Health & Fitness

Χ. Φλωρδέλλης: Μια συζήτηση με τον ομότιμο καθηγητή Φαρμακολογίας

«Το εγχείρημα της Ιατρικής Ακριβείας δεν είναι απλώς μια νέα θεραπευτική και προληπτική προσέγγιση, αντιπροσωπεύει μια αναθεωρημένη αντίληψη για τη νόσο και την αντιμετώπισή της»

Θανάσης Δρίτσας
18’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Χριστόδουλος Φλωρδέλλης: Μια συζήτηση για τα επιστημολογικά, οντολογικά και βιοηθικά ζητήματα που προκύπτουν από με την εκρηκτική εξέλιξη της βιολογίας.

Έχω την πολύ μεγάλη τύχη να γνωρίζω «εξ απαλών ονύχων» τον καθηγητή Χριστόδουλο Φλωρδέλλη (*). Από την εποχή που ήμουν νεαρός φοιτητής της ιατρικής ο κ. Φλωρδέλλης υπήρξε πάντα για εμένα πρότυπο ήθους, επιστημονικής αριστείας και πηγή έμπνευσης. Εκείνη την εποχή ήταν εκείνος που μου σύστησε το μνημειώδες βιβλίο του νομπελίστα βιοχημικού Jacque Lucien Monod με τίτλο «Η τύχη και η αναγκαιότης» - το βιβλίο εκείνο θεωρώ ότι πυροδότησε στη συνέχεια το κρυμμένο πάθος μου για την έρευνα στις βιολογικές επιστήμες. Ήξερε αφενός να ακούει με ευήκοα ώτα τα επιστημονικά μου ερωτήματα, αφετέρου να μοιράζεται -με φιλόσοφο πνεύμα- τις μεταφυσικές μου αγωνίες. Επίκεντρο όμως όλων των διαχρονικών επιστημονικών μας διαλόγων θεωρώ ότι υπήρξε όχι η στείρα επιστημονική γνώση αλλά η περιπέτεια του «ανθρώπου» ιδωμένη ευρύτερα (και) μέσα από τα μάτια της επιστήμης. Ο κ. Χριστόδουλος Φλωρδέλλης υπήρξε επί 20ετία Καθηγητής και επί 15ετία και Διευθυντής του Εργαστηρίου Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής Πατρών. Αναπληρωτής Πρόεδρος και Πρόεδρος του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει θητεύσει σε θέσεις διοικητικής ευθύνης για το φάρμακο σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Τα ευρύτερα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην τομή της θεωρίας της Βιολογίας-Ιατρικής, Φιλοσοφίας και Ψυχαναλυτικής θεωρίας. Σήμερα είναι Ομότιμος Καθηγητής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Κάθε φορά που συνομιλώ με τον υπέροχο αυτόν «άνθρωπο-επιστήμονα» υφίσταμαι μια ανανέωση σε πολλαπλά επίπεδα. Κατά την διάρκεια της παρούσας συνέντευξης συζητήσαμε τα ερωτήματα, που βάζει η καταιγιστική πρόοδος της βιολογίας, τα οποία κατά τον καθηγητή Φλωρδέλλη είναι πλέον επιστημολογικά και οντολογικά και όχι μόνο βιοηθικά.

Ακολουθεί η συζήτηση με τον καθηγητή Φαρμακολογίας Χριστόδουλο Φλωρδέλλη

Είσαι φαρμακολόγος με μακρόχρονη πανεπιστημιακή εμπειρία στη Φαρμακολογία. Τι είναι εκείνο, που καθιστά τη Φαρμακολογία ιδιαίτερη στην εποχή της Βιολογίας και της Ιατρικής Ακριβείας (ΙΑ);
Σε ευχαριστώ για τη φιλοξενία της συζήτησής μας, αλλά και γιατί εύστοχα ξεκινάς με τη Φαρμακολογία. Σε αντιδιαστολή προς τις άλλες βασικές ιατρικές ειδικότητες, που περιγράφουν τις δομές ή λειτουργία των έμβιων και τη διαταραχή τους στη νόσο, η Φαρμακολογία παρεμβαίνει και τις τροποποιεί, με σκοπό να ανατάξει τη διαταραχή, που επιφέρει η νόσος. Δηλαδή η Φαρμακολογία είναι καταστατικά παρεμβατική. Αυτός ο χαρακτήρας της την κάνει συζυγή με τις τεχνολογίες γενετικής μηχανικής (Genetic engineering), που αναπτύχθηκαν από το ~1970 και εξής και τη συνθετική βιολογία (Synthetic Biology) των ημερών μας, δηλαδή εγχειρήματα κατεξοχήν παρεμβατικά στο DNA και τα άλλα πληροφοριακά μακρομόρια του κυττάρου. Θεωρώ λοιπόν, ότι αυτός είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η είσοδος της μοριακής βιολογίας και της μοριακής γενετικής στη θεραπευτική, στο πλαίσιο και της Ιατρικής Ακριβείας (ΙΑ), γίνεται ακριβώς κατά μεγάλο μέρος μέσω της Φαρμακολογίας. Επιπλέον, η Φαρμακολογία δε λειτουργεί μόνο σαν πύλη εισόδου της σύγχρονης βιολογίας στην ιατρική, αλλά υφίσταται και η ίδια ένα ριζικό μετασχηματισμό: η σύγκλιση της Μοριακής Βιολογίας με τη Φαρμακολογία παρέχει στην τελευταία νέα εργαλεία φαρμακολογικής παρέμβασης, αλλά και τη μοριακή κατανόηση της νόσου και τη λεπτομερή μοριακή αποσαφήνιση των σχετιζόμενων με τη νόσο-στόχων. Σαν αποτέλεσμα, η φαρμακολογία σήμερα παράγει όχι απλώς νέα φάρμακα, αλλά φάρμακα νέου είδους: Τα κλασικά φάρμακα - μικρού μοριακού βάρους προϊόντα χημικής σύνθεσης - αποσκοπούσαν και εξακολουθούν να κατευθύνονται στη συμπτωματική ανακούφιση ή να παρεμβαίνουν στους αδρούς βιοχημικούς μηχανισμούς της νόσου. Σε αντιδιαστολή, τα βιολογικά φάρμακα, δηλαδή τα προϊόντα μεθόδων γενετικής μηχανικής σε έμβια συστήματα, αλλά και οι στοχεύουσες εν γένει θεραπείες, έχουν μεγαλύτερη επιλεκτικότητα στη στόχευσή τους και γι αυτό υψηλότερη αποτελεσματικότητα και ασφάλεια και προ πάντων μεγαλύτερη διείσδυση: Κατευθύνονται συχνά και στην αιτία της νόσου, που όπως προαναφέραμε αποσαφηνίζεται σήμερα όλο και περισσότερο. Και όχι μόνο η νόσος, αλλά και η υγεία (η αναβάθμισή της, η βελτίωσή της) γίνεται αντικείμενο παρεμβάσεων. Αναφέρω ενδεικτικά, πέρα από τα γνωστά σε όλους πλέον μονοκλωνικά αντισώματα και τις εξελιγμένες μορφές τους (αμφιειδικά αντισώματα, αντισώματα συζευγμένα με φάρμακα/τοξίνες κ.ά) και τις ανασυνδυασμένες-υβριδικές πρωτεΐνες, μια σειρά προϊόντων, τα λεγόμενα προηγμένα φάρμακα (Advanced Therapy Medicinal Products (ATMPs), που περιλαμβάνουν τα εργαλεία για γονιδιακή θεραπεία, τις κυτταρικές θεραπείες και προϊόντα ιστικής μηχανικής. Αξίζει να σημειώσουμε ότι στην κυτταρική θεραπεία με CAR-T-cells (Chimeric Antigen Receptor (CAR), T λεμφοκύτταρα, που λαμβάνονται από τον ασθενή, υποβάλλονται εκτός του σώματος (ex vivo) σε επαναπρογραμματισμό με μεταφορά γονιδίων και στη συνέχεια επαναχορηγούνται σαν «ζώντα φάρμακα» («living drugs») για να αναγνωρίσουν και προσβάλλουν τα καρκινικά κύτταρα του ασθενούς.

Στο πλαίσιο της φαρμακευτικής καινοτομίας στην οποία αναφέρεσαι, ποια είναι η θέση των καινοτόμων τεχνικών CRISPR/Cas9, επεξεργασίας του γονιδιώματος;
Το θέμα αξίζει πραγματικά ένα ξεχωριστό σχολιασμό. Το σύστημα CRISPR ανακαλύφθηκε ως ένα φυσικό σύστημα άμυνας των βακτηρίων έναντι ιογενών λοιμώξεων και εφευρέθηκε σαν πανίσχυρο εργαλείο γονιδιωματικής τεχνολογίας. Στη φυσική του μορφή το σύστημα CRISPR (Clustered Regularly Interspaced Short Palindromic Repeats) αναγνωρίζει και διασπά DNA από ιούς, αλλά οι E. Charpentier και J Doudna (Βραβείο Nobel Χημείας, 2020) αλλά και άλλοι εξέχοντες γενετιστές και βιοτεχνολόγοι του πεδίου αυτού, απέδειξαν ότι η λειτουργία του CRISPR μπορεί να προγραμματιστεί, ώστε να αναγνωρίζει και να διασπά οιοδήποτε μόριο DNA, σε μια προκαθορισμένη θέση. Στην επιλεκτική αυτή θέση ρήξης του DNA είναι στη συνέχεια εύκολο το κατά προτίμηση «ξαναγράψιμο» του γενετικού προγράμματος της ζωής, δηλαδή η ανακατασκευή της φύσης.
Η δυνατότητα αυτή είναι η κορύφωση του εγχειρήματος γενετικής μηχανικής, που άρχισε τη δεκαετία του ’70 και οδήγησε προοδευτικά στην κλασική γονιδιακή θεραπεία, όπως αυτή διενεργείται σήμερα (π.χ. στη θεραπεία της νωτιαίας μυϊκής ατροφίας ή της θαλασσαιμίας). Σε αντίθεση όμως με τις τρέχουσες γονιδιακές θεραπείες, οι οποίες εισάγουν στον οργανισμό υγιή αντίγραφα ενός ελαττωματικού γονιδίου, η CRISPR τεχνολογία μπορεί να διορθώνει επιτόπου το ίδιο το ελαττωματικό γονίδιο. Αντιπροσωπεύει, δηλαδή, παρέμβαση στο ίδιο το γονιδίωμα. Αυτός ο ποιοτικά διαφορετικός χαρακτήρας παρέμβασης, προσδίδει στην προηγμένη Φαρμακολογία ένα καινοφανή χαρακτήρα: τη δυνατότητα όχι μόνο να τροποποιεί, όπως προανέφερα, προ-υπάρχουσες λειτουργίες - όπως είναι ο καταστατικός χαρακτήρας της - αλλά δυνητικά και να εισάγει νέες λειτουργίες. Βλέπετε λοιπόν πώς μια επανάσταση στη μοριακή γενετική, μέσω της συζυγίας της με τη φαρμακολογία, επιφέρει ένα θεμελιώδη μετασχηματισμό του χαρακτήρα της τελευταίας.
Η τεχνολογία CRISPR/Cas9 είναι προγραμματίσιμη, ώστε να κατευθύνεται η δράση της με ακρίβεια σε γονιδιακή θέση, που θέλουμε να επιδιορθώσουμε. Με προφανή θεραπευτική αξία. Παράδειγμα αποτελούν τα (μονογονιδιακά) νοσήματα, που προκαλούνται από μεταλλάξεις ενός γονιδίου, όπως είναι η δρεπανοκυτταρική αναιμία και η κυστική ίνωση, μεταξύ άλλων. Επίσης, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να στοχεύσει ταυτόχρονα πολλά γονίδια, μια δυνατότητα με μεγάλη σημασία για τη σπουδή των πολυγονιδιακών νοσημάτων, στα οποία πολλά γονίδια συμβάλλουν στην παθογένεια της νόσου.
Αυτή τη στιγμή το σύστημα CRISPR/Cas9 βελτιστοποιείται σε ζωικά μοντέλα νόσου, ενώ οι πρώτες τρέχουσες CRISPR κλινικές δοκιμές, σε αρκετές θεραπευτικές περιοχές, είναι ακόμη σε πολύ πρώϊμα στάδια. Προσδοκάται όμως, από τους πρωταγωνιστές της τεχνολογίας αυτής, ότι θα επιχειρηθούν μεσο-μακροπρόθεσμα προληπτικού χαρακτήρα παρεμβάσεις με εξάλειψη παραγόντων κινδύνου στο επίπεδο του γονιδιώματος, για ενίσχυση της ανθεκτικότητας σε νοσήματα (όπως π.χ. νόσος Altzheimer’s ή καρδιαγγειακή νόσος). Επίσης, διαφαίνεται ότι θα επιχειρηθεί η εφαρμογή της τεχνολογίας CRISPR και για την αναβάθμιση της υγείας, μέσω παρεμβάσεων στο έμβρυο με επιλογές για ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. μεγαλύτερο ύψος, διαφορετικό χρώμα ματιών και αρκετά άλλα-ένα εγχείρημα, που έχει χαρακτηρισθεί σαν «Προσχεδιασμός του ανθρώπου».

Tα ηθικά και κοινωνικά ζητήματα που προφανώς δημιουργούνται από τη δυνατότητα επεξεργασίας του γονιδιώματος, έχουν κάτι το ιδιαίτερο;
Όπως παλιότερα, τη δεκαετία του 1970, η γενετική μηχανική (genetic engineering), έτσι και τώρα η γονιδιωματική τεχνολογία εγείρει, πράγματι, ζητήματα ηθικά και κοινωνικά. Κυρίως όμως έχει καινοφανείς συνεπαγωγές οντολογικού χαρακτήρα, πάνω στις οποίες πρέπει να αναστοχαστούμε. Θεωρώ ότι με τη δυνατότητα να «ξαναγράφεται» το γονιδίωμα, δηλαδή να ανακατασκευάζεται η φύση: (α) υλοποιείται και ενισχύεται μια μεταλλαγή στη θεώρηση της ανθρώπινης φύσης και του σώματος: Για τη νέα βιολογία δεν υπάρχει μια σταθερή έννοια της ανθρώπινης φύσης και το σώμα δεν είναι κάποιο φυσικό δεδομένο, οριστικό και αμετάλλακτο, αλλά τείνει να θεωρηθεί περισσότερο σαν κατασκευή. Δηλαδή κάτι τροποποιήσιμο και διαμορφώσιμο από τις επιλογές του ατομικού φορέα του ή δυνατότητα επινόησης από το κοινωνικό σύνολο στο οποίο περιλαμβάνεται. Και σε κάθε περίπτωση αντικείμενο όχι απλώς θεωρητικής σπουδής, αλλά και ριζικής μετασκευής από τον τεχνο-εργαλειακό, χρησιμοθηρικό ορθολογισμό. Θα τολμούσα να υποστηρίξω ότι στην εκδοχή αυτή του σώματος διατηρούνται, στην ουσία του Διαφωτιστικού Παραδείγματος, στοιχεία μιας βύθιας πνευματοκρατικής υποτίμησης του σώματος και της έμβιας φύσης. Στη νεωτερικότητα, το σώμα και η ύλη ευρύτερα, επανέρχεται από τη νεο-πλατωνική υποτίμησή του, όμως όχι ως μέρος της ενότητας «του όλου» ανθρώπου, αλλά ως αντικείμενο και μάλιστα με εγγενή την πλημμέλεια της φύσης του και με την ανάγκη διόρθωσής της από τον παντοδύναμο βιοτεχνολογικό ορθολογισμό. (β) Ως αντικείμενο γνώσης και βιοτεχνολογικής παρέμβασης το σώμα γίνεται πρόσφορο αντικείμενο βιο-πολιτικού ελέγχου. Η εφαρμογή των γονιδιωματικών τεχνολογιών, η εντεινόμενη βιο-ιατρικοποίηση, η ψηφιακή μεταγλώττιση των βιολογικών -ομικών δεδομένων και η ηλεκτρονική αρχειοθέτηση βιομετρικών στοιχείων των ασθενών, ενισχύουν τη διείσδυση του πολιτικού ελέγχου και των μηχανισμών εξουσίας στις διεργασίες της βιολογικής ζωής, και καθιστούν το σώμα «βιοπολιτικό». Με θεμελιώδη επιδίωξη την κανονικοποίηση των διεργασιών της ανθρώπινης ζωής, και τον ανεπαίσθητο, και γι αυτό αποδεκτό, έλεγχο του σώματος, με βάση και την αυθεντία των νέων αλγοριθμικών αποφάνσεων του τεχνο-ψηφιακού βιο-ιατρικού συστήματος. Τα οντολογικά αυτά ζητήματα, μένουν εκτός της τρέχουσας συζήτησης, γιατί παρακάμπτονται από μια ιδεολογία ανεπιφύλακτου βιολογισμού, τον οποίο εμπνέουν τα όντως συναρπαστικά τεχνο- εργαλειακά επιτεύγματα της Βιολογίας. Αλλά και διότι η τρέχουσα Βιοηθική, ως σχεδόν αποκλειστική πλατφόρμα συζήτησης, τα μετασκευάζει σε απλώς αξιακά, δεοντολογικά και νομικο-κρατικά διλήμματα.

Η ιατρική μέχρι σήμερα θεραπεύει την νόσο περισσότερο και λιγότερο τον συγκεκριμένο ασθενή. Πόσο μακριά είμαστε σήμερα από προσωποποιημένη φαρμακοθεραπεία ή γενικότερα εξατομικευμένη ιατρική αγωγή (personalized medicine) και ποια είναι η συνεισφορά της μοριακής γενετικής στο αντικείμενο αυτό;
Στην κλασική προσέγγιση (one-size-fits-all) για τη διαχείριση της νόσου, η θεραπεία και οι στρατηγικές πρόληψης της νόσου αναπτύσσονται για το μέσο ασθενή, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι διαφορές μεταξύ των ατόμων. Σαν αποτέλεσμα, οι θεραπείες μπορεί να είναι πολύ αποτελεσματικές σε κάποιους, αλλά όχι σε άλλους ασθενείς. Αντίθετα, στην Ιατρική Ακριβείας (IA) πρόληψη και θεραπεία προσαρμόζονται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της νόσου κάθε επιμέρους ασθενούς. Μακροπρόθεσμος σκοπός της ΙΑ είναι η μετάβαση της Ιατρικής από την τρέχουσα, συμβατική προσέγγισή της, στην αποκαλούμενη Ιατρική των τεσσάρων «Ρ» («P4 medicine»: Predictive, Preventive, Personalised and Participatory).
Θα ήθελα να σχολιάσω εδώ ότι η ιατρική μέριμνα, στην ΙΑ, κατευθύνεται προς τον ασθενή όχι σαν μοναδική και ανεπανάληπτη προσωπική ετερότητα (όπως θα μπορούσε κανείς να υποθέσει από μια ανακριβή ερμηνεία του «personalized medicine»), αλλά στον ασθενή σαν φορέα ενός ιδιαίτερου, βιο-νοσολογικού αποτυπώματος. Η μετάβαση λοιπόν γίνεται από τη νόσο ως υποτιθέμενη γενική, ενιαία και ομοιογενή οντότητα (π.χ. σχιζοφρένεια, υπέρταση, καρκίνος κοκ), στη νόσο του ασθενούς σαν εξατομικευμένη οντότητα με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γονιδιακά, μοριακά, κλινικά, ιστολογικά, απεικονιστικά κοκ. Με την παραδοχή ότι αυτό το ιδιαίτερο βιο-νοσολογικό αποτύπωμα του ασθενούς μεταβάλλεται στο χρόνο. Π.χ. ο καρκίνος στην αρχή δεν είναι μόνο πιο περιορισμένος, πιο εντοπισμένος, είναι και διαφορετικός σε σχέση με την εξελιγμένη νόσο. Και το σημαντικότερο η βιολογική του ταυτότητα επηρεάζεται από τη θεραπεία, αλλά και επηρεάζει με τη σειρά της τις περαιτέρω θεραπευτικές αποφάσεις. Η εξατομίκευση της θεραπείας είναι μια δυναμική και εξελισσόμενη διαδικασία.

Με ποιο συγκεκριμένο τρόπο μπορεί να εκτιμηθεί η γενετική προδιάθεση συγκεκριμένου ασθενούς για κάποια νόσο;
Γνωρίζοντας το γονιδιακό προφίλ συγκεκριμένου ατόμου είναι δυνατόν να ποσοτικοποιηθεί με ακρίβεια η γενετική επιρρέπειά του για ένα χαρακτηριστικό ή νόσο, πριν αυτή εκδηλωθεί κλινικά. Αυτό επιτυγχάνεται με τον αλγοριθμικό υπολογισμό του δείκτη πολυγονιδιακού κινδύνου (polygenic risk score, (PRS), για μια συγκεκριμένη νόσο, λαμβάνοντας υπόψη τη συχνότητα και τη διεισδυτικότητα των γενετικών πολυμορφισμών (μεταλλάξεων) κινδύνου του ατόμου για ορισμένο φαινότυπο (όπως λ.χ. καρδιαγγειακή νόσο). Με τη σειρά τους οι γενετικοί πολυμορφισμοί κινδύνου, πάλι για ορισμένη νόσο, έχουν γίνει γνωστοί από μεγάλης κλίμακας κλινικές γενετικές μελέτες συσχέτισης ειδικών γενετικών πολυμορφισμών με συγκεκριμένη νόσο. Γνωρίζοντας τον κίνδυνο να εμφανίσει κάποιος μια συγκεκριμένη νόσο βοηθάει στη λήψη μέτρων πρόληψης ή έγκαιρης ανίχνευσης, οπότε είναι ευκολότερη και η θεραπεία, ή και ειδικής θεραπείας πριν την εκδήλωση της νόσου. Σε ορισμένες περιπτώσεις ασθενειών, εκτός από το γενετικό κίνδυνο υπολογίζεται και η συνολική πιθανότητα νόσησης, λαμβάνοντας υπόψη και το προφίλ των -ομικών αναλύσεων και άλλους παράγοντες, όπως το οικογενειακό ιστορικό, περιγεννητικές επιπλοκές, κάπνισμα, παχυσαρκία κλπ., ώστε να προβλέπεται πώς θα εξελιχθεί μία νόσος και πόσο καλή θα είναι η απόκριση σε ορισμένη θεραπεία. Αλλά, αν μπορώ να επανέλθω στην Ιατρική Ακριβείας, πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι: το εγχείρημα της ΙΑ δεν είναι απλώς μια νέα θεραπευτική και προληπτική προσέγγιση. Για να γίνουν εφικτοί οι στόχοι της ΙΑ και μάλιστα η πρόληψη της νόσου, δεν αρκεί να μεταφέρουμε την τρέχουσα ιατρική σε πρωϊμότερο χρόνο. Χρειάζεται μια άλλη ιατρική αντίληψη για το πώς ορίζεται και πώς αντιμετωπίζεται η νόσος. Η ΙΑ αντιπροσωπεύει μια αναθεωρημένη αντίληψη για τη νόσο και την αντιμετώπισή της.

Τι εννοείς ως αναθεωρημένη αντίληψη της νόσου;
Πολύ συνοπτικά: Στο τρέχον, συμβατικό σύστημα ταξινόμησης, που είναι συνέχεια εκείνου που άρχισε τον 19ο αι., η έμφαση είναι στον έκδηλο κλινικό φαινότυπο της νόσου και την απλή συσχέτισή του με τα παθολογικά, ανατομικά και ιστοπαθολογικά, ευρήματα σε ορισμένο όργανο. Το σύστημα αυτό έχει πρακτική κλινική χρησιμότητα, αλλά όμως και σημαντικούς περιορισμούς. Ο πιο σημαντικός είναι, ότι δεν επιτρέπει το σχεδιασμό προληπτικών στρατηγικών, επειδή δεν είναι αρκετά ευαίσθητο να διαγνώσει τις απαρχές, τις πρώϊμες διαταραχές, της νόσου που δεν είναι ακόμη κλινικά έκδηλη. Πρόσθετα, οι κλινικοί φαινότυποι της νόσου στο σύστημα αυτό είναι πολύ γενικοί, ώστε είναι δυνατό να διαφεύγουν μικρές, αλλά δυνητικά σημαντικές διαφορές μεταξύ των ασθενών. Επίσης, στο τρέχον αναγωγιστικό σύστημα κατάταξης δεν υπάρχει επιστημολογικό περιθώριο για ενσωμάτωση και κλινική αξιοποίηση του αυξανόμενου αριθμού (γονιδιακών, μοριακών) συντελεστών του παθολογικού φαινοτύπου της νόσου.
Τα πράγματα είναι διαφορετικά με τη θεώρηση της νόσου στη δικτυακή Ιατρική (network medicine), όπου η εννοιολόγηση, η ταξινόμηση και η θεραπεία της νόσου, γίνεται με βάση τους υποκείμενους μηχανισμούς (γονιδιακούς ή μοριακούς βιολογικούς), τους οποίους καταλαβαίνουμε όλο και καλύτερα. Η σχηματική τους αναπαράσταση με τη μορφή δικτύων, είναι χρήσιμη στο να αναδειχθούν οι πολύπλοκες συνδέσεις των αλληλεπιδρώντων στοιχείων (γονιδιακών, πρωτεωμικών, μεταβολικών και περιβαλλοντικών), και οι λειτουργικές ενότητες (modules) που δημιουργούνται. Κάποιες από τις λειτουργικές ενότητες καθορίζουν τη νόσο, άλλες δρουν τροποποιητικά στη νόσο, και άλλες προσδιορίζουν την εμφάνιση ενδιάμεσων παθοφαινοτύπων (λ.χ. φλεγμονή, θρόμβωση κοκ).
Προκειμένου να χαρακτηρισθούν οι πολύπλοκες σχέσεις νόσου - με γονίδια και σχέσεις μεταξύ νόσων, όπως προκύπτουν από καταχωρήσεις στη βάση δεδομένων OMIM (Online Mendelian Inheritance in Man), ή τα αποτελέσματα από ευρείας γονιδιωματικής κλίμακας μελέτες συσχέτισης γονοτύπων-φαινοτύπων (Genome Wide Association studies, GWAs), έχει αναπτυχθεί η έννοια του δικτύου ανθρώπινης νόσου (human disease network). Αυτό αναπαριστά γραφικά, νοσήματα που συνδέονται μεταξύ τους, εάν έχουν κοινό τουλάχιστον ένα γονίδιο στο οποίο μεταλλάξεις συσχετίζονται και με τα δύο νοσήματα.
Δίκτυο της Ανθρώπινης Νόσου (Human Disease Network). Κάθε κόμβος στο δίκτυο αντιστοιχεί σε μια διακριτή νόσο, ενώ το χρώμα του κόμβου δηλώνει την κατηγορία (νευρολογική νόσος, καρκίνος κοκ) στην οποία ανήκει η νόσος Το μέγεθος του κάθε κόμβου είναι ανάλογο του αριθμού των γονιδίων, που συμμετέχουν στην αντίστοιχη νόσο. Δύο κόμβοι (νοσήματα) συνδέονται εάν έχουν κοινό τουλάχιστον ένα γονίδιο, στο οποίο μεταλλάξεις συσχετίζονται και με τα δύο νοσήματα.
Η πλατφόρμα αυτή επιτρέπει τη διερεύνηση των επιδράσεων των γονιδιακών μεταλλάξεων σε όλα τα νοσήματα ταυτόχρονα και όχι σε ένα μόνο νόσημα κάθε φορά. Και παρέχει τη δυνατότητα να διακρίνουμε γενικές αρχές και μοτίβα (patterns) σχέσεων ανάμεσα στα νοσήματα, που δε διακρίνονται εύκολα με την αναγωγιστική μελέτη μεμονωμένων νόσων. Τα πλεονεκτήματα αυτά είναι χρήσιμα για τη συνοδό ψηφιοποίηση και τις διαδικασίες τεχνητής νοημοσύνης.
Όλα τα παραπάνω δρουν επαγωγικά στον αναγκαίο επαναπροσδιορισμό των κλινικών φαινοτύπων και την προοδευτική επαναταξινόμηση των νόσων, που είναι αναγκαία στο πλαίσιο της Ιατρικής Ακρίβειας.

Περαιτέρω, εκτός από την αναθεώρηση της νόσου, το εγχείρημά της Ιατρικής Ακριβείας (ΙΑ) συνυφαίνεται με μια σειρά αναθεωρήσεων και αλλαγών δομικού χαρακτήρα, όπως περιληπτικά:

  1. Η σύγκλιση της ιατρικής πρακτικής με την υπολογιστική επιστήμη, την ψηφιακή τεχνολογία και την τεχνητή νοημοσύνη και τις υποδομές τους, για την υποβοήθηση των εξατομικευμένων θεραπευτικών αποφάσεων βασισμένων στην απαρτίωση των μεγάλης κλίμακας –ομικών δεδομένων.
  2. Παράλληλα, αλλάζει και ο τρόπος παροχής υπηρεσιών υγείας. Ενώ βεβαίως στρέφεται εξατομικευμένα προς τον ασθενή, λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τις ανάγκες και επιλογές του (patient engagement), δεν είναι πλέον άμεση, αλλά εν πολλοίς διαμεσολαβείται. Δηλαδή μεταξύ ασθενούς και γιατρού παρεμβάλλεται ένα δίκτυο ανθρώπων, οργανισμών, ψηφιακών τεχνολογιών και τεχνητής νοημοσύνης (ΑΙ)), που είναι αναγκαία για να επιτευχθεί ο συντονισμός και η αποδοτική οργάνωση των πολλών εμπλεκόμενων στην παροχή «ολοκληρωμένης φροντίδας» (integrated care) στο πλαίσιο της IA. Αυτό περιλαμβάνει και την αποκέντρωση των παρεχόμενων υπηρεσιών τριτοβάθμιας φροντίδας από το νοσοκομείο στον ασθενή στο σπίτι.
  3. Αναβαθμίζεται η Πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας, που καθίσταται εξωστρεφής με ενεργό τροπή προς τον ασθενή και την κοινότητα, με έμφαση τις στρατηγικές πρόληψης, αντί της εκ των υστέρων διαχείρισης.
  4. Ακόμα, μετασχηματίζεται η βιο-ιατρική έρευνα στο πλαίσιο της ΙΑ, εφαρμόζοντας τις τεχνολογίες της βιολογίας των συστημάτων, με –ομικές προσεγγίσεις, πάνω στους μηχανισμούς της νόσου και κλινική έρευνα με βάση τα δεδομένα του υπαρκτού κόσμου (Real World Data). Σε βασικότερο επίπεδο αξιοποιεί καινοτόμες τεχνικές έρευνας, όπως η γονιδιωματική τεχνολογία (CRISPR) και τα οργανοειδή (organoids), δηλαδή μικροσκοπικές, τρισδιάστατες συναθροίσεις κυττάρων, που προέρχονται από βλαστικά κύτταρα και αντιπροσωπεύουν σε in vitro καλλιέργεια, όργανα στα οποία εκδηλώνεται η νόσος. Το σύστημα αυτό είναι χρήσιμο για δοκιμασία υπό ανάπτυξη φαρμακευτικών προϊόντων αλλά και βάση προηγμένης μηχανικής ιστών.
  5. Τέλος, αναπτύσσονται οι Τεχνολογίες Αξιολόγησης Υγείας (HTA, Health Technology Assessment) για την απρόσκοπτη, έγκαιρη και ισότιμη πρόσβαση ασθενών στη φαρμακευτική καινοτομία, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την οικονομική βιωσιμότητα του συστήματος Υγείας.

Η πρόοδος στην μοριακή γενετική έχει συνδεθεί με έναν αναγωγισμό και γενετικό ντετερμινισμό, την άποψη ότι τα γονίδια δηλαδή καθορίζουν απόλυτα την βιολογική μας τύχη. Χρειάζεται και είναι δυνατόν να υπερβαθούν οι προσεγγίσεις αυτές;
Γνωρίζεις ότι η αναγωγιστική μεθοδολογία υπήρξε προϋπόθεση της προόδου της Βιολογίας τους τρεις τελευταίους αιώνες. Η μεγάλη αποδοχή και δυναμική της αναγωγιστικής μεθοδολογίας βασίζεται στο ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε γραμμικές σχέσεις αιτίου-αιτιατού/αποτελέσματος ανάμεσα στα συστατικά μέρη ενός βιολογικού συστήματος (κύτταρο ή οργανισμό). Επιτρέποντας σε σύνθετα φαινόμενα, όπως π.χ. η κυτταρική διαφοροποίηση κατά την ανάπτυξη, να εξηγηθούν μηχανιστικά σε όρους μορίων.
Όμως, τα βιολογικά συστήματα είναι πολύ πιο σύνθετα και εμφανίζουν ιδιότητες, που σχεδόν πάντα δε μπορούν να συναχθούν από τη γνώση των επιμέρους στοιχείων τους χαρακτηρισμένων απομονωμένα. Η αναγνώριση αυτού του περιορισμού της συμβατικής βιολογικής έρευνας, έχει οδηγήσει στην ανάπτυξη του γνωστικού αντικειμένου της βιολογίας των συστημάτων. Απαρτίωση μεγάλου όγκου πολλαπλών «-ομικών» πληροφοριών με τη χρήση ισχυρών υπολογιστών, μαθηματική επεξεργασία και μοντελοποίηση, έχουν κάνει εφικτή τη διαχείριση πολλών μεταβλητών ταυτόχρονα. Ώστε να μπορούμε να ξεπεράσουμε την αναγωγιστική μεθοδολογία και τους περιορισμούς της.
Παρόμοια, η επικέντρωση της έρευνας στη σπουδή του γονιδίου τη δεκαετία του ’40 και εξής, έκανε δυνατή τη μοριακή βιολογία και τη γενετική μηχανική και τη βιοτεχνολογία, αναδεικνύοντας τη βιολογία σε παραγωγική δύναμη. Αλλά και με επιστημολογικές συνεπαγωγές, καθιστώντας ειδικότητες υψηλότερης τάξης (όπως λ.χ. η Αναπτυξιακή Βιολογία) σε κλάδους της μοριακής βιολογίας, με εντυπωσιακή επιτάχυνση και ερευνητική απόδοση στο πεδίο. Και εδώ, το κυρίαρχο γονιδιοκεντρικό, ουσιοκρατικό αφήγημα της παντοκρατορίας των γονιδίων, δοκιμάστηκε μπροστά στην αναγνώριση της ανάδρασης από το περιβάλλον των ιστών και το εξωτερικό περιβάλλον του οργανισμού και αλλαγής της έκφρασης των γονιδίων, μέσω επιγενετικών μηχανισμών. Αλλά και από την επίδραση στην υγεία από μια πρόσθετη, μεταβαλλόμενη στοιβάδα γενετικού υλικού, αυτή από τα γονιδιώματα (μικροβίωμα) μικροοργανισμών, που ζουν μέσα και πάνω στο σώμα.
Ωστόσο, παρά την υποχώρηση του μεθοδολογικού αναγωγισμού και την επικράτηση της βιολογίας των συστημάτων, ο αναγωγισμός διατηρείται και εμφανίζεται σήμερα ως ιδεολογία, ως «βιολογισμός», δηλαδή ως υπερβολή στις αρμοδιότητες και την επιστημονική αυθεντία της βιολογίας. Παράγοντες, που ευνοούν την επικράτηση ενός γενικευμένου βιολογισμού, θα έλεγα ότι είναι η ειδωλοποίηση των συναρπαστικών επιτευγμάτων της Γονιδιωματικής Ιατρικής και της Συνθετικής Βιολογίας, και η περιβολή της σύγχρονης βιο-ιατρικής επιστήμης με μια αύρα μαγικής παντοδυναμίας, με την προσδοκία λύσης των προβλημάτων «ως δια μαγείας». Ακόμα, η επιβίωση αναγωγιστικών και ουσιοκρατικών προσεγγίσεων, σε χώρους εκτός της βιολογίας, όπως π.χ. μεταξύ άλλων στη Φροϋδική ψυχανάλυση με την έμφασή της στην ενστικτική παρόρμηση.
Ο βιολογισμός μας παρεμποδίζει, εκτός των άλλων, να αναγνωρίσουμε τις αντι-αναγωγιστικές συνεπαγωγές της βιολογίας των συστημάτων. Σήμερα ξέρουμε ότι λόγω των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των στοιχείων τους, τα έμβια συστήματα δε λειτουργούν γραμμικά, όπως μια προγραμματισμένη μηχανή, όπου όλα θεωρούνται προβλέψιμα και βέβαια. Το όλο των αλληλεπιδρώντων στοιχείων υπερβαίνει το άθροισμα των μερών και παράγει νέες αναδυόμενες ιδιότητες και νέες λειτουργίες. Τα μέρη στα έμβια συστήματα είναι «ανοικτά», δηλαδή αποτελούν μέρος, σε ένα μεγαλύτερο σύστημα και η έμβια φύση είναι αναφορική και σχεσιακή. Τρέπεται πάντα προς κάτι που την υπερβαίνει, και με το οποίο αλληλο-ετεροκαθορίζεται. Τα μέρη (οι συνιστώσες μονάδες του όλου) δεν υπάρχουν πριν να συγκροτηθούν σε σύνθετο όλο και οι αιτιακές σχέσεις δε διατρέχουν από τα μέρη προς το όλο. Με τη νευροεπιστημονική θεώρηση του ψυχισμού, η αιτιότητα προσλαμβάνει ένα διαδραστικό χαρακτήρα και εισάγεται, στη θέση της γραμμικής, η έννοια της κυκλικής αιτιότητας και ένας νέος τρόπος για να απαντηθεί το πρόβλημα της μετάβασης από το ένα επίπεδο οργάνωσης στο επόμενο, που ως τώρα αντιμετωπιζόταν αναγωγιστικά ή δυαλιστικά. Ανακύπτει λοιπόν η ανάγκη μιας, ελλείπουσας σήμερα, οντολογίας των σχέσεων στο πλαίσιο μιας αναθεωρημένης θεωρίας της έμβιας φύσης. Και θα ήταν μια νέα μορφή βιολογισμού, αν υποστηρίζαμε ότι η διατύπωση αυτής της θεωρίας είναι αποκλειστική αρμοδιότητα της Βιολογίας. Είναι ένα διεπιστημονικό εγχείρημα.

Πόσο πιθανό είναι η μοριακή γενετική και η πλήρης αποκρυπτογράφηση του γονιδιώματος να οδηγήσει (αν δεν έχει ήδη οδηγήσει) σε μια δυναμική επιστροφή της «ευγονικής» αντίληψης; πόσο ισχυρή μπορεί να γίνει μια ενεργός «βιοηθική» παρέμβαση στο σημαντικό αυτό ζήτημα; τι μπορούμε να κάνουμε ώστε να ελεγχθούν οι γενετικές παρεμβάσεις στο μέλλον;
Η κλασική ευγονική του παρελθόντος έχει αποδοκιμαστεί και για το σκοπό της, αλλά και τα πρωτόγονα, παρωχημένα εργαλεία της. Σε συνδυασμό με την προώθηση και κατοχύρωση των δικαιωμάτων, η μέριμνα γενετικής βελτίωσης του ατόμου, η υπαρκτή νέα ευγονική παίρνει στις μέρες μας, το χαρακτήρα της κλινικής γενετικής του ανθρώπου, με παροχή υπηρεσιών διαγνωστικής και συμβουλευτικής σε άτομα ή οικογένειες που βρίσκονται προ εξατομικευμένων αναπαραγωγικών αποφάσεων, (ευκαιρίες προγραμμάτων τεχνητής γονιμοποίησης (IVF) και επιλεκτικής ευθανασίας.
Ωστόσο, σήμερα προκύπτει ένα νέο πλαίσιο βελτίωσης της γενετικής παρακαταθήκης. Καθώς γνωρίζουμε όλο και περισσότερο τη γονιδιακή βάση των βιολογικών χαρακτηριστικών χάρις και στην αλληλούχιση του γονιδιώματος, όπως σχολίασες, αλλά διαθέτουμε και τα καινοτόμα εργαλεία (CRISPR) γονιδιωματικής τεχνολογίας.
Η θεραπευτική επεξεργασία του γονιδιώματος με το σύστημα CRISPR/Cas9 για την αντιμετώπιση νόσων γενετικής αιτιολογίας (όπως π.χ. η δρεπανοκυτταρική αναιμία) τη νομιμοποιεί ως εργαλείο και βελτιωτικών παρεμβάσεων , που σχετίζονται με την πρόληψη της νόσου, όπως λ.χ. η ανθεκτικότητα σε καρδιαγγειακά νοσήματα ή νόσο Altzheimer.
Ακόμα, οι δυνατότητες της γονιδιωματικής τεχνολογίας, τείνουν να μεταφερθούν από τη γενετική της νόσου στη γενετική αναβάθμιση της υγείας, μέσω επιλογών και προτιμήσεων για ορισμένα χαρακτηριστικά, όπως λ.χ. μεγαλύτερο ύψος, διαφορετικό χρώμα ματιών και αρκετά άλλα. Δηλαδή ωθούν στη μεγάλη πρόκληση για ένα εγχείρημα «προσχεδιασμού» της ανθρώπινης φύσης, μια εμφανή καμπή στην ιστορία της ευγονικής. Τα καινοφανή προβλήματα, που ανακύπτουν από την εφαρμογή της γονιδιωματικής τεχνολογίας, η βιοϊατρική κοινότητα τείνει να τα διαχειριστεί στο πλαίσιο μιας σχεδόν αποκλειστικής πλατφόρμας: της Βιοηθικής, μέσω αρχών και κανόνων, κατευθυντήριων οδηγιών «καλής πρακτικής» και δεοντολογικούς αλγόριθμους προδιαγραφής της συμπεριφοράς, παρακάμπτοντας ή και αγνοώντας διακυβεύματα οντολογικού και δομικού χαρακτήρα.
Θεωρώ όμως, ότι η προέλαση της βιολογίας των συστημάτων και οι γονιδιωματικές τεχνολογίες, προκαλούν μια θεμελιώδη αποσταθεροποίηση της συμβατικής ηθικο-νομικής πλατφόρμας διαχείρισης των εφαρμογών τους, για δύο λόγους: (1) Η επιστημονική ορθολογικότητα και της σύγχρονης βιολογίας αναδύεται ως a priori τεχνολογία , που δεν είναι χειραγωγήσιμο μέσο/εργαλείο, αλλά έχει τη δική της ακατανίκητη δυναμική. (2) Με τη δυνατότητα να «ξαναγράφει» το γονιδίωμα , η βιοτεχνολογία βάζει ερωτήματα για την ανθρώπινη φύση και το σώμα οντολογικής (και όχι βιοηθικής) τάξης.
Για πρώτη ίσως φορά, μπορούμε να ξανασκεφτούμε πάνω στη βιολογία και τις ριζοσπαστικές εφαρμογές της, όχι μόνο βιοηθικά, αλλά και οντολογικά, στο πλαίσιο μιας αναθεωρημένης θεωρίας της έμβιας φύσης.


Ποιος είναι ο Χριστόδουλος Φλωρδέλλης

Ο κ. Χριστόδουλος Φλωρδέλλης (MD, PhD) υπήρξε επί 20ετία Καθηγητής και επί 15ετία και Διευθυντής του Εργαστηρίου Φαρμακολογίας της Ιατρικής Σχολής Πατρών. Αναπληρωτής Πρόεδρος και Πρόεδρος του Τμήματος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών. Έχει θητεύσει σε θέσεις διοικητικής ευθύνης για το φάρμακο σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς οργανισμούς. Τα ευρύτερα ακαδημαϊκά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην τομή της θεωρίας της Βιολογίας-Ιατρικής, Φιλοσοφίας και Ψυχαναλυτικής θεωρίας. Σήμερα είναι Ομότιμος Καθηγητής Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Είναι πτυχιούχος Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών (1972) με βαθμό «Άριστα» και πτυχιούχος του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών (1977) με βαθμό «Λίαν Καλώς». Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος Ιατρικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (Επιβλέπων Καθηγητής κ. Α. Τρακατέλλης) με βαθμό «Άριστα». Έχει επίσης την ειδικότητα Εσωτερικής Παθολογίας από το 1980, ειδικευθείς στην Β’ Προπαιδευτική Κλινική του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Διευθυντής Καθ. Π. Μεταξάς).

Πριν το διορισμό του στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών, θήτευσε σε υψηλής στάθμης ερευνητικά κέντρα στις Η.Π.Α. και τη Γαλλία. Ενδεικτικά εργάσθηκε σαν Research Fellow στο Τμήμα Βιοχημείας της Ιατρικής Σχολής Mount Sinai, New York, N.Y., USA (1980-1983) και στη συνέχεια στο National Cancer Institute (NCI) - Frederick, MD, USA του NIH (1983-1985). Επίσης, ως Λέκτορας Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Harvard και τη Σχολή Δημόσιας Υγείας του ίδιου Πανεπιστημίου (1985-1988) και σαν Research Associate του Πανεπιστημίου Βοστώνης (1988-1990). Τέλος, διετέλεσε Research Assistant Professor (1990 -1994) στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Βοστώνης, USA και Professeur Associe (1993-1994) στο Πανεπιστήμιο Paris VI, St. Antoine, Paris, France. Η έρευνά του στα πιο πάνω κέντρα δημοσιεύθηκε σε έγκριτα περιοδικά, όπως μεταξύ άλλων Science, Proc. Natl. Acad. Sci. USA και Journal of Biological Chemistry.

Η έρευνά του χρηματοδοτήθηκε από ανταγωνιστικά Ευρωπαϊκά (ΒΜΗ4-CT98 3373) και PLATON και εθνικά πρoγράμματα (ΚΕΣΥ, ΠΕΝΕΔ, EPAN) και απέδωσε 5 διδακτορικές διατριβές και 15 εργασίες διπλωμάτων εξειδίκευσης, υπό την επίβλεψη του κ. Χ. Φλωρδέλλη και 64 peer-reviewed δημοσιεύσεις (Pub Med/NCBI) σε διεθνή, υψηλού δείκτη απήχησης περιοδικά με πάνω από 1600 αναφορές και h - δείκτη 24.

Ο κ. Χ. Φλωρδέλλης διαθέτει αδιάλειπτη 20ετή παρουσία στο Τμήμα Ιατρικής Πατρών (1995-2014), όπου δίδαξε το γνωστικό αντικείμενο Φαρμακολογία σε προ- και μετα-πτυχιακό επίπεδο στο Τμήμα Ιατρικής και κατ’ ανάθεση στο Τμήμα Φαρμακευτικής του Παν/μίου Πατρών, επί σειράν ετών. Προηγούμενα (1992-1993) είχε διδάξει (Π.Δ. 407/80) - σε Βαθμίδα Αναπληρωτή Καθηγητή, Κλινική Φαρμακολογία στην Ιατρική Σχολή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Παράλληλα υπήρξε Συντονιστής και διδάσκων του μαθήματος «Βιοηθική» στα Τμήματα Ιατρικής, Βιολογίας, και Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών. Σήμερα διδάσκει στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Ιατρική Χημεία- Σχεδιασμός και ανάπτυξη νέων φαρμάκων» στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

Με πρωτοβουλία του εντάχθηκε το Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου Πατρών στο διακρατικό πανευρωπαϊκό δίκτυο για την Ιατρική Εκπαίδευση στην Ευρώπη - ΜΕDΙΝΕ 2 (2010-2013), που χρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση, και υπήρξε εκπρόσωπος του Τμήματος συμμετέχοντας ενεργά στις δραστηριότητες του δικτύου, συμβάλλοντας στην προσπάθεια ενσωμάτωσης στην ιατρική εκπαίδευση και το Ιατρικό Curriculum των εξελίξεων στη νέα βιολογία και την Ιατρική Ακριβείας. Για τον προγραμματικό αυτό σκοπό εισήχθησαν με πρωτοβουλία του στο γνωστικό αντικείμενο της Φαρμακολογίας στην Ιατρική Σχολή Πάτρας, οι εξειδικεύσεις Κλινικής Φαρμακολογίας (από το 2004) και Φαρμακογονιδιωματικής (από το 2007), για την ανάπτυξη της διδασκαλίας, της έρευνας και της παροχής υπηρεσιών στους εξειδικευμένους αυτούς τομείς. Στην κατεύθυνση αυτή ανέπτυξε συνεργασία με Κλινικές του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Πατρών, διεξάγοντας κλινικές φαρμακογενετικές μελέτες και κλινικές δοκιμές Φάσης Ι θεραπευτικής ισοδυναμίας για γενόσημα προϊόντα.

Επίσης, ενέταξε από το 2009 τις δραστηριότητές του Κλινικής Φαρμακολογίας (“The Upatras Center”) στο δίκτυο ENCePP (European Network of Centers for Pharmacoepidemiology and Pharmacovigilance) υπό του αιγίδα του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Φαρμάκων (ΕΜΑ). Μετέχοντας ενεργά, ως προσκεκλημένος πάντα, στις συνεδριάσεις του ΕΝCePP, και ειδικότερα στην ομάδα εργασίας WG3 (για την οργάνωση και απογραφή των βιοϊατρικών δεδομένων στην ΕΕ), συμβάλλοντας στη συνεχιζόμενη συζήτηση για τη διαμόρφωση των αρχών, μεθοδολογιών και κανόνων για την κλινική έρευνα στη φαρμακοεπιδημιολογία και φαρμακοεπαγρύπνηση.

O Κος Φλωρδέλλης έχει θητεύσει σε θέσεις διοικητικής ευθύνης τόσο στο Τμήμα Ιατρικής και το Πανεπιστήμιο, όσο και εκτός αυτού. Ειδικότερα, διετέλεσε Διευθυντής του Εργαστηρίου Γεν. Φαρμακολογίας του Τμήματος Ιατρικής (2000-2014) και Διευθυντής του Τομέα Βασικών Ιατρικών Επιστημών ΙΙ (ΒΙΕ ΙΙ), για δύο θητείες. Αναπληρωτής Πρόεδρος του Τμήματος Ιατρικής (2009-2013). Ασκών καθήκοντα Προέδρου (Μάρτιος 2013 - Σεπτέμβριος 2013). Υπήρξε Συντονιστής Erasmus του Τμήματος Ιατρικής (2005-2014), Πρόεδρος της Ο.Μ.Ε.Α Ιατρικής και της Επιτροπής Αξιολόγησης του Προγράμματος Σπουδών (2009-2013). Παράλληλα, υπήρξε Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Οργανισμού Φαρμάκων (Ε.Ο.Φ.) (1999 -2000, επί της προεδρίας Κου Χ. Μουτσόπουλου).

Μέλος της Επιτροπής «Βιοϊσοδυναμίας φαρμάκων» του Ε.Ο.Φ. (1999-2001). Μέλος της Επιτροπής του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών για την καθιέρωση της 1ης «Λίστας» συνταγογραφούμενων φαρμάκων για τους Ασφαλιστικούς Οργανισμούς (13/03/96 – 31/12/97) (Υπό την Προεδρία του Κου Χ. Μουτσόπουλου).

Μέλος της Επιτροπής του Υπουργείου Υγείας και Κοινωνικών Υπηρεσιών για την αξιολόγηση μεταπτυχιακών σπουδών στην Κλινική Φαρμακευτική (1999) και μέλος της επιτροπής θεματοδότησης του ΔΟΑΤΑΠ στη Φαρμακολογία, επί σειράν ετών. Επίσης, αξιολογητής φακέλλων για έγκριση και εισαγωγή νέων φαρμακευτικών προϊόντων (New Drug Applications, NDA). Αξιολογητής ερευνητικών προγραμμάτων (Ministry of Education and Ministry of Development). Έχει δώσει, μετά πρόσκληση, σειρά ομιλιών σε διοργανώσεις εσωτερικού και εξωτερικού.