Θεματα

«Καφενείο η Λεβεντιά», εδώ όπου ο χρόνος σταμάτησε στο 1970

Μπήκαμε στο παλαιότερο παραδοσιακό καφενείο της Αιτωλοακαρνανίας

Άκης Κατσούδας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Η Λεβεντιά» στη Μαλεσιάδα Αιτωλοακαρνανίας είναι ένα από τα τελευταία παραδοσιακά καφενεία - παντοπωλεία της Ελλάδας

Η πόρτα της πράσινης παράγκας φαίνεται ανοιχτή. Ίσα που ξεχωρίζει από την κληματαριά η οποία είναι γεμάτη σταφύλια έτοιμα για φάγωμα. Περνάμε την είσοδο. Πάνω μας αχνοφαίνεται μια πινακίδα τόσο παλιά όσο και η ιστορία αυτού του μαγαζιού. «Καφεπαντοπωλείο - Ψητοπωλείο “Η Λεβεντιά”». Βρισκόμαστε στη Μαλεσιάδα Αιτωλοακαρνανίας, σ’ ένα από τα τελευταία παραδοσιακά παντοπωλεία της χώρας. 

Με το που μπαίνουμε μέσα ο Χρήστος Σταμούλης και η γυναίκα του, η κ. Γκόλφω, ιδιοκτήτες του καφενείου, μας υποδέχονται εγκάρδια. Αρχίζουν να μας ρωτούν για τη ζωή στην Αθήνα, τις σπουδές, τους γονείς μας. Στο ίδιο χωριό έχουμε μεγαλώσει, άλλωστε. Γνωριζόμαστε καλά. 

Παρά το μικρό της μέγεθος, σε κάθε γωνία υπάρχει από ένα ράφι στο οποίο μπορείς να βρεις κάθε λογής πραμάτεια. Από καραμέλες, λουκούμια, χάντρες, κονσέρβες μέχρι απορρυπαντικά, κυνηγητικό εξοπλισμό ακόμη και καλσόν. «Έχουμε ό,τι θες. Βερνίκια, κανέλες, γαρύφαλλα, πάστες για τα δόντια» λέει η κ. Γκόλφω με περηφάνια.

Άκης Κατσούδας

«Είναι ένα μικρό σούπερ μάρκετ. Μέχρι και καρφιτσάκι υπάρχει. Ό,τι χρειάζεται ένα χωριό» προσθέτει ένας από τους πελάτες του όσο επεξεργάζομαι τα ράφια και τα προϊόντα, οι τιμές των οποίων είναι μουτζουρωμένες με μαύρο μαρκαδόρο. 

Κάτω από τα ράφια υπάρχουν μερικά τραπέζια για τους θαμώνες του μαγαζιού που έρχονται για να πιουν το καφέ ή το κρασάκι τους και να πουν τα νέα τους. 

Άκης Κατσούδας

Το μαγαζί ξεκίνησε τη λειτουργία του το μακρινό 1968 και από εκεί έχει περάσει όλο το χωριό. Βρίσκεται πάνω στον δρόμο που συνδέει τους οικισμούς του ορεινού Βάλτου, ωστόσο, όπως επισημαίνει ο κ. Χρήστος, όταν εγκαινιάστηκε, το χωριό δεν είχε δημιουργηθεί καλά καλά, ενώ υπήρχε ακόμη χωματόδρομος. Τα προϊόντα, μάλιστα, έφταναν με τα «καρναβάλια» - μικρά λεωφορεία στα οποία οι ντόπιοι πάνω έβαζαν μέχρι και ζώα - από το Αγρίνιο. 

Άκης Κατσούδας

Μέσω αυτών προμηθεύονταν και τα υπόλοιπα παντοπωλεία που υπήρχαν εκείνη την εποχή, στα οποία μπορούσε να βρει κανείς μέχρι και παπούτσια καθώς η πρόσβαση στην πόλη ήταν πολύ δύσκολη, ωστόσο, κανένα από αυτά δεν έχει διατηρηθεί ως σήμερα. «Ήταν άλλες εποχές εκείνες» λέει η κ. Γκόλφω και μου δείχνει τον παλιό κατάλογο του μαγαζιού. «Κάποτε γράφαμε εκεί πόσες δραχμές κάνει το ούζο, η βανίλια, το λουκούμι. Υπήρχε κόσμος παλιά. Σήμερα το χωριό έχει ερημώσει». 

Για την ίδια και τον άνδρα της, αυτό το μαγαζί είναι όλη τους η ζωή. «Τι να μας αρέσει αγόρι μου; Εδώ γεννηθήκαμε, εδώ μεγαλώσαμε, εδώ γεράσαμε» λέει ο Χρήστος Σταμούλης από το τραπέζι του που βρίσκεται απέναντί μας. 

Άκης Κατσούδας

Στο βάθος του μαγαζιού υπάρχει μια πολύ μικρή κουζίνα, ένας νεροχύτης, και ένας μικρός πάγκος για να ετοιμάσουν τους μεζέδες και το δικό τους φαγητό. «Εδώ θεωρούμε πως είναι η κουζίνα μας. Εμείς εδώ μαγειρεύουμε, εδώ τρώμε, εδώ περνάμε τη μέρα μας και το βράδυ πάμε στο σπίτι μας για ύπνο» προσθέτει η κ. Γκόλφω και βγαίνει έξω για να σκουπίσει την αυλή. Ένα «σπιτομάγαζο», όπως το ονομάζει ένας θαμώνας που στέκεται και πίνει τον ελληνικό του. 

«Σ’ αυτό το μαγαζί που βλέπεις ερχόσουν παλιά τα βράδια και δεν μπορούσες να βρεις μια καρέκλα να κάτσεις» προσθέτει ένας άλλος που κάθεται δίπλα στον πόρτα. Από μικρός άκουγα τους δικούς μου να λένε για τα βράδια του χειμώνα όταν δεκάδες άνθρωποι κλεινόντουσαν μέσα στην παράγκα για να παίξουν καμιά δηλωτή και να δουν αγώνες του Γκάλη στην τηλεόραση. 

Άκης Κατσούδας

Τα πράγματα σήμερα μπορεί να έχουν αλλάξει καθώς τα παραδοσιακά καφενεία, ακόμη και στα μικρά χωριά, έχουν αντικατασταθεί από καφετέριες, ωστόσο, υπάρχουν ακόμη μερικοί πιστοί θαμώνες του μαγαζιού που εξακολουθούν και πηγαίνουν για τον καφέ τους. 

Μέσα στα χρόνια, μάλιστα, όλοι τους έχουν βρει τις δικές τους θέσεις που δεν τις αλλάζουν ποτέ. «Εγώ κάθομαι εδώ που βλέπεις, ο Χρήστος εκεί, η Γκόλφω δίπλα μου, και οι επισκέπτες στις υπόλοιπες» λέει και αρχίζουν όλοι να γελούν. 

Άκης Κατσούδας

Όσο παρακολουθούμε ειδήσεις στη μεγάλη τηλεόραση - το μοναδικό στοιχείο νεοτερισμού στον χώρο -, το μάτι μου πέφτει πάνω σε μια κορνίζα η οποία είναι τοποθετημένη πάνω από μια καρέκλα. «Αυτός είναι ο μπαρμπα-Γιάννης. Ήταν μόνιμος θαμώνας του μαγαζιού μέχρι τη μέρα που πέθανε. Ποτέ δεν πήγε σε κανένα άλλο καφενείο. Βάλαμε και εμείς, λοιπόν, τη φωτογραφία του πάνω από τη θέση που είχε όλα αυτά χρόνια» εξηγεί ο Χρήστος Σταμούλης. 

Άκης Κατσούδας

Το μαγαζί έχει αρχίσει να αδειάζει καθώς οι λίγοι επισκέπτες πρέπει να πάνε στα σπίτια τους για μεσημέρι. Το απόγευμα μπορεί να περάσουν πάλι για καφέ αυτή τη φορά, όμως, στην αυλή της παράγκας κάτω από τον ίσκιο της κληματαριάς. Η κ. Γκόλφω ετοιμάζει να απλώσει το τραπεζομάντηλο για το μεσημεριανό. Η πόρτα του καφενείου, όμως, θα μείνει ανοιχτή.