Health & Fitness

Κατηφόρες, καζίνο και Σαρακατσάνοι

Είναι 8 το πρωί και βρίσκομαι στην καμπίνα του τελεφερίκ για το Mont Parnes

Παντελής Καψής
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Είναι 8 το πρωί και βρίσκομαι στην καμπίνα του τελεφερίκ για το Mont Parnes. Η διαδρομή είναι σύντομη, κοντά 5 λεπτά, αλλά εξαιρετικά ευχάριστη. Χαζεύω από κάτω τα σκαλάκια που συνηθίζουμε να ανεβαίνουμε, παρατηρώ την κλίση, φαίνεται πιο απότομη από τη θέση που βρίσκομαι και −ομολογώ− νιώθω μια ανακούφιση που σήμερα έχω την πολυτέλεια να την αποφύγω.

Μαζί μου ανεβαίνουν δύο κυρίες κοντά στην ηλικία μου, κάτι λένε για περπάτημα, η μία λέει ότι ξέρει την περιοχή, έχει φέρει μια φορά τα εγγόνια της. Από το ντύσιμο πάντως δεν μοιάζουν έτοιμες για πεζοπορία, αλλά τι θα κάνουν 8 η ώρα το πρωί; Πάντα περίεργος, φτιάχνω σενάρια ενώ ταυτόχρονα τραβάω φωτογραφίες όταν η μια κυρία γυρνάει ξαφνικά και με ρωτάει:

-Πάτε να περπατήσετε;

Απαντάω θετικά, δεν λέω τίποτα για τρέξιμο οπότε έρχεται η δεύτερη ερώτηση.

-Τι είναι αυτό που έχετε μαζί σας, οξυγόνο;

Με πιάνουν τα γέλια, συνειδητοποιώ ότι ο υδρόσακος με τον σωλήνα είναι αρκετά εξωτικό θέαμα και απαντάω ότι είναι για νερό. «Τι έξυπνο» σχολιάζει η δεύτερη κυρία.

-Δεν έχετε παρέα; έρχεται η επόμενη ερώτηση.

Τι απαντάς τώρα; Ότι η υπόλοιπη ομάδα δήλωσε κουρασμένη κι έμεινα μόνος; Κάτι ψελλίζω για προπόνηση και για τα σκαλάκια, το μονοπάτι που συνήθως ανεβαίνουμε, αλλά ότι σήμερα πάω για την κατηφόρα. Εκείνη τη στιγμή βλέπω δρομείς που αγκομαχούν από κάτω μας, αρχίζουμε όλοι μαζί να τους σχολιάζουμε. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο μετράμε πάνω από είκοσι. «Είναι καλός ο καιρός, γι' αυτό είναι τόσοι πολλοί» λέει η πρώτη κυρία. Μέσα μου σκέφτομαι ότι οι περισσότεροι ετοιμάζονται για Όλυμπο, η τελευταία καλή προπόνηση. Δύο εβδομάδες έμειναν.

Έχουμε ήδη φτάσει στο ξενοδοχείο, για λίγο περπατάμε μαζί. Όταν φτάνουμε στην είσοδο του καζίνο χωρίζουμε, εγώ συνεχίζω για την έξοδο και οι κυρίες μπαίνουν στο καζίνο. Καμιά ώρα δεν είναι ακατάλληλη. Φαντάζομαι ότι το έσκασαν από τα σπίτια τους κι ήρθαν οι δυο τους να ξεσκάσουν. Πάθος είναι αυτό. Τα βράδια είναι πιο δύσκολο − παιδιά εγγόνια, πολλές οι απαιτήσεις. Αγαπημένες γυναικοπαρέες.

Εγώ πάλι ακολουθώ τις συμβουλές του Ηλία Ζαχαρόγιαννη. Το μεγάλο πρόβλημα σε τέτοιους αγώνες, τουλάχιστον για μένα, είναι η κατηφόρα. Πονάω στα γόνατα, στα ισχία, στη μέση, στους μύες, παντού. Ένας τρόπος να περιορίσεις τον πόνο −πέρα από τον όγκο της προπόνησης φυσικά− είναι να κάνεις μια μεγάλη κατηφόρα όσο πιο γρήγορα μπορείς, κοντά σχετικά στον αγώνα. Στόχος είναι οι μύες να καταγράψουν τη δοκιμασία, να πιαστούν και ουσιαστικά να προσαρμοστούν καλύτερα στις απαιτήσεις της κατηφόρας. Η προσαρμογή αυτή  λειτουργεί προφυλακτικά και κρατά 4 με 6 εβδομάδες. Με αυτό τον σκοπό λοιπόν το σχέδιο προέβλεπε να παρκάρω αμέσως μετά τις ταβέρνες, να ανέβω με το τελεφερίκ, να συνεχίσω προς τις κεραίες και μετά να επιστρέψω στο αυτοκίνητό μου από την άσφαλτο όσο πιο γρήγορα μπορώ. Αυτό θα σήμαινε να τρέξω μια συνεχόμενη κατηφόρα 17 περίπου χιλιομέτρων. Την ίδια ακριβώς διαδρομή είχα κάνει και πέρυσι. Δεν ξέρω πόσο με προστάτεψε. Όταν έφτασα στο Λιτόχωρο ήμουν «κομμάτια», νόμιζα ότι δεν θα ξαναπερπατήσω στη ζωή μου. Αλλά χωρίς την κατηφόρα μπορεί −αν είναι δυνατόν− να ήμουν χειρότερα.

Μια διαδρομή στην άσφαλτο δεν έχει βέβαια κάποιο ξεχωριστό ενδιαφέρον. Ιδίως στην Πάρνηθα μετά την πυρκαγιά. Από το παλιό σανατόριο ως το καταφύγιο στο Μπάφι η απόλυτη σχεδόν ξεραΐλα. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα. Όταν βγεις από την πίσω πλευρά της Πάρνηθας, βορειοδυτικά, τότε συνειδητοποιείς την έκταση της καταστροφής. Διαδοχικές βουνοπλαγιές χωρίς ίχνος δέντρων. Ταιριαστό μνημείο, το «Πάρκο των ψυχών» που συνέλαβε ο γλύπτης Σπυρίδων Ντασιώτης, με ξυλόγλυπτα από καμένους κορμούς δέντρων.

Πάρκο των ψυχών

Ξεχωρίζω ακόμα το μνημείο για τους Σαρακατσάνους «Ποιμένες εκ Λεγραινών» που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς στις 24 Ιουλίου του 1944. Ούτε τρεις μήνες από την απελευθέρωση της Αθήνας. Οι περισσότεροι έχουν ίδια επίθετα, ξεκληρίστηκαν οικογένειες. Με εντυπωσιάζει πάντως το «Σαρακατσάνοι» στην Αττική. Δεν ήξερα ότι είχαν κατέβει τόσο χαμηλά. Όταν γυρίζω στο σπίτι το ψάχνω και βρίσκω ότι οικογένειες Σαρακατσάνων ήρθαν τον 19ο αιώνα από την Ήπειρο για να βρουν καταφύγιο στο Βασίλειο της Ελλάδας (*). Τους δόθηκαν βοσκοτόπια στην Πάρνηθα και το καλοκαίρι ξεχείμαζαν στα Λεγραινά. Στην κατοχή, οι αντάρτες τούς έπαιρναν τα πρόβατα για να τραφούν και στη συνέχεια τους κυνηγούσαν οι Γερμανοί ως τροφοδότες των ανταρτών. Οι περισσότεροι εγκατέλειψαν τότε τη νομαδική ζωή. Θυμάμαι πάντως, στις αρχές της δεκαετίας του '80 έκανα φωτογραφικές εξορμήσεις στην Αττική και συναντούσα συχνά νομάδες με τα κοπάδια τους στο Κάτω Σούλι, κοντά στον Μαραθώνα. Μιλώντας μαζί τους, μου είχαν πει ότι έρχονταν από τη Θεσπρωτία, προφανώς Σαρακατσάνοι κι αυτοί.

Μνημείο για τους Σαρακατσάνους «Ποιμένες εκ Λεγραινών»

Ένα από τα καλύτερα βιβλία που έχουν γραφτεί για την Ελλάδα είναι μια μελέτη για την κοινωνία των Σαρακατσάνων από έναν κορυφαίο άγγλο ανθρωπολόγο (**). Όταν το διάβασα με είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ που είχα αναζητήσει βιβλία για τη ζωή τους. Είχα «ταξιδέψει» άπειρες φορές μαζί τους στις κορφές της Πίνδου. Ήταν η πρώτη επαφή μου με την ορεινή Ελλάδα, με έντονη δόση ρομαντισμού. Έχω επιστρέψει με το τρέξιμο.

Πίσω στην προπόνηση, το μόνο πρόβλημα που έχω είναι η ζέστη, ιδίως καθώς μειώνεται το υψόμετρο. Στην άσφαλτο, βλέπετε, δεν υπάρχει σκιά. Όσο κατεβαίνω πάντως, τόσο βαραίνουν τα πόδια. Το μυστικό είναι να πιαστώ, όχι υπερβολικά όμως, ώστε να προλάβω να ξεκουραστώ καλά για τον αγώνα. Οι επόμενες μέρες θα δείξουν. Τελικός απολογισμός 23 χιλιόμετρα, 2 ώρες και 14 λεπτά, 898 μέτρα αρνητική υψομετρική διαφορά. Στον Όλυμπο είναι πάνω από 3.000 μέτρα!


* «Οι Σαρακατσάνοι της Αττικής», πτυχιακή εργασία της Γαλάτειας Κατσίκη, Τμήμα Επιστήμης Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού, ΑΠΘ.

** «Honour Family and Patronage» a study of institutions and moral values in a Greek mountain community by J. K. Campbell.