Health & Fitness

Μπέντζαμιν Σποκ: Το 1946 και η επανάσταση στην ανατροφή των παιδιών

Ένας παιδίατρος και παιδοψυχίατρος που άλλαξε τον δυτικό κόσμο

A.V. Team
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Μπέντζαμιν Σποκ: Ένας πρωτοπόρος της ανατροφής των παιδιών με βιβλία-θεμέλια για την προοδευτική σκέψη στις ΗΠΑ

«Εμπιστευτείτε τον εαυτό σας στον ρόλο του γονέα. Ξέρετε περισσότερα απ’ όσα νομίζετε», ήταν η προτροπή του Μπέντζαμιν Σποκ που άλλαξε την ιδέα μας για την παιδική ηλικία και πρότεινε νέους τρόπους ανατροφής των παιδιών. Αν δούμε μέσα από τη λογοτεχνία πώς αντιλαμβανόμασταν τη ζωή και τα δικαιώματα των παιδιών στον 19ο αιώνα, θα διαπιστώσουμε ότι οι κοινωνίες μας έχουν αλλάξει ριζικά: μέχρι πριν από μισόν αιώνα, η παιδική εργασία επιτρεπόταν όπως επιτρέπονταν (επιβάλλονταν) οι σωματικές τιμωρίες ― τα παιδιά ήταν είτε ιδιοκτησία των γονιών τους ή είχαν εγκαταλειφθεί στην τύχη τους χωρίς το δίχτυ της κοινωνικής προστασίας που μας φαίνεται αυτονόητο σήμερα.

Το 1946 ο πόλεμος είχε τελειώσει, οι Ηνωμένες Πολιτείες έμπαιναν σε μια καινούργια περίοδο ευημερίας και στην Ευρώπη άρχιζε η ανοικοδόμηση: οι άνθρωποι ήθελαν να ξεχάσουν όχι μόνο τα βάσανα του πολέμου, αλλά ολόκληρο τον προπολεμικό κόσμο. Ο Μπέντζαμιν Σποκ ήταν 43 ετών —απόφοιτος του Γέιλ και του Κολούμπια, από όπου πήρε πτυχίο ιατρικής το 1929 (με τους υψηλότερους βαθμούς στην τάξη του), ειδικευμένος στην παιδιατρική και στην ψυχιατρική— όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο του με τίτλο «The Common Sense Book of Baby and Child Care». Ήταν ένα μεγάλο εκδοτικό φαινόμενο: μεταφράστηκε σε 39 γλώσσες κι από τότε πούλησε πάνω από 50 εκατομμύρια αντίτυπα ανατρέποντας την κοινή πεποίθηση ότι οι γονείς πρέπει να κρατούν απόσταση από τα παιδιά τους κι ότι η οικογένεια πρέπει να λειτουργεί ιεραρχικά με αυστηρούς κανόνες πειθαρχίας.

Οι θεωρίες και οι προτάσεις του Σποκ για την ανατροφή των παιδιών συνέπεσαν με τις γενιές του baby boom και συνέβαλαν στη φιλελευθεροποίηση των ηθών στον δυτικό κόσμο και ιδιαίτερα στις ΗΠΑ. Ήταν τέτοια η επιρροή του, ώστε οι συντηρητικοί πολιτικοί, μεταξύ των οποίων ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Σπύρος Άγκνιου, τον κατηγόρησαν για ηθικό αυτουργό του χιπισμού, του κύματος των αντιρρησιών συνείδησης στον πόλεμο του Βιετνάμ και γενικότερα της, κατά τη γνώμη τους, απαράδεκτης συμπεριφοράς της «κακομαθημένης» νεολαίας στις δεκαετίες του 1960 και 1970.

Ο Μπέντζαμιν Σποκ προσπάθησε να δείξει πόσο ευχάριστη μπορούσε να γίνει η εμπειρία των γονέων αν συνδύαζαν τις δικές τους ανάγκες με εκείνες των παιδιών τους κι αν η τεκνοποιία ήταν αποτέλεσμα απόφασης, όχι τύχης. Το βιβλίο του άρχισε να διαβάζεται σ’ αυτή την εποχή υψηλής γεννητικότητας και ταυτοχρόνως διαμάχης για την αντισύλληψη ― ένα από τα κεντρικά ζητήματα του φεμινισμού, που έβρισκε ανυπέρβλητα εμπόδια από την πλευρά των εκκλησιών. Ο Σποκ, αν και ήθελε να βοηθήσει τις οικογένειες να μεγαλώσουν υγιή παιδιά, δεν έκανε υποχωρήσεις· δεν προσπαθούσε να αρέσει σε όποιον έβλεπε τον κόσμο με προπολεμικά γυαλιά: στο «Παιδί και η φροντίδα του» (αυτός είναι ο ελληνικός τίτλος), εξέταζε και έκανε προτάσεις για τον θηλασμό και τον απογαλακτισμό, τις καθημερινές συνήθειες στην πορεία της ανάπτυξης του παιδιού, τα διατροφικά προγράμματα, τις παιδικές ασθένειες, τη μάθηση και το σχολείο, τα όρια της πειθαρχίας, καθώς και για μια σειρά ειδικά θέματα όπως οι σχέσεις με τον παππού και τη γιαγιά και η αντιζηλία μεταξύ των παιδιών. Με λίγα λόγια, επρόκειτο για μια επανάσταση που είχε ωριμάσει: η πατριαρχική οικογένεια χρειαζόταν μεταρρύθμιση.

© Wikimedia Commons

Στη διάρκεια του πολέμου στο Βιετνάμ, ο Σποκ έγινε ενεργός αντιφρονών μιλώντας ανοιχτά για απόσυρση των στρατιωτικών δυνάμεων από τη Ν.Α. Ασία. Για τον ίδιο, η δράση του υπέρ της ειρήνης ήταν ένας τρόπος να προστατέψει τα παιδιά στα οποία είχε αφιερώσει τη ζωή του. Αλλά οι απόψεις του τον έκαναν αντιπαθή σε ορισμένους κύκλους: το 1994 ο Σποκ απάντησε στις κατηγορίες στο βιβλίο του «A Better World for Our Children: Rebuilding American Family Values», όπου περιέγραφε πώς η θρησκευτική δεξιά απέδιδε την αντίθεση στον πόλεμο του Βιετνάμ στο βιβλίο «Το παιδί και η φροντίδα του». Τι σχέση μπορούσε να έχει η πρόταση για μια ανθρωπιστική ανατροφή με «την απουσία πατριωτισμού, την ανευθυνότητα και τις νεανικές εξεγέρσεις» που έκαναν τους πιο συντηρητικούς Αμερικανούς να τραβάνε τα μαλλιά τους; Πράγματι, στο «Παιδί και η φροντίδα του» ο Μπέντζαμιν Σποκ συμβούλευε τους γονείς να καθοδηγούν τα παιδιά με σταθερότητα, να ενθαρρύνουν τη συνεργασία τους και να απαιτούν ευγένεια.

Ο Σποκ δεν ήταν ο πρώτος που φιλελευθεροποίησε την ανατροφή των παιδιών: είχε προηγηθεί ο Αμερικανός παιδαγωγός και φιλόσοφος Τζον Ντιούι (1859- 1952), που τοποθετούσε στο επίκεντρο της διδασκαλίας τον μαθητή, όχι τη διδακτέα ύλη, και επέμενε ότι το σχολείο έπρεπε να είναι μια μικρογραφία εκκοσμικευμένης δημοκρατίας· όχι «προετοιμασία για τη ζωή», αλλά ζωή. Τα βιβλία του «Τα παιδαγωγικά μου πιστεύω», «Το σχολείο και η κοινωνία», «Σχολεία του αύριο» (που έγραψε με την κόρη του την Ίβλιν), «Δημοκρατία και Εκπαίδευση» και τέλος το «Πώς σκεφτόμαστε» αποτέλεσαν θεμέλια της προοδευτικής σκέψης στην Αμερική και έκαναν τον Ντιούι μεγάλο εχθρό της θρησκευτικής δεξιάς, η οποία, λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, έστρεψε τα πυρά της εναντίον του Μπέντζαμιν Σποκ. Στη Γαλλία, η Φρανσουάζ Ντολτό (1908-1988) παρουσίαζε παρόμοιες θέσεις για την ανατροφή των παιδιών, αν και συχνά έγραφε πράγματα που σήμερα ακούγονται εξωφρενικά: για να διατηρηθεί το κύρος της, σήμερα αποσιωπούνται οι θέσεις της για την αιμομειξία, που αποτελεί μείζον ταμπού στον πολιτισμό μας και θεωρείται μια από τις απαγορεύσεις που μας ξεχωρίζουν από τους πρωτόγονους ανθρώπους κι από τα ζώα.

Από μερικές πλευρές πάντως, η Ντολτό ήταν πιο συντηρητική από τον Ντιούι και τον Σποκ. Ίσως γι’ αυτό η Πάμελα Ντράκερμαν τιτλοφόρησε το βιβλίο της στο οποίο συγκρίνει τη γαλλική με την αμερικανική παιδαγωγική «French Children Don’t Throw Food»: ήταν μια διασκεδαστική μελέτη των ορίων που θέτουν οι Γάλλοι γονείς και που ίσως δεν θέτουν οι Αμερικανοί, με αποτέλεσμα τα γαλλάκια να μην τσιρίζουν, ενώ τα αμερικανάκια να είναι κακότροπα και απαιτητικά. Έπαιξε άραγε ρόλο στην εμφάνιση της Me-generation, της γενιάς των selfies και της υπερέκθεσης των προσωπικών δεδομένων, η φιλελεύθερη αντιαυταρχική παιδαγωγική του Μπέντζαμιν Σποκ; Ίσως. Αλλά, σημαντικό ρόλο έπαιξε επίσης η τεχνολογία, τα «μέσα» της επικοινωνίας και της αντανάκλασης του εαυτού.