Health & Fitness

Βία και ανεπάρκεια στην αντιμετώπιση ψυχοκοινωνικών περιπτώσεων

Για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος, ο μοναδικός τρόπος παρέμβασης από έναν γείτονα, για παράδειγμα, είναι μέσω της καταγγελίας στην αστυνομία

Ανδρέας Βασιλιάς
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οξείες ψυχοκοινωνικές περιπτώσεις: Σχόλιο για τη βία και την ανεπάρκεια στην αντιμετώπισή τους στην εποχή της πανδημίας.

Ένα βασικό ζήτημα που απασχολεί, διαχρονικά, τους εργαζόμενους στην ψυχική υγεία και κοινωνική πρόνοια, είναι η αντιμετώπιση οξέων ψυχωτικών περιστατικών που αρνούνται την περίθαλψη και τη θεραπεία. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης, που είναι μάλιστα ιδιαίτερα ματαιωτική για τους επαγγελματίες, και κυρίως ιδιαίτερα βίαιη για τον άρρωστο και επιβαρυντική για την ψυχική του υγεία, είναι η προσφυγή στη «δικαστική εντολή» και η μεταφορά του αρρώστου δια της βίας, δηλαδή, με την επέμβαση της αστυνομίας, στο εφημερεύουσα ψυχιατρική κλινική ενός δημόσιου νοσοκομείου. Πρόκειται προφανώς για μια βαθιά αντιεπιστημονική πρακτική, η οποία «εδώ και χρόνια» καταγγέλλεται από μεγάλη μερίδα της επιστημονικής κοινότητας. Παραδόξως, η χώρα μας είναι από τις πρώτες στα πλαίσια της ΕΕ που χρησιμοποιεί αυτήν την βάναυση πρακτική. Παρεμπιπτόντως, πρόκειται, μεταξύ άλλων, για μια πρακτική που ενισχύει την άποψη του «επικίνδυνου» ψυχικά αρρώστου, αφού αφ’ εαυτής καταλήγει να τον καθιστά βίαιο.

Δεν θα ασχοληθώ περισσότερο με το συγκεκριμένο ζήτημα, ούτε για τις αιτίες που το προκαλούν και κυρίως το διαιωνίζουν, ενώ, πάλι, παρεμπιπτόντως έχουν δαπανηθεί και εξακολουθούν να ξοδεύονται, αφειδώς, από τη δεκαετία του 1980 μέχρι σήμερα, δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, στο πρόγραμμα της «ψυχιατρικής μεταρρύθμισης». Το αναφέρω ως ένα σημαντικό παράδειγμα χρόνιας επιστημονικής και πολιτικής ανεπάρκειας που έρχεται μαζί με αρκετά άλλα ανάλογα παραδείγματα και αναδεικνύειαπό την μια την ματαιοδοξία των πολιτικών και από την άλλη τον ιδρυματισμό των επαγγελματιών.

Κι έρχομαι στο προκείμενο. Στη νομοθεσία μας, διαχρονικά επίσης, για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος σε μια γειτονιά, π.χ. της Αθήνας, με κάποιο άτομο που αντιμετωπίζει είτε οξύ πρόβλημα ψυχικής υγείας και είναι αβοήθητο, είτε η περίπτωση του απαιτεί άμεση βοήθεια από την κοινωνική υπηρεσία του δήμου, ο μοναδικός τρόπος παρέμβασης από έναν γείτονα, για παράδειγμα, είναι μέσω της καταγγελίας στην αστυνομία. Τότε μόνο μπορεί να παρέμβει η κοινωνική υπηρεσία του δήμου, μαζί με τους αστυνομικούς. Φυσικά, κάτι τέτοιο εμπίπτει στο πρώτο παράδειγμα που ανέφερα και προκαλεί, από την μεριά του αρρώστου ή του χρήζοντος τη βοήθεια, τις αντίστοιχες αντιδράσεις με τους βίαια προσαγόμενους με εισαγγελική εντολή ασθενείς.

Τα τελευταία χρόνια έχει δημιουργηθεί, τουλάχιστον στον δήμο της Αθήνας, ένα πρόγραμμα παροχής βοήθειας για τους αστέγους, το οποίο ομολογουμένως έχει πολύ καλά αποτελέσματα. Ωστόσο, πάλι και εδώ, ισχύει ο ίδιος νόμος ο οποίος δεν επιτρέπει την αποφασιστική παρέμβαση της ομάδας ώστε, εάν κρίνεται σκόπιμο για υγειονομικούς λόγους ο άστεγος να απομακρυνθεί από ένα μέρος και αφού δεν επιθυμεί να μεταφερθεί σε μια από τις δομές του δήμου, να επιλέξει ένα άλλο μέρος, περισσότερο ασφαλές και για εκείνον και για τους περίοικους. Ιδιαίτερα μάλιστα σε μια εποχή πανδημίας, όπως η τωρινή. Θα πρέπει δηλαδή, κάποιος κάτοικος να καλέσει την αστυνομία και η απομάκρυνση να γίνει δια της βίας. Μια βία που αναπαράγει τη βία, φυσικά, όπως και στις προηγούμενες περιπτώσεις.

Ένα άλλο εξίσου σημαντικό παράδειγμα, πολιτικής ματαιοδοξίας και επιστημονικής ανεπάρκειας, που επιβεβαιώνει τα προηγούμενα συμπεράσματα, είναι το πρόγραμμα, αναδοχής και υιοθεσίας, που εφαρμόζει, τώρα, με ιδιαίτερη ζέση, μάλιστα, το υπουργείο εργασίας, με στόχο το «άδειασμα» των ιδρυμάτων. Μήπως δεν πρόκειται και σ’ αυτήν την περίπτωση για μια καλυμμένη άσκηση βίας, τόσο απέναντι στα παιδιά, όσο και στους αναδόχους, μέσω μιας καλυμμένης ενοχοποίησης και ηθικοπλαστικών παραινέσεων; 

Κλείνοντας, να επισημάνω ότι η ασκούμενη κριτική αφορά διαχρονικά όλες τις κυβερνήσεις από την μεταπολίτευση και μετά, οι οποίες λίγο-πολύ ασκούν την ίδια πολιτική. Τρανταχτό παράδειγμα αποτελεί το φιάσκο της λεγόμενης αποασυλοποίησης, όπου κυβερνήσεις και εργαζόμενοι, πάλεψαν με «νύχια και με δόντια» για να μην κλείσουν τα άσυλα. Παράλληλα μέσω διαφόρων, τελικά κερδοσκοπικών, ΜΚΟ, που «πίνουν νερό» στο όνομα της αποασυλοποίησης, δημιουργήθηκαν με την δημιουργία των «ξενώνων» πολλά μικρά άσυλα.