Health & Fitness

Τάσος Γερμενής: Η Ανοσολογία ως Περιπέτεια της Ταυτότητας

«Ανοσία: αλληγορία και πραγματικότητα» και μια άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη με τον καθηγητή Τάσο Γερμενή

Θανάσης Δρίτσας
10’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ο καθηγητής Τάσος Γερμενής συνομιλεί με τον Θανάση Δρίτσα με αφορμή το βιβλίο του Ανοσία-αλληγορία και πραγματικότητα.

Εξαιρετικά ευτυχής ήταν η στιγμή κατά την οποία ήρθε στα χέρια μου το βιβλίο «Ανοσία: αλληγορία και πραγματικότητα» του καθηγητή κ. Αναστάσιου Ε. Γερμενή, το οποίο κυκλοφορεί στη σειρά Φιλοσοφία της επιστήμης από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. 

Η έννοια της ανοσίας, κυρίως μέσα από την πλευρά των εμβολίων, έχει καταστεί μια (επικίνδυνα απλουστευμένη) επίκαιρη έννοια η οποία απασχολεί την πλειοψηφία των πολιτών τον τελευταίο χρόνο στα πλαίσια της πανδημίας Covid 19. Το βιβλίο του καθ. Τάσου Γερμενή επιχειρεί όμως να απαντήσει σε βαθύτερα και θεμελιακά ερωτήματα όπως το ουσιώδες: υπάρχει άραγε επιστήμη για αυτή την ίδια την επιστήμη; Η περιπέτεια του βιβλίου επί της ουσίας συνιστά μια ιστορία προβληματικής με άξονα την ανοσία (ως δομική έννοια της ανοσολογίας) και με γνώμονα την αμφίδρομη σχέση που κατά καιρούς είχε η διαμόρφωση και η εξέλιξη της με το σημαντικό βιολογικό ζήτημα της ταυτότητας. Στα τελευταία κεφάλαια του βιβλίου ο συγγραφέας επεκτείνει, με σπάνιο και αξιοθαύμαστο τρόπο, την προβληματική του συνδέοντας την περιπέτεια της Ανοσολογίας με τα αντικείμενα της Κοινωνιολογίας και Φιλοσοφίας της Επιστήμης. 

Ο Τάσος Γερμενής είναι επίσης ένας ευγενής, πολυτάλαντος και πολύπλευρος λόγιος ο οποίος γράφει και δημοσιεύει συστηματικά ποίηση.  Δηλώνει μάλιστα ο ίδιος ότι ο μετασχηματισμός των επικοινωνιακών του αναγκών «ορίζεται σαν μια εξαιρετικά ευαίσθητη ισορροπία πάνω στην κόψη του ξυραφιού, εκεί όπου συναντιέται η επιστήμη με την ποίηση. Μια ισορροπία που κανείς τη ζει, εκείνες μόνο τις στιγμές που τείνει προς την αλήθεια, με τη βοήθεια της μιας ή της άλλης ή και των δυο μαζί. Το ερώτημα του Matthew Arnold: Τη στιγμή που μία σταγόνα συναντά την ήρεμη επιφάνεια του νερού, δημιουργώντας χίλιους κυματισμούς γύρω της, τον λόγο έχει η ποίηση ή μήπως η επιστήμη;» ο Τάσος Γερμενής πιστεύει ότι θα παραμείνει αναπάντητο. 

Υπήρξε «τύχη αγαθή» για εμένα η επικοινωνία και η πολύτιμη συζήτηση που είχα με τον Καθ. κ.Τάσο Γερμενή με αφορμή το βιβλίο του. Ο διάλογος μας ακολουθεί στη συνέχεια:  

Κάθε γνωστικό αντικείμενο μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Βιολογίας είναι αναμενόμενο να επηρεάζει την εξέλιξή της. Γιατί η Ανοσολογία έχει μια τόσο θεμελιακή επίδραση;
Αποκλειστικό αντικείμενο της Ανοσολογίας είναι η διαμόρφωση και η διατήρηση της βιολογικής ταυτότητας, ο προσδιορισμός της οποίας αποτελεί θεμελιώδες πρόβλημα της Βιολογίας. Υπενθυμίζω απλώς το ζευγάρωμα των ομοειδών οργανισμών και τον κανιβαλισμό και υπογραμμίζω τη σημασία του θέματος αναφορικά με την αναπτυξιακή βιολογία: η οντογένεση θα ήταν αδύνατη αν δεν υπήρχε η δυνατότητα αναγνώρισης των υπό διαφοροποίηση ιδίων στοιχείων. 

Στο επιστημολογικό πλαίσιο της Ανοσολογίας, η ανοσία συνιστά τη βασική εννοιολογική συντεταγμένη διαμόρφωσης της βιολογικής ταυτότητας. Ο όποιος μετασχηματισμός της επηρεάζει την αντίληψη για την ταυτότητα, που προβάλλει η εκάστοτε ανοσολογική θεωρία και την οποία, κατ’ επέκταση, προβάλλει η Ανοσολογία μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της Βιολογίας.

Στο σημείο αυτό, μάλιστα, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι η ταυτότητα αποτελεί, επίσης, την πιο συζητημένη έννοια των κοινωνικών επιστημών αλλά και της φιλοσοφίας, από αρχαιοτάτων χρόνων. Κάνω αυτή την υπενθύμιση επειδή, σε διάφορες ιστορικές περιόδους, η κοινωνική αντίληψη για την ταυτότητα και για τις υπόλοιπες συστατικές της έννοιες επηρέασε τις θεωρητικές προκείμενες της Ανοσολογίας και το αντίστροφο. Θα έλεγα ότι, μετά το δαρβινισμό, η ανοσία είναι η έννοια που απασχόλησε περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο της βιολογίας.

Ακούγεται περίεργο το ότι η έννοια της ανοσίας μετασχηματίζεται στην πορεία του χρόνου. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε;
Η έννοια της ανοσίας γεννήθηκε περί τα μέσα του 19ου αι., στο ιατροκεντρικό περιβάλλον των μικροβιολογικών εργαστηρίων του Pasteur και του Koch (Παρίσι, Βερολίνο) και σε μια εποχή έντονων κοινωνικών αντιπαραθέσεων και ενδοευρωπαϊκών συγκρούσεων. Ως αποτέλεσμα όλων αυτών, το περιεχόμενό της δεν ήταν άλλο από εκείνο της άμυνας του οργανισμού έναντι των «εξωγενών εισβολέων», όπως εθεωρούντο τα μικρόβια. Έναν αιώνα αργότερα, η Θεωρία της Επιλογής των Κλώνων επέτεινε αυτή την αντίληψη εισάγοντας στην ανοσολογική λογική τις έννοιες της ατομικότητας και της αναγνώρισης. Η ατομικότητα συνέβαλε στη διαμόρφωση του αμυνόμενου οργανισμού ως διακριτού στοιχείου εντός του περιβάλλοντος που διαβιώνει ή, καλύτερα, ως ενός φρουρίου με την άμυνα του οποίου είναι επιφορτισμένο το ανοσιακό σύστημα. Η αναγνώριση αποτελεί προϋπόθεση της διάκρισης των... εντός του φρουρίου ιδίων στοιχείων του οργανισμού που είναι «ανεκτά» από τα στρατεύματα του ανοσιακού συστήματος, από τα ξένα έναντι των οποίων στρέφονται οι αμυντικές δράσεις. Καθοριστικό στοιχείο της αναγνώρισης ήταν ότι αναφερόταν αποκλειστικά και μόνο στα ξένα (επιβλαβή) στοιχεία. Το ενδεχόμενο της αναγνώρισης των ιδίων στοιχείων εθεωρείτο περιττό.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, όμως, δεν κατέστη δυνατό να δοθεί ένας ενιαίος και σαφής ορισμός του «ιδίου». Παράλληλα, διαπιστώθηκε ότι η προάσπιση της ατομικότητας δεν αποτελεί το στόχο της ανοσιακής απαντητικότητας, η οποία μάλιστα φάνηκε ότι δεν στρέφεται έναντι οιουδήποτε στοιχείου αναγνωρίζεται αδιακρίτως ως ξένο. Αντίθετα, δείχθηκε ότι το ανοσιακό σύστημα αντιδρά έναντι σημάτων κινδύνου απ’ οπουδήποτε κι αν προέρχονται, είτε από το εξωτερικό (παθογόνα μικρόβια) είτε από το εσωτερικό (π.χ. επιβλαβή προϊόντα του μεταβολισμού). Έτσι, η έννοια της ανοσίας φορτίστηκε με μια ομοιοστατική διάσταση. Αξίζει να σημειωθεί σ’ αυτό το σημείο ότι η ομοιοστατική λειτουργία της ανοσίας είχε από πολύ νωρίς προταθεί (Metchnikoff) αλλά το γενικότερο περιβάλλον της συγκεκριμένης πρότασης δεν είχε επιτρέψει τη διερεύνησή της.

Αυτός ο μετασχηματισμός, όμως, ανέδειξε την προσαρμογή ως βασική παράμετρο της διαρκούς διαφοροποίησης των ανοσιακών λειτουργιών. Πολλά στεγανά καταρρίφθηκαν, το αντικείμενο της ανοσολογικής έρευνας διευρύνθηκε και ο τρόπος της ανοσολογικής σκέψης άλλαξε ουσιωδώς. Εντούτοις, παρόλον αυτόν τον εντονότατο προβληματισμό, η έννοια του «ιδίου» δεν γνώρισε κάποιον ουσιαστικό μετασχηματισμό. Το εννοιολογικό πλαίσιο, εντός του οποίου συνέχισε να ορίζεται, δεν ήταν άλλο από την ιδέα της διατήρησης της ακεραιότητας του οργανισμού. Μιας ακεραιότητας που πρέπει να διατηρείται έναντι οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής, ακριβώς όπως η ουσία του υποκειμένου καθορίζεται στη βάση του διαρκώς διατηρούμενου μεταφυσικού της πυρήνα. Το υπόδειγμα, δηλαδή, του «ιδίου» υποστηρίζει και εμπεριέχει μια ουσιοκρατική αντίληψη της ταυτότητας. Φέρει όλα τα βασικά χαρακτηριστικά της ατομικότητας του Δυτικού πολιτισμού, όλες τις υποδηλώσεις της άμυνας και της κυριαρχίας της αυτονομίας της. 

Υπό το φως  όμως των σύγχρονων εξελίξεων, διαπιστώνουμε ότι το όρισμα της ατομικότητας που προέβαλε τόσα χρόνια η Ανοσολογία, φαίνεται άκυρο. Η οντολογική εμμονή της Ανοσολογίας του περασμένου αιώνα στην αυτονομία, είτε του ανοσιακού συστήματος είτε του οργανισμού, δεν αναφερόταν παρά μόνο σε ένα, απολύτως απαραίτητο αλλά νοητικό, κατασκεύασμα που πληρούσε τις απαιτήσεις της παρατήρησής της (όπως ίσως και κάθε άτομο). Η έννοια της ατομικότητας, όμως, με την οποία θα συνεχίσει να πορεύεται, δεν μπορεί παρά να είναι δυναμική, μια έννοια που ταυτοχρόνως ορίζει και ορίζεται από το περιβάλλον. Με τον ίδιο τρόπο αποδομείται και η έννοια του οργανισμού που γεννιέται και αναπτύσσεται όπως είναι προγραμματισμένο στο γενετικό του κώδικα. Οι οργανισμοί, για τη σύγχρονη βιολογία, αναπτύσσονται «με», «διά» και «εντός» του έμβιου και άβιου περιβάλλοντός τους, στο οποίο επιφέρουν αλλαγές καθώς μεταμορφώνονται. Η εξελικτική θεωρία ξανασυναντιέται με την ανάπτυξη και την οικολογία σ’ έναν δρόμο που επιτηρείται από την Ανοσολογία. Είναι η καινούρια αντίληψη της φύσης, με την οποία ασχολείται ο νέος κλάδος της Οικολογικής-Εξελικτικής-Αναπτυξιακής Βιολογίας (Eco-Evo-Devo).

Ως λειτουργικό πρόταγμα της Ανοσολογίας, η ανοσία, στο όνομα της άμυνας του οργανισμού υπέκρυπτε μια τελεολογία αρκετά αντιφατική προς τις επιμέρους δαρβινικές αναφορές της. Ήταν, εξ ορισμού, μια συνθήκη ειρήνης με το, εξ ορισμού επίσης, εχθρικό περιβάλλον. Τώρα, η καταστροφή των παθογόνων υποχωρεί στο επίπεδο μιας μόνο από τις δυνατότητες του ανοσιακού συστήματος, λόγω της οποίας κάποιες φορές μπορεί και διεγείρεται υπέρμετρα. Προϋπόθεση της οντογένεσης και της επιτυχούς λειτουργίας του είναι η αναγνώριση του «ολοβιώματος», υπό την επίδραση του οποίου διαμορφώνεται και το οποίο συνδιαμορφώνει. Κατά συνέπεια, βασική αποστολή του ανοσιακού συστήματος είναι η «ομοιοστασία» κι αυτό μεταθέτει έννοια της ανοσίας πολύ κοντά προς την αντίληψη της ισορροπίας. Το ολοβίωμα είναι μια ισορροπία ανταγωνιστικών και συνεργατικών σχέσεων και η ανοσία είναι ο μεσολαβητής αυτών των αλληλεπιδράσεων σε επίπεδο πέραν του κάθε μεμονωμένου οργανισμού. 

Το όρισμα του ολοβιώματος απαιτεί κριτήρια οριοθέτησης και αυτονομίας υπό την έννοια της λειτουργικής ανεξαρτησίας. Από ανοσολογική άποψη και καθώς η ανοσολογική ταυτότητα προσαρμόζεται σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, ο καθορισμός των κριτηρίων της σύστασης και της ισορροπίας των οργανισμικών συνόλων είναι μια δυναμική διαδικασία, στην οποία οι διαλεκτικές σχέσεις είναι εκείνες που καθορίζουν τι είναι «ίδιο». Έτσι, όσο κι αν η χρήση ανοσολογικών κριτηρίων για τον προσδιορισμό της ατομικότητας φαίνεται ιδιαίτερα ευρηματική και ελκυστική, ακόμη φαίνεται ότι υπάρχουν πολλές απροσδιόριστες εκδοχές αυτής της οντότητας. Γενικότερα, η προσκόλληση σε μια Βιολογία βασισμένη στην ατομικότητα ίσως δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα ακόμη σκαλοπάτι που η επιστήμη προσπαθεί να ξεπεράσει!

Ποιες πιστεύετε ότι μπορεί να είναι οι συνέπειες αυτού του μετασχηματισμού της έννοιας της ανοσίας και, εντέλει, του αντικειμένου της Ανοσολογίας;
Το μήνυμα που εκπέμπει ο σύγχρονος εννοιολογικός μετασχηματισμός της ανοσίας θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά αισιόδοξο. Ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι ζούμε σε μια εποχή απόλυτης τεχνοκρατικής υπαγωγής της σκέψης και του στοχασμού, για την οποία η Ανοσολογία, με τις θορυβώδεις ανακαλύψεις της, κάθε άλλο παρά ανεύθυνη μπορεί να θεωρηθεί. Ο θεωρητικός αναστοχασμός περί τη θεμελιώδη έννοια της ανοσίας αναιρεί την ταύτιση της συγκεκριμένης τουλάχιστον επιστήμης με την τεχνολογία, η οποία εξελίσσεται συγκεκαλυμμένα πίσω από την «ορθολογικότητα ως προς τον σκοπό» με στόχο την κάλυψη μιας βασικής ανθρώπινης ανάγκης, δηλαδή της υγείας. Αν αναλογιστούμε ότι η δυνητική εξέλιξη των βιολογικών επιστημών προς την κατεύθυνση της τεχνοεπιστήμης οδηγεί νομοτελειακά προς την αλλοτρίωση της ίδιας της φύσης του ανθρώπου, εύκολα γίνεται αντιληπτή η σπουδαιότητα του ανοσολογικού αναστοχασμού.

Πέρ’ απ’ αυτό, ο μετασχηματισμός της έννοιας της ανοσίας είναι πολύ πιθανό ότι θα έχει ευρύτερες επιδράσεις, τόσο στο εκτός της Ανοσολογίας πρακτικό επίπεδο όσο και στο γενικότερο επίπεδο της ανθρώπινης σκέψης και της φιλοσοφίας. Στο πρακτικό επίπεδο, η ανοσία και οι παράγωγες έννοιές της, όπως η ανοσιακή μνήμη, χρησιμοποιούνται σε μεγάλη έκταση από άλλες, μη βιολογικές επιστήμες, όπως η πληροφορική, όπου δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς τις συνέπειες ενός ριζικού επαναπροσδιορισμού. Ως προς τις πιθανές πολιτισμικές επιδράσεις, αρκεί να αναλογιστεί κάποιος τη χρήση της έννοιας της ανοσίας από μεγάλους φιλοσόφους από τον Nietzche μέχρι τον Derrida, τον Foucault και τους νεώτερους βιοπολιτικούς. Ήδη, οι επιδράσεις αυτές αρχίζουν και αναφαίνονται στο πλαίσιο της «ιατρικοποίησης» διαφόρων κοινωνικών φαινομένων και καταστάσεων.

Όλοι γνωρίζουμε ότι η Επιστήμη είναι το κυνήγι της αλήθειας. Η ποίηση, όμως, πώς λειτουργεί προς αυτή την κατεύθυνση;
Σ’ αυτό το σημείο δεν φτάνει κανείς απλώς και μόνο γράφοντας ποιήματα. Για μένα, η ποίηση ήταν πρώτα απ’ όλα σπουδή, όπως ακριβώς και η Επιστήμη. Όπως περιπλανήθηκα να βρω τη θέση μου στο χώρο της Ιατρικής, έτσι περιπλανήθηκα μέχρι να εντοπίσω το στίγμα μου στο σύμπαν της ποίησης. Η κατανόηση, ο «μεταβολισμός» των μεγάλων (αυτών που καθένας θα θεωρήσει τελικά ως τους μεγάλους της ποιητικής του ζωής) αποτελεί προϋπόθεση για να μπει κάποιος στο δρόμο της αλήθειας μέσω της ποίησης. Μα κι όταν ακόμη μπει σ’ αυτό το μονοπάτι, όταν πια θ’ αρχίσει να ψάχνει την αλήθεια γράφοντας, χρειάζεται δύναμη. Κατά πως έλεγε ένας σπουδαίος γιατρός-ποιητής, ο Τάκης Σινόπουλος «Η αναζήτηση της αλήθειας [....] σε ωθεί σ’ αποκαλύψεις που ποτέ δεν υποπτεύθηκες, σχέσεις της μνήμης και του χρόνου με το σώμα σου, αναγκαιότητες των σπλάχνων σου, ξεριζώματα απ’ την ίδια σου την ύπαρξη τόσο οδυνηρά, που τότε μόνο νιώθεις πως οι λέξεις και τα πράγματα ζούνε μιαν αυθύπαρκτη ζωή και σε πείσμα της νομιμότητας αναζητούν μια καθαρότερη έκφρασή τους».

Και πίσω απ’ όλ’ αυτά υπάρχει, βέβαια, η γλώσσα. Ο Νάνος Βαλαωρίτης έλεγε ότι «...τα ποιήματα δεν γράφονται υποχρεωτικά με θέμα, αλλά με λέξεις και φράσεις. Αν τώρα οι λέξεις και οι φράσεις συνδέονται μεταξύ τους σε μια ροή, ο αναγνώστης θα το συλλάβει, αν όχι, θα το απορρίψει». Η γλώσσα είναι το εργαλείο, με το οποίο σκάβουμε για να βρούμε την αλήθεια. Οι λέξεις δεν είναι οι χορευτές. Είναι ο χορός. Ή, όπως λέει ο φίλος μου Βαγγέλης Ιντζίδης, «η τέχνη είναι ουσιαστικό, ο καλλιτέχνης είναι ρήμα».

Πέραν του κοινού στόχου που εξυπηρέτησε η Επιστήμη και η ποίηση, υπήρξε κάποια εκατέρωθεν επίδραση μεταξύ των δύο;
Βεβαίως. Νομίζω ότι χωρίς την ποίηση δεν θ’ αποτολμούσα ποτέ ν’ ασχοληθώ με τη Φιλοσοφία της Επιστήμης. Η ποίηση λειτούργησε ως ο προθάλαμος όπου επωάστηκε αυτή μου η δραστηριότητα, κορυφαία στιγμή της οποίας είναι η έκδοση του βιβλίου μου Ανοσία: Αλληγορία και Πραγματικότητα. Ενδεικτικό μάλιστα των επιδράσεων προς την αντίθεση κατεύθυνση είναι ότι ο εκδότης μου (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης) δέχθηκε να φιλοξενήσει στην τελευταία σελίδα αυτού του βιβλίου το ποίημά μου με τίτλο «Η κατάρα του μήλου» (*). Πρόκειται για μια αναφορά στο κορυφαίο επιστημολογικό πρόβλημα της επαλήθευσης των επιστημονικών προβλέψεων μέσα από έναν υπαινιγμό για τα τρία μήλα που θεωρείται ότι σημάδεψαν την ιστορία της ανθρωπότητας (Αδάμ, Νεύτωνας, Τούρινγκ).

Πολλά από τα ποιήματά μου που περιέχονται στη συλλογή «Μπορεί και νa λεγόταν...Beagle» αναφέρονται στο θεμελιακό ζήτημα που μελετά η Επιστήμη μου, η Ανοσολογία, που είναι το ζήτημα της (βιολογικής) ταυτότητας. Ακόμη και ποίημα για τη θεωρία της σχετικότητας περιέχεται σ’ αυτή τη συλλογή. Αλλά κι ο τίτλος της παραπέμπει ευθέως στην εξελικτική θεωρία (Beagle ονομαζόταν το καράβι, με το οποίο ο Δαρβίνος ταξίδεψε στα νησιά Γκαλαπάγκος).

Αυτό που τόλμησα να εκθέσω σε κοινή θέα, είναι η υπέρβαση του προσωπικού· λόγια που γράφτηκαν, ενόσω πίστευα πως γράφονταν ελεύθερα. Πιστεύω απόλυτα τη θέση του Einstein: «Εκεί όπου ο κόσμος παύει να είναι η σκηνή για τις προσωπικές ελπίδες και επιθυμίες, εκεί όπου εμείς, σαν ελεύθερα όντα, τον παρατηρούμε με απορία, αναρωτιόμαστε γι’ αυτόν και τον μελετάμε, εκεί είναι η είσοδος στο βασίλειο της Τέχνης και της Επιστήμης. Εάν μεταφράσουμε αυτό που παρατηρήσαμε και νιώσαμε με τη γλώσσα της λογικής, τότε κάνουμε Επιστήμη. Εάν το δείξουμε με μορφές των οποίων οι σχέσεις δεν είναι προσιτές στην ενσυνείδητη σκέψη, αλλά αναγνωρίζονται με τη διαίσθηση και ως μεστές νοήματος, τότε κάνουμε Τέχνη. Το κοινό στοιχείο και στην Επιστήμη και στην Τέχνη είναι η αφοσίωση σε κάτι που υπερβαίνει το προσωπικό». 

Πιστεύω σ’ αυτή τη θέση όχι γιατί μου αφήνει περιθώρια διαφυγής από την πραγματικότητά μου αλλά γιατί είναι μια πρωτίστως πολιτική θέση. Και, κατά την άποψή μου, όποιος επιχειρεί σήμερα να περάσει το κατώφλι της Τέχνης και της Επιστήμης, περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη περίοδο της ιστορίας, πρέπει να έχει πολιτική θέση –με τη βαθύτερη έννοια του όρου. Αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης συζήτησης...

Πείτε μας κάποιους νεολογισμούς σας;
Λεξίκαυλη, επίθετο που υποδηλώνει αυτήν που διεγείρει ερωτικά μόνο με το λεκτικό της (στο συγκεκριμένο σημείο αναφέρεται σε μια θρηνωδία). Ιδρέρυθρον, αυτό που στα κεφαλλονίτικα λέγεται αναψοκοκκίνισμα (αναφέρεται στο ιδρωμένο εξέρυθρο πρόσωπο υπονοώντας την ερωτική έξαψη). Θαλασσουργώ, δημιουργώ με μέσο μου τη θάλασσα.

(*) Η κατάρα του μήλου του Τάσου Γερμενή

Ο χρόνος βρυχάται
Μεταμφιεσμένη καμπυλότητα 
ρυτιδώνει το μέλλον 

Και το σύμπαν 
πιστεύει ακόμη τον άνθρωπο,

Κατάρα του μήλου
Της λύτρωσης μήτρα

(ΥΓ) Ο Αναστάσιος Ε. Γερμενής είναι Ομότιμος Καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Αντεπιστέλλον Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κφαλονιά. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου εκπόνησε και τη διδακτορική του διατριβή. Ειδικεύθηκε στην Παθολογία στο Λαϊκό Νοσοκομείο Αθηνών και στην Ανοσολογία στα Κεντρικά Εργαστήρια της Υπηρεσίας Αιμοδοσίας του Ελβετικού Ερυθρού Σταυρού (Βέρνη). Εργάστηκε για πολλά χρόνια στο Εθνικό Κέντρο Ιστοσυμβατότας (Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Αθηνών) και τα τελευταία 20 χρόνια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, όπου ίδρυσε και διηύθυνε το Εργαστήριο Ανοσολογίας της Ιατρικής Σχολής. Ερευνητικά, ασχολήθηκε με τις πρωτοπαθείς ανοσοανεπάρκειες και με την κβαντική ανοσολογία δημοσιεύοντας πάνω από 150 πρωτότυπες ερευνητικές εργασίες σε διεθνή επιστημονικά περιοδικά. Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας υπήρξε, επίσης, συνιδρυτής και διευθυντής του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών «Κλινικές Εφαρμογές Μοριακής Ιατρικής». Έχει ασχοληθεί, σε διεθνές επίπεδο, με την ιατρική εκπαίδευση και με την οργάνωση του επιστημονικού Τύπου με τη χρήση του διαδικτύου, δραστηριότητες για τις οποίες έχει βραβευθεί από την Ακαδημία Αθηνών. Έχει διατελέσει διευθυντής σύνταξης, μέλος της συντακτικής επιτροπής και κριτής εργασιών πολλών ελληνικών και ξένων επιστημονικών περιοδικών, καθώς και αξιολογητής ελληνικών και κοινοτικών ερευνητικών προγραμμάτων. Επί σειρά ετών διετέλεσε στέλεχος της Ιατρικής Εταιρείας Αθηνών και της Ελληνικής Εταιρείας Ανοσολογίας. Ασχολείται, επίσης, με τη φιλοσοφία της επιστήμης και με τη ποίηση, έχοντας εκδώσει σχετικά βιβλία και ποιητικές συλλογές.