Health & Fitness

Η πληρότητα της στιγμής

Η στήλη για το τρέξιμο στην πόλη

Αγγελική Κοσμοπούλου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η μουντάδα της μέρας δεν ήταν διόλου εμπνευστική για πρωινό τρέξιμο. Κοίταζα μέσα απ’ το τζάμι τη σκοτεινιά να βαθαίνει, να απλώνεται, κι όλο καθυστερούσα, όλο ανέβαλα την έξοδο, όλο αναρωτιόμουν αν τελικά χρειάζεται. Αν είναι αναγκαίο, τελικά, το τρέξιμο κάθε, μα κάθε Κυριακή. Κι έβλεπα την ώρα να περνά, μέχρι που άρχισα ανόρεχτα να ετοιμάζομαι πριν ξεπεράσω το όριο, πριν εγκαταλείψω.

Βγήκα στη γνώριμη διαδρομή μου. Λυκαβηττός, ανηφοροκατηφόρες με ευθείες ανάμεσα και με το βλέμμα σταθερό στο κέντρο της πόλης. Τρεις γύροι, ως συνήθως, για να κλείσει το δεκάρι της συνταγής μου. Στον πρώτο ξεκίνησα μαλακά και άφησα τα βήματα να ζεσταθούν, να θυμηθούν, να πάρουν ρυθμό. Τον τερμάτισα σαν να μην ήμουν εκεί, παρούσα με το σώμα, απούσα στη συνείδηση. Στο δεύτερο, ζεστή πια, έδωσα χώρο στις αισθήσεις. Να η μουσική που δυναμώνει στα ακουστικά, να το βλέμμα στα φρέσκα τριφύλλια που γέμισαν το λόφο, να η μυρωδιά από το χειμωνιάτικο χώμα. Όλο και πιο δυνατή η μουσική, όλο πιο ζωηρά τα χρώματα, όλο πιο εκμαυλιστικές οι μυρωδιές –η απόδειξη της ζωής στα πιο απλά υλικά της. Στον τρίτο γύρο, αυτή η γνώριμη αίσθηση της κατάκτησης. Μιας κατάκτησης ανεπαίσθητης στους άλλους μα τόσο οικείας στον δρομέα. Αίσθηση πως όλα τα μέρη της κίνησης έρχονται πια στη θέση τους.

Τα πόδια μετριάζουν την προσπάθεια, τα χέρια παύουν να ακολουθούν, η καρδιά σταματά να οδηγεί. Ναι, τρέχεις, κάποτε πιο γρήγορα και πιο δυνατά, μα η ελευθερία της στιγμής δεν αφήνει να φανούν οι ραφές της κίνησης. Το κορμί ησυχάζει στην ένταση κι ισορροπεί. Οι σκέψεις αναστέλλονται. Τρέχεις σαν να γεννήθηκες γι΄αυτό, σαν να γεννήθηκες μ’ αυτό. Τρέχεις χωρίς κούραση και προσπάθεια, ό,τι κι αν μοιάζεις να κάνεις. Βυθίζεσαι στη στιγμή. Υπάρχεις. Κι αν αφεθείς για λίγο εκεί, όλα αλλάζουν. Σε μια στιγμή με απροσδιόριστο χρονισμό, αόρατη στους άλλους, ορισμένη μόνον από μια εύθραυστη προσωπική αίσθηση, βρίσκεις το κέντρο σου. Γίνεσαι εσύ στην πληρότητά σου, τόσο εσύ όσο ποτέ.

Οι φίλοι του διαλογισμού αναζητούν τον εαυτό τους στην ησυχία και την ακινησία. Προσανατολίζονται σε μια στιγμή που, μέσα από την καταβύθιση στη σιωπή, φτάνουν στην αφετηρία τους. Το δοκίμασα για χρόνια, κι όπως όλα όσα με ταξίδεψαν, με έμαθαν ή με βοήθησαν –συνήθειες, πρακτικές κι άνθρωποι- το αναγνωρίζω σαν πολύτιμο στις αποσκευές μου. Από το διαλογισμό πήρα την πληρότητα της ενδοσκόπησης και τους τρόπους να την αναγνωρίζω. Βρήκα τρόπο σίγουρο να με πλησιάζω και να σπάω το σφιχτό μου κουκούλι, όταν χρειάζεται λίγη προσπάθεια παραπάνω. Για καλό ή για κακό, η ζωή μ’ έκανε να αφήσω πίσω την καθημερινή πρακτική που ακολούθησα καιρό. Αντίθετα, το τρέξιμο δεν το άφησα ποτέ. Κι όταν το άφησα, ακούσια πάντοτε, γρήγορα ξαναγύρισα σ΄αυτό -ή αυτό σ΄εμένα. Και παρά τις αλλαγές, στο σώμα, στο ρυθμό, στο στόχο ή στη δυσκολία, όλες οι φορές είχαν κάτι κοινό: την καταβύθιση σε έναν δικό μου κόσμο, την πληρότητα του εγώ. Στους ανοιχτούς δρόμους ή στο διάδρομο, με το χρονόμετρο στο χέρι ή χωρίς, πάντα βρήκα εκείνη τη μία στιγμή, φευγαλέα και ταυτόχρονα σίγουρη. Και με τη σιγουριά των χιλιομέτρων στα πόδια μου, ξέρω πως τρέχω τόσο για αυτήν όσο και για τη χαρά της κίνησης. Στην καθημερινή διαδρομή μου, κάθε γύρος έχει την ίδια αφετηρία, μα άλλο σκοπό. Στον πρώτο μαθαίνω τα βασικά: το σώμα μου και τα βάρη του, την κατάστασή της στιγμής, την εποχή, τις συνθήκες. Στον δεύτερο νιώθω. Απλώνω το βλέμμα, ακούω τη μουσική, θυμάμαι, ανοίγομαι σε εικόνες και μυρωδιές. Αφήνομαι κι ελευθερώνομαι, ρήματα σπάνια για τη ζωή, ευπρόσδεκτα στην κάθε μέρα. Στον τρίτο βυθίζομαι στην ιδιότυπη συνθήκη του δρομέα.

Ανάμεσα στην κίνηση και στη στάση, στην ύπαρξη και στην ανυπαρξία, στη συνειδητότητα και στο χάσιμο. Υπάρχω ξεκινώντας από το κέντρο μου. Μαθαίνω, όχι μόνο για τα όριά μου και την υπομονή, όχι μόνο για τη δύναμη και την αντοχή. Μαθαίνω εμένα και ξετυλίγω το κουβάρι μου. Δεν ξέρω πόσο κρατάει ούτε πώς αρχίζει, δεν με νοιάζει να αποκωδικοποιήσω τις συνθήκες. Αναγνωρίζω την αλήθεια και την πληρότητα της στιγμής -κι αυτό αρκεί.