξουν τον γιατρό, αν εκείνος ξέρει να τα ακούσει. Και αυτά που παίρνεις πίσω είναι περισσότερα από αυτά που δίνεις», λέει.

Καθώς η συζήτηση φτάνει στο τέλος, η σκέψη επιστρέφει στα παιδιά που πέρασαν από το ιατρείο της: παιδιά με χαμηλό ανάστημα, με διαβήτη, με σπάνιες ενδοκρινολογικές παθήσεις — παιδιά που μεγάλωσαν, έκαναν οικογένειες και, κάποια από αυτά, επιστρέφουν απλώς για να πουν ένα «ευχαριστώ», όπως ο Ρωμανός. Για εκείνη, αυτή είναι η μεγαλύτερη επιβράβευση.

Το αποτύπωμα μιας ζωής

Δεν γίνεται να μην τη θαυμάσεις. Δούλεψε όλη της τη ζωή ήσυχα και με πείσμα, καταφέρνοντας αυτό που τότε έμοιαζε ακατόρθωτο. «Πώς τα κατάφερα, ξεκινώντας από τον Αυλώνα, να φτάσω να πάρω το βραβείο Outstanding Physician Award;» αναρωτιέται και η ίδια κοιτώντας πίσω, αναφερόμενη σε μία από τις σημαντικότερες διακρίσεις στην παιδιατρική ενδοκρινολογία με την οποία τιμήθηκε το 2007 από την European Society for Paediatric Endocrinology.

«Πώς τα κατάφερα, ξεκινώντας από τον Αυλώνα, να φτάσω να πάρω το βραβείο Outstanding Physician Award;»

Η διεθνής αναγνώριση της δουλειάς της συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα. Σε ηλικία 82 ετών ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, ύστερα από πρόσκληση της Αμερικανικής Ενδοκρινολογικής Εταιρείας, για να παρουσιάσει στο Σικάγο μελέτη για ένα νέο γονίδιο που συνδέεται με σπάνια ενδοκρινολογική πάθηση. Τελευταίο της έργο το βιβλίο που κυκλοφόρησε το 2024, «Οι γυναίκες είναι διαφορετικές από τους άνδρες» (εκδόσεις Τεχνόγραμμα), όπου εξετάζει, μέσα από τη βιολογία και τη νευροεπιστήμη, τις διαφορές των δύο φύλων. «Αν έχουμε λιγότερες γυναίκες στις υψηλές θέσεις», λέει, «δεν είναι γιατί έχουν λιγότερα προσόντα, αλλά γιατί συχνά επωμίζονται μεγαλύτερο βάρος στην οικογένεια και στην ανατροφή των παιδιών».

Η ιστορία της, όμως, δεν είναι μόνο η ιστορία μιας γυναίκας που άνοιξε δρόμους σε έναν χώρο όπου κυριαρχούσαν οι άντρες. Είναι και η ιστορία του πώς, σε μια μικρή χώρα με περιορισμένα μέσα, μια μικρή ομάδα ανθρώπων κατάφερε —με επιμονή, γνώση και αφοσίωση— να δημιουργήσει κάτι που άλλαξε τη ζωή πολλών παιδιών. Με την κ. Δάκου να εμψυχώνει και να ανοίγει δρόμους, υπηρέτησαν ένα επιστημονικό όραμα που άφησε αποτύπωμα στην ιατρική ιστορία στη χώρα μας.

Αντί επιλόγου: «Τι φταίει που δεν νιώθουμε ικανοποιημένοι;»

Λίγες ημέρες μετά τη συνάντησή μας, η κ. Δάκου διάβασε το βιβλίο του Ρωμανού Γεροδήμου που της είχε αφήσει φεύγοντας και μας έστειλε χειρόγραφα τις παρακάτω σκέψεις — έναν προσωπικό στοχασμό για τη νέα γενιά και τον τρόπο που βιώνει τη ζωή σήμερα.

«Η διαδρομή που σκιαγραφήθηκε προσφέρεται για στοχασμό. Η γενιά μας, παρά τις δυσκολίες που συνάντησε στην προσπάθειά της να δημιουργήσει έργο, ένιωθε —ή έτσι τουλάχιστον νομίζαμε— αρκετά ικανοποιημένη και ανθεκτική απέναντι στις δυσκολίες. Έρχομαι, λοιπόν, στο καίριο ερώτημα: τι φταίει και η νέα γενιά δεν νιώθει ικανοποιημένη, αλλά μοιάζει χαμένη μέσα σε έναν κόσμο ξένο, διαρκώς αναζητώντας κάτι άλλο; Βιώνει περισσότερο άγχος, κατήφεια, κατάθλιψη, αδιέξοδα. Ποιος θα μας απαντήσει; Προφανώς κάτι μας διαφεύγει.

Είναι άραγε η απληστία; Ο κορεσμός; Η αδυναμία επιλογής ανάμεσα σε όσα μας προσφέρονται; Όμως όλα αυτά αφορούν υλικά αγαθά — δεν αγγίζουν την ψυχή μας. Ίσως αυτό που λείπει είναι η άυλη δωρεά: η αγάπη, η δοτικότητα, η αληθινή φιλία.

Μήπως η διαρκής επικοινωνία με αγνώστους —που έχει γίνει πλέον καθημερινότητα— αλλοιώνει τον ανθρωπισμό μας και μας στερεί πολύτιμες αξίες; Και, ίσως ακόμη πιο ανησυχητικό, μήπως πολλές φορές δεν πρόκειται για αγνώστους, αλλά για ανθρώπους γύρω μας που δεν γνωρίζουν τις ανάγκες της ψυχής μας;

Διάβασα το βιβλίο του Ρωμανού Γεροδήμου Οδηγός επιβίωσης στον 21ο αιώνα (εκδ. Athens Voice Book) και εντυπωσιάστηκα από τις επισημάνσεις του, αλλά και από τις προσεγγίσεις που προτείνει. Το βασικό μου ερώτημα είναι γιατί έχουμε περιπλέξει τόσο τη ζωή μας, ώστε να απαιτούνται ολοένα και πιο σύνθετες εμπειρίες για να νιώσουμε ικανοποίηση.

Ίσως η δημιουργικότητα που αναζητούμε να βρίσκεται τελικά σε μικρά, καθημερινά βήματα — όχι σε περίπλοκες διαδικασίες. Αν ανατρέξω στη δική μου ζωή, θα εντοπίσω δύσκολες και ευχάριστες στιγμές, αλλά οι αντιδράσεις μου ήταν φυσικά επακόλουθα, όχι αδιέξοδα.

Τι άλλαξε, λοιπόν; Οι επικοινωνίες έχουν επιταχυνθεί — κινητό, e-mail, διαδίκτυο. Κι όμως, βλέπουμε περισσότερο εκνευρισμό, λιγότερη ικανοποίηση, περισσότερη επιθετικότητα. Οι δρόμοι φαίνονται πιο εύκολοι — αλλά η ζωή μοιάζει πιο δύσκολη. Ίσως, αντί να αναζητούμε συνεχώς λύσεις, να χρειάζεται πρώτα να θέσουμε σωστά τα ερωτήματα. Ερωτήματα που αφορούν, τελικά, την πρόληψη».