Health & Fitness

Σαν παιχνίδι

Αγγελική Κοσμοπούλου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τα τελευταία απογεύματα του φθινοπώρου, πριν κρυώσει για τα καλά ο καιρός και κλειστούμε στο σπίτι, ακολουθώ όσο μπορώ τον Οδυσσέα στα παιχνίδια του. Με τα παιδιά της γειτονιάς, συνεχίζοντας όσο αντέχουν τις καλοκαιρινές συνήθειες, μαζεύονται στην πλατεία και παίζουν ποδόσφαιρο με τις ώρες. Κι εγώ με τσάντα γεμάτη βιβλία, μολύβια, τα μπλοκ μου και φακό κεφαλής για την ώρα που πέφτει το σκοτάδι κάθομαι στο καφενεδάκι και κάνω τα δικά μου –διαβάσματα και λοιπά.  Και, κάποιες στιγμές, σηκώνω το βλέμμα από τον μικρόκοσμο των χαρτιών για να βεβαιωθώ πως όλα πηγαίνουν καλά.

Και πηγαίνουν καλά. Τα παιδιά έχουν έναν τρόπο να τακτοποιούν από μόνα τους τα θέματά τους. Να οργανώνονται, να φτιάχνουν ομάδα, να βρίσκουν τη θέση τους στην ομάδα, να μοιράζουν το παιχνίδι. Να αλλάζουν θέσεις, να ξεπερνούν τα προβλήματα, να θυμώνουν κι έπειτα να μονιάζουν.

Πέρα από αυτά, έχουν ένα εγγενές χάρισμα, αυτονόητο στη νεότητα: τη δυνατότητα να χαίρονται τη δραστηριότητά τους. Να απολαμβάνουν το παιχνίδι. Και, κυρίως, να το απολαμβάνουν δίχως την αγωνία της αποτυχίας.

Ας πάρουμε το ποδόσφαιρο, σπορ αγαπημένο και παιχνίδι με απίστευτη διάδοση σε όλες τις ηλικίες. Παίζουν τα παιδιά στα γήπεδα και στις γειτονιές, στις αυλές, στο σχολείο. Χαίρονται. Βάζουν γκολ ή το «τρώνε», συμπλέκονται ή αγκαλιάζονται, ενθουσιάζονται ή θυμώνουν, κάποτε στενοχωριούνται. Κάποιοι ξεχωρίζουν για τη δεινότητα και το ταλέντο τους, κι άλλοι απλώς τα καταφέρνουν, τα βγάζουν πέρα. Μα αυτό δεν τους αποθαρρύνει από το να παίζουν. Δεν τους κάνει να αυτοαμφισβητούνται χωρίς λόγο. Κι αυτό επειδή δεν παίζουν για να είναι καλοί, αλλά για να παίξουν. Επειδή τα παιδιά παίζουν, πέρα από το ταλέντο.

Δεν κρατάει για πάντα αυτή η αίσθηση του παιχνιδιού, η ευχαρίστηση. Μεγαλώνοντας αρχίζει να μας απασχολεί το αν είμαστε καλοί, αν τα καταφέρνουμε, αν έχουμε ταλέντο. Αν θα πετύχουμε και, ακόμα περισσότερο, αν θα καταφέρουμε να μη ρεζιλευτούμε. Μας απασχολεί η γνώμη των άλλων και, ακόμα χειρότερα, μας βασανίζει η εσωτερική μας αίσθηση: η αξιολόγηση του τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε. Και κάποια πράγματα αποφασίζουμε πως δεν τα μπορούμε. Πως δεν είναι για εμάς.

Μεγαλώνοντας, συχνά δυσκολευόμαστε να δώσουμε στον εαυτό μας την «άδεια» να παίξει. Να δοκιμάσει για να ευχαριστηθεί, κι ας αποτύχει. Να πέσει, να δυσκολευτεί, να ζοριστεί λίγο αλλά στη βάση να χαρεί. Δυσκολευόμαστε να χαρούμε κάτι στο οποίο νιώθουμε πως δεν είμαστε καλοί. Συνδέουμε την ικανοποίησή μας με αυτό στο οποίο τα καταφέρνουμε, αντί με αυτό που μας αρέσει. Κι έτσι, συχνά  χάνουμε τη χαρά.

Βλέπω φίλους που με ρωτούν για το τρέξιμο –πώς θα αρχίσουν, πώς θα μπορούσαν, πώς το κάνω εγώ. Ρωτούν με επιθυμία, αλλά ο φόβος της αποτυχίας συχνά τους καθηλώνει. Η εικόνα τους, η αίσθηση που θα σχηματίσουν «οι άλλοι», ακόμα και το δικό τους ξεβόλεμα τους απασχολούν περισσότερο από όσο επιδιώκουν τη χαρά. Κι έτσι το αφήνουν, μεταθέτοντας τη χαρά της παιδειάς για έναν πιο εύθετο χρόνο, που φυσικά ενδέχεται να μην έρθει ποτέ.

Δεν μιλώ για τους αθλητές που στοχεύουν σε επιτυχίες και δουλεύουν για αυτές. Μιλώ για τους υπόλοιπους, όσους θα ήθελαν να δοκιμάσουν αυτό το «παιχνίδι» για να ασκηθούν, να βγουν στη φύση, να ξεσκουριάσουν, να νιώσουν καλύτερα για το σώμα τους.  Θέλουν (θέλουμε, δηλαδή), κάτι να καταφέρουν πρώτα, να εξοικειωθούν, να κατακτήσουν κάποια βασικά στοιχεία και μόνον έπειτα να αρχίσουν να χαίρονται. Κι έτσι ξεχνούν (ξεχνάμε, δηλαδή) πως κύριο ζητούμενο είναι η χαρά. Πως η δρομική παιδειά δεν είναι μόνον παίδεμα και κόπος, αλλά πρωτίστως χαρά. Και πως η χαρά του τρεξίματος δεν συναρτάται μόνον με μικρές ή μεγάλες επιτυχίες, μα ξεκινά από την ίδια την κίνηση. Την ηδονή, θα τολμούσα να πω.  

Ξεκινάς δοκιμάζοντας, και παίζοντας. Κάπου τα καταφέρνεις και κάπου όχι. Αν η διαδικασία έχει χαρά, θα συνεχίσεις. Θα είναι ισχυρό το κίνητρο να δοκιμάσεις ξανά και ξανά, υπερβαίνοντας δεύτερες σκέψεις κι αναστολές. Αν όχι, δεν θα έχεις κίνητρο –και δίχως κίνητρο τίποτα μη υποχρεωτικό δεν κρατάει, δεν αντέχει.

Σκεφτόμαστε πως για να γίνει κανείς αθλητής, ανεξάρτητα από το επίπεδο και την προσδοκία θα πρέπει να βρει μια λογική αφετηρία. Ξεχνάμε πως όσο κι αν βαραίνει η λογική, είναι το συναίσθημα που κατευθύνει τον κόσμο. Αυτό οδηγεί τις αποφάσεις που έπειτα τις κάνει να μοιάζουν δικές της η λογική. Όπως λέει μια αρχή της διαφήμισης –της τέχνης της πειθούς- δεν μπορείς να κάνεις κάποιον να κάνει κάτι από ανία. Θα τον πείσεις να δράσει από ενδιαφέρον. Με την ίδια εξίσωση, δεν θα γίνεις αθλητής από υποχρέωση. Από χαρά θα αρχίσεις. Και από παιχνίδι. Σαν παιχνίδι, λοιπόν, θα ξεκινήσεις…