Health & Fitness

Κυριακή στην Πάρνηθα

Παντελής Καψής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Για πολλά χρόνια, πάνω από δεκαπέντε, έτρεχα μόνος, συνήθως στους δρόμους γύρω από το σπίτι μου. Το να πάω σε αγώνες ούτε μου περνούσε από το μυαλό. Κι όταν μου το πρότειναν μου φάνηκε τόσο παράξενο, εγώ τρέχω για το κέφι μου, όχι ανταγωνιστικά. Δεν ήξερα τι έχανα.

Να μην παρεξηγηθώ, εξακολουθώ να τρέχω για το κέφι μου, κι αν ανταγωνίζομαι κάποιον είναι ο εαυτός μου. Οι αγώνες ωστόσο έχουν μια ξεχωριστή ομορφιά. Κατ’ αρχήν είναι μια γιορτή, μικρότερη ή μεγαλύτερη, στην οποία προσερχόμαστε απαλλαγμένοι από πολλές κοινωνικές συμβάσεις που κάνουν κουραστική τη ζωή μας. Κάνουμε πλάκα, λέμε πολλά και διάφορα, ασήμαντα αλλά και ταυτόχρονα σημαντικά, δημιουργούμε φιλίες, γενικά περνάμε καλά.

Αν ήταν μόνο αυτό θα μπορούσε να πει κανείς ότι οι αγώνες είναι η αφορμή. Αλλά δεν είναι έτσι. Ο κάθε αγώνας είναι για τον καθένα μια πρόκληση απόλυτα προσωπική. Άλλος πάει απλώς για να τερματίσει μια δύσκολη διαδρομή, άλλος για να βελτιώσει τον χρόνο του, άλλος συνοδεύει φίλο για να τον μυήσει στο τρέξιμο, κι άλλος για μια καλή προπόνηση, μόνο και μόνο για να μετρήσει τις δυνάμεις του. Έτσι στο τέλος όλοι έχουν την ικανοποίηση ότι πέτυχαν τον στόχο τους που για ορισμένους είναι και ο ορισμός της ευτυχίας: να βάζεις μικρές δυσκολίες στον εαυτό σου και να τις υπερβαίνεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τον αγώνα όλοι έχουν ξεχάσει την ταλαιπωρία και την κούραση.

Αυτό βέβαια έχει σαν συνέπεια κάθε φορά που βάζεις και πετυχαίνεις έναν στόχο να αναζητάς τον επόμενο λίγο ή πολύ πιο μεγάλο, λίγο ή πολύ πιο δύσκολο. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσοι και τόσοι δρομείς ξεκινούν από τα πέντε χιλιόμετρα και μέσα σε λίγα χρόνια καταλήγουν στον μαραθώνιο ή ακόμα παρά πέρα. Αλλά βέβαια το πώς χειρίζεσαι τους στόχους σου, πώς τους δίνεις διάρκεια και πώς αποφεύγεις τον κορεσμό είναι προσωπική υπόθεση του καθένα. Προσωπικά διάλεξα τα βουνά που εκτός των άλλων είναι και ανεξάντλητα ως προς τις διαδρομές. Προσφέρουν εξ άλλου την δυνατότητα συνδυασμού με άλλες δραστηριότητες που πλουτίζουν τις εμπειρίες σου. Η εικόνα που έχω για τόπους αγαπημένους έχει αλλάξει δραματικά από τότε που μπορώ και τους τρέχω.

Αφορμή για όλα αυτά ήταν η συμμετοχή μου την Κυριακή στον αγώνα των 25 χιλιομέτρων του Alpamayo, στην Πάρνηθα. Είχα καιρό να πάρω μέρος σε αγώνα κι είχα ξεχάσει πόσο ψυχοθεραπευτικά λειτουργούν. Εικοσιτέσσερις ώρες μετά κι ήμουν ακόμα σε κατάσταση Ζεν, τίποτα δεν μπορούσε να μου χαλάσει την διάθεση.

Ο αγώνας αυτός βέβαια έχει πολλές ιδιαιτερότητες. Με διοργανωτή τον Σίμο Τσακίρη και τεχνικό διευθυντή τον Νίκο Κωστόπουλο, δύο από τους πρωτοπόρους του ορεινού τρεξίματος, είναι αυτό που κατ’ εξοχήν θα μπορούσε να ονομαστεί αγώνας των δρομέων: από δρομείς για δρομείς. Γεγονός βέβαια που συνεπάγεται ότι είναι δύσκολος αγώνας, πολύ πιο δύσκολος από ότι δείχνουν τα 25 χιλιόμετρα και τα 1500 μέτρα υψομετρικής.

Η διαδρομή ξεκινά από το Κατσιμίδι, στην βορειοανατολική πλευρά της Πάρνηθας, φτάνει μέχρι το καταφύγιο Φλαμπούρι και επιστρέφει. Περνάει μέσα από εντυπωσιακά δασωμένες πλαγιές, με πηγές και σκιερά μονοπάτια, που δύσκολα πιστεύεις ότι υπάρχουν τόσο κοντά στην Αθήνα. Όσο για την θέα, σε ένα σημείο της διαδρομής έχεις από κάτω όλο τον Ευβοϊκό, ανοίγει η ψυχή σου.  Ένα μεγάλο μέρος της ωστόσο είναι πέτρα. Μιλάμε για σχεδόν κάθετη ανάβαση πατώντας, στις μύτες βράχων, κάνοντας ασκήσεις ισορροπίας. Σε ένα σημείο μάλιστα είχε και βοηθητικό σκοινί, κανονική ορειβασία. Αλλά και για μονοπάτια στην κατηφόρα, γεμάτα πέτρα που καταπονούν τα πόδια σου. Μιλάμε για πόνο όχι για κούραση ιδίως αν έχεις την ατυχία, όπως ο γράφων, να κλωτσήσεις μια πέτρα με το μέρος του παπουτσιού που δεν είναι ενισχυμένο. Επικρατεί η εντύπωση ότι η δυσκολία στο βουνό είναι η ανάβαση. Προσωπικά βρίσκω το αντίθετο. Θυμάμαι μάλιστα πως όταν είχα κάνει την διαδρομή για πρώτη φορά, είχε μείνει στο μυαλό μου η δυσκολία της κατηφόρας. Φέτος πίστευα ότι θα την έβρισκα πιο εύκολη καθώς έχουν μεσολαβήσει τόσοι αγώνες. Έκανα λάθος. Την έκανα μισή ώρα πιο γρήγορα αλλά την βρήκα εξ ίσου κουραστική. Αυτή την φορά το αδύνατο σημείο μου ήταν η μέση, οι ραχιαίοι χρειάζονται πολύ δουλειά.

Στις ευχάριστες εκπλήξεις ο μεγάλος αριθμός των εκδρομέων στο βουνό. Δεν μιλάμε μόνο για περιπατητές. Στο Μεσιανό νερό και στο οροπέδιο της Μόλας ήταν δεκάδες αν όχι εκατοντάδες εκδρομείς, οικογένειες, σχολεία και λυκόπουλα. Ακόμα περισσότεροι βέβαια ήταν στις ταβέρνες στους πρόποδες. Φεύγοντας πέσαμε σε κυκλοφοριακή συμφόρηση από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Σε κατάσταση ζεν το αντέχεις και αυτό αδιαμαρτύρητα.

Για τελευταίο άφησα την άλλη ευχάριστη έκπληξη. Πριν από τον αγώνα, καθώς η εκκίνηση ήταν στη μέση του πουθενά κι είχαμε έρθει όλοι νωρίς το πρωί, οι διοργανωτές είχαν φροντίσει να προσφέρουν καφέ και τσάι! Εμείς οι εθισμένοι της καφεΐνης τους ευγνωμονούμε.   

Η ΠΑΡΕΑ ΤΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ

Από την ομάδα που κάναμε μαζί προπόνηση για τον Όλυμπο, στον αγώνα είχε έρθει ο Γιάννης, πολύ πιο γρήγορος από εμένα, τερμάτισε με εξαιρετικό χρόνο. Έφαγε ωστόσο μια γερή τούμπα, σταμάτησε γδέρνοντας έναν βράχο λίγα εκατοστά από το μάτι του. Ήταν ακόμα ο Αλέξανδρος ο οποίος είχε χάσει τον Όλυμπο, επειδή είχε πάθει λουμπάγκο δύο εβδομάδες πριν από τον αγώνα. Αυτή την φορά τερματίσαμε μαζί. Τρέχαμε ο ένας πίσω από το άλλο, τα τελευταία 10 χιλιόμετρα σχεδόν, έχοντας μπροστά μας τον Λευτέρη, 25 χρόνια νεότερό μου, τον οποίο είχαμε επιφορτίσει να δίνει ρυθμό στην ομάδα. Στον δρόμο διασκεδάζαμε από κοινού την ταλαιπωρία μας με παρακλήσεις για λίγο περισσότερο χώμα, λίγο λιγότερη πέτρα. Ο χρόνος μας ήταν επιεικώς μέτριος, ο Αλέξανδρος όμως είχε την ικανοποίηση να δει την γυναίκα του στο βάθρο, που μαζί με τον κοινό μας φίλο Θανάση, πήραν την δεύτερη θέση στη σκυταλοδρομία.