Θεματα

Μην πυροβολείτε το Junk Food

Η κοινωνία της γεύσης από τον Κώστα Τσίγκα

Κώστας Τσίγκας
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αν και έχει περάσει πολύς καιρός, ακόμη θυμάμαι τα πρώτα συναισθήματα της ενηλικίωσής μου και αυτά έχουν να κάνουν κυρίως με τη δυνατότητά μου να ξοδέψω τα πρώτα μου χρήματα μαζί με φίλους σε κάποιο fastfood-άδικο της εποχής. Συνήθως ήταν σουβλατζίδικο ή πιτσαρία αλλά το γεγονός και μόνο ότι η πρώτη μας σκέψη ήταν το fastfood-άδικο είναι το καθοριστικό στοιχείο.

Μάλιστα στο δρόμο προς τα εκεί, όλες μας οι συζητήσεις είχαν να κάνουν με το μέγεθος, τη γεύση και τα παρεμφερή του σουβλακιού. Ήταν τόσο «γλυκιά» και απελευθερωτική η διαδικασία μια που το σουβλάκι και όλα τα πολιτισμικά και διατροφικά του στοιχεία, τότε, δεν είχαν την παραμικρή παρέμβαση στη σκέψη μας. Κάτι δηλαδή εντελώς διαφορετικό από αυτό που συμβαίνει όταν σήμερα σαν ενήλικας κατευθύνεσαι σε κάποιο «αστεράτο» in εστιατόριο και φορτώνεις τη σκέψη σου με χιλιάδες άλλες ιδέες πέρα και έξω από το φαγητό.

Χρόνια πολλά αργότερα παρακολουθώ, και συμμετέχω για την ακρίβεια, σε μια ελιτίστικη θα την χαρακτήριζα διαδικασία δαιμονοποίησης του φτηνού και γρήγορου φαγητού, καθώς επίσης και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται γύρω από αυτό. Το fast food είναι υπεύθυνο σύμφωνα με όλους τους νεόκοπους foodies για τα πάντα εκτός ίσως από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο.

Η παχυσαρκία, ο διαβήτης, η καταστροφή του περιβάλλοντος, η μόλυνση στην ατμόσφαιρα και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς οφείλονται στο γρήγορο φαγητό. Η γεύση μας εννοιοποιείται, η μαγειρική στο σπίτι εξαφανίζεται, και τα εργατικά δικαιώματα καταπατούνται εξαιτίας αυτών που παράγουν και προωθούν γρήγορο και επεξεργασμένο φαγητό. Για όλα φταίει ένα σύστημα υπερτροφικών εταιρειών επεξεργασίας τροφίμων το οποίο ελέγχει στην πραγματικότητα το τι θα φάμε, πώς θα το φάμε και πότε. Φυσικά, ανάλογα με ένα καλά σχεδιασμένο πλάνο που στόχο του έχει το κέρδος.

n

Η λογική αυτή, όσο απλοϊκή κι αν φαίνεται, έχει εύκολο εκκολαπτήριο τη νοσταλγικότητα και τον συντηρητικό ρομαντισμό που υποβόσκει στη σκέψη μας, σε μια εποχή που μοναδικό μας ίσως καταφύγιο είναι «οράματα» ηρεμίας και «σταθερότητας», μια βουκολική δηλαδή αντίληψη για το φαγητό και την καθημερινότητα.

Ονειρευόμαστε δημητριακά ολικής άλεσης, κρέατα χωρίς ορμόνες και αντιβιοτικά, λαχανικά χωρίς χημικά αλλά με νερό από μια πεντακάθαρη πηγή, χωρίς βέβαια να σκεφτούμε ότι κάποιος αγρότης θα πρέπει να τα παράγει αυτά και αυτός ο σύγχρονος «σκλάβος» δεν υπάρχει πια. Απαιτούμε με τον ένα ή άλλο τρόπο τα προϊόντα μιας άλλης εποχής σε μια διαφορετική κοινωνία, με έναν ελιτίστικο τρόπο που είναι ταυτόχρονα και ταξικός, ξεχνώντας ότι η καπιταλιστική παραγωγή έχει μετατρέψει τον αγρότη σε απλό εργαλείο της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης.

Φανταστείτε την ίδια στιγμή το μέσο καταναλωτή ο οποίος βομβαρδίζεται ακατάπαυστα από όλους εμάς που συντηρούμε τον εαυτό μας προωθώντας μια bourgeois αντίληψη για το φαγητό και «κλαίμε» για την εξαφάνιση των καλών πρώτων υλών, των καλών παραγωγών artisan ale προϊόντων, ο οποίος αφού προσπαθήσει να τα βρει και αφού σπαταλήσει ώρες ολόκληρες για να φτάσει στην πηγή, σε κάποιο απομακρυσμένο σημείο της χώρας, συνειδητοποιεί πως είναι πανάκριβα και δεν μπορεί στην πραγματικότητα να τα απολαύσει, παρά μόνο ίσως μια φορά το χρόνο.

Φανταστείτε επίσης τον ίδιο άνθρωπο να βομβαρδίζεται από την άλλη μεριά από χιλιάδες άμεσες ή έμμεσες διαφημίσεις για επεξεργασμένα τρόφιμα μέσα από δεκάδες περιοδικά φαγητού ή τηλεοπτικά shows τα οποία προωθούν θολές ιδέες για το μαγείρεμα, για την σπιτική κουζίνα και πολλά άλλα τέτοια αλλά την ίδια στιγμή έχουν σπόνσορα, άμεσο ή έμμεσο, μια πολυεθνική και την καινούργια της σειρά από κάποιο «εξελιγμένο» τρόφιμο με καταπληκτικές προδιαγραφές.

n

Με άλλα λόγια, πώς μπορεί ένας άνθρωπος να βρει άκρη όταν ένα τεράστιο σύστημα από εταιρείες και ανθρώπους που στην μια μεριά του στόματός τους έχουν ψωμί χωρίς γλουτένη και στην άλλη προκάτ τηγανητές πατάτες, τον διχάζει καθημερινά με ιδέες και αντιλήψεις περί φαγητού με μια σχιζοφρενή λογική και πρακτική; Πώς μπορούμε να προωθούμε τη λογική της αντικατάστασης του αγελαδινού γάλακτος με το γάλα αμυγδάλου, ρυζιού ή σόγιας την εποχή που ακόμη και το αγελαδινό μετατρέπεται σε είδος πολυτελείας; Πώς γίνεται εγώ σαν μάγειρας να χρησιμοποιώ μόνο αμερικάνικο βοδινό κρέας, και μάλιστα ταϊσμένο με χορτάρι, όταν αυτό κοστίζει τα διπλάσια ή τριπλάσια χρήματα από το δύσμοιρο, μεικτής χρήσης βόδι της ελληνικής παραγωγής;

Μήπως, με άλλα λόγια, φτάσαμε στο σημείο με τη λογική μας να κάνουμε τους υγιείς και πλουσιότερους περισσότερο υγιείς και τους ασθενέστερους οικονομικά και διατροφικά ακόμη περισσότερο ασθενείς; Γιατί, ας μην κρυβόμαστε, το θέμα της διατροφής αφορά στην ουσία αυτούς που δεν μπορούν οικονομικά να «προσέξουν» τους εαυτούς τους, τους ασθενέστερους οικονομικά, για να χρησιμοποιήσω τη δημοφιλή έκφραση των φιλελεύθερων της εποχής μας.

Μάθαμε τα τελευταία χρόνια, μέσα σε μια γενικότερα άναρχη εξέλιξη, να κοιτάμε το φαγητό μας μέσα από τις διχοτομίες που περιγράψαμε: Βιολογικό vs συμβατικό, χαμηλά λιπαρά vs λιπαρά, χαμηλά σάκχαρα και θερμίδες vs πολλή ζάχαρη, νόστιμα vs άνοστα, ντόπια vs εισαγόμενα κλπ. κλπ. Είναι δε ακριβώς αυτή η σχετικά ανιστόρητη διχοτόμηση που δημιουργεί στο μυαλό μας μια σχέση με το παρελθόν η οποία είναι μόνο ιδεατή και συντηρητική στη φύση της σε σχέση όχι μόνο με το φαγητό αλλά και με όλα τα υπόλοιπα θέματα της κοινωνίας μας. Ωραιοποιούμε, δηλαδή, μια σειρά παραγωγικών σχέσεων που δεν έχουν καμιά σχέση με τη σημερινή εποχή, τον καλό δηλαδή αγρότη σε αντίθεση με το βιομηχανικό εργάτη που παράγει τη σύγχρονη τροφή μας.

Αυτό που μάλλον δεν μπορούμε να αποδεχτούμε είναι το γεγονός ότι η κρίση κάνει καθοριστική για τους περισσότερους ανθρώπους τη συντήρηση της οικογενείας τους και όχι τη γαστριμαργική της ευχαρίστηση. Δυστυχώς το φαγητό έχει φύγει χρόνια πολλά πριν από την κουζίνα μας και το χωράφι του αγρότη και έχει περάσει στα χέρια των χρηματιστών και του παγκόσμιου οικονομικού και νομισματικού συστήματος.

n

Το 2008 η παραγωγή σιτηρών σε όλο τον κόσμο ξεπέρασε κάθε προηγούμενο, για την ακρίβεια σε επίπεδο διπλασιασμού σε σχέση ακόμη και με το 2007, ποσότητα ικανή να συντηρήσει το διπλάσιο πληθυσμό από τον πληθυσμό της γης την δεδομένη στιγμή. Κι όμως την ίδια χρονιά ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι, σύμφωνα με τον ΟΗΕ, σε όλο τον κόσμο δεν είχαν την δυνατότητα να συντηρηθούν διατροφικά. Με απλά λόγια ήταν πεινασμένοι. Παράλογο; Όχι, σύμφωνα με τα διάφορα χρηματιστήρια αξιών σε όλο τον κόσμο.Ήταν η χρονιά που άρχισαν να ξεσπούν δεκάδες διαδηλώσεις σε όλα τα μέρη της γης με θέμα την υπερβολική αύξηση των τιμών βασικών αγαθών όπως το στάρι μέσα σε μια νύχτα.

Το καλό κρέας, τα ξεχωριστά αλλαντικά και οι τρούφες έρχονται στο τραπέζι μας γιατί υπάρχουν πολλά λεφτά και κέρδη στην παραγωγή τους και όχι γιατί ο ακτιβισμός των foodies οδηγεί εκεί την παραγωγή και τον «ευαίσθητο» ουρανίσκο μας. Το φαγητό και οι πρώτες ύλες έχουν από καιρό χάσει τη βουκολική τους σχέση με τον καταναλωτή και έχουν γίνει κομμάτι της αγοράς, έχουν νομισματοποιηθεί, έχουν γίνει εργαλεία επένδυσης, όπως το πετρέλαιο, ο χρυσός, σαν κάθε άλλο νομισματικό ή επενδυτικό εργαλείο όπως τα μισητά παράγωγα για παράδειγμα.

Για αυτό το λόγο, την επόμενη φορά που θα παραγγείλετε πίτσα, αφήστε κατά μέρος την ηθικολογία της όρεξης και σκεφτείτε ότι ακόμη και εκεί κάποιος ρευστοποιεί κάποιο παράγωγο για να το μετατρέψει σε κέρδος που με την σειρά του θα αλλάξει αργά ή γρήγορα αυτή την πίτσα που σε λίγα λεπτά θα καταβροχθίζετε.

Πιθανά το junk food μπήκε στην ζωή μας από την στιγμή που η Εύα άρπαξε το μήλο. Αυτή είναι η λογική του fast food. Αρπάζω ότι βρω και μάλιστα χωρίς να σκεφτώ αμέσως πριν πως ο Φουκώ θεωρεί τις επιλογές μας στο φαγητό σαν ηθική υπόσταση του εαυτού μας, ο Claude Levi-Strauss σαν θεσμικό στοιχείο της προσωπικότητάς μας και ο Pierre Bourdieu σαν αυτό που μας διαχωρίζει από τους άλλους. Ίσως το fast/junk food μας ενώνει. Ίσως.