Θεματα

Σάλτσες.

Ιωάννα Μαραγκουδάκη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Για την Αραμπιάτα:

2  καυτερές πιπεριές (chili)

500 γρ. ντομάτες ψιλοκομμένες (ή κονσέρβα)

3 μικρές σκελίδες σκόρδο

Μισό κρεμμύδι

Μια μικρή χουφτίτσα ελιές (κατά προτίμηση Καλαμάτας και χωρίς κουκούτσια)

Μισό κουτάλάκι του γλυκού ζάχαρη

Παρμεζάνα

Φρέσκο βασιλικό

Ελαιόλαδο

Αλάτι

Πιπέρι

Για την (simple version) Καρμπονάρα:

6 φέτες μπέικον

75 γρ. κρέμα γάλακτος

Μισό κρεμμύδι

1 σκελίδα σκόρδο

1 αυγό

Ότι τυρί έχουμε στο ψυγείο μας

Ελαιόλαδο

Βούτυρο

Αλάτι

Πιπέρι

Για την Μπολονέζ:

Kαλά δικέ μου. Χαλάρωσε.

Ποτέ δεν ήμουν υπέρ των παράλληλων σχέσεων. Το ορκίζομαι. Ποτέ. Ούτε καν στα 20, αλλά ιδίως από μια ηλικία και μετά δεν είναι απλά κούραση και μαύρη ταλαιπωρία αυτή η φάση. Είναι και γραφικότητα. Η αγρίως απίθανη ζωή όμως είναι πάντα εδώ  για να σου τρίψει χασκογελώντας στα μούτρα όλα αυτά τα οποία μονίμως κορόιδευες και απαξιούσες σε άλλους.

Να ΄μαι λοιπόν εδώ ο γραφικός. Ο αστείος κριτής των ξένων ιστοριών που πολλά τραγούδια έλεγε  έξω από τον χορό και να τον τώρα να χορεύει καλαματιανούς πάνω από μια κατσαρόλα με νερό που βράζει. Το ότι θα κάνω μακαρόνια το ξέρω. Το επόμενο βήμα με μπερδεύει. Και αν δεν είμαι σε θέση να επιλέξω μια σάλτσα, μια απλή αθώα σάλτσα για μακαρόνια που ψήνεις στα γρήγορα, γιατί μετά από 15 ώρες δουλειά τι να μαγειρέψει κανείς, είμαι αλήθεια σε θέση να επιλέξω γυναίκα; Εγώ που δεν είχα τίποτα, βρέθηκα να έχω τα πάντα. Και με λυμένη γραβάτα κοιτάζω από τη μια τις ντομάτες και από την άλλη την κρέμα γάλακτος. Τι θα φάω σήμερα Θεέ μου; Αραμπιάτα ή καρμπονάρα; Κόκκινο ή άσπρο; Κική ή Κοκό;

Ναι. Η Κική θα ήταν η χωρίς δεύτερη σκέψη Αραμπιάτα μου. Από το πρώτο της φιλί, τον τρόπο που σταύρωνε τα πόδι της. Τον τρόπο που ζητούσε και έπαιρνε ό,τι ήθελε. Τον τρόπο που συνέχεια ήθελε και άλλο και άλλο και άλλο. Όλα της, καυτερή κόκκινη πιπεριά. Να σου μουδιάζει τα χείλια, να σου καίει τη γλώσσα και να θέλεις και άλλο και άλλο και άλλο.

Σάλτσα ζόρικη, όχι για όλους. Καραμελωμένα κρεμμύδια στο τηγάνι με τη διαβολεμένη πιπεριά και το σκόρδο να βράζουν όλα μαζί και να κοχλάζουν. Όπως οι καυγάδες μας. Μαλώναμε για τα πάντα. Για τα πολιτικά, για ταινίες και μουσικές, για  τον καιρό, για τις στάσεις στο σεξ. Πάντα μαλώναμε και πάντα φιλιώναμε με ταυτόχρονους οργασμούς. 

Χαμηλώνω τη φωτιά και ρίχνω την ντομάτα, αλάτι και ζάχαρη. Εκείνη όμως τις φωτιές τις κράταγε πάντα αναμμένες. Και εκεί καιγόμασταν ηδονιστικά μια πάνω, στον απόλυτο παράδεισο με αέναες συζητήσεις, με γέλια υστερικά και με ανελέητα πηδήματα μέχρι αίματος. Και μια στην κόλαση. Με εκείνη έξαλλη, να εξαφανίζεται για βδομάδες.

10 λεπτά κρατάω τη σάλτσα να σιγοβράζει για να δέσει καλά. Και λίγο πριν την αποσύρω από το μάτι, προσθέτω τις ροδέλες της ελιάς. Μπλουμ και μέσα. Κάπως έτσι έπεσα στην καψούρα της μικρής μου Αραμπιάτας που γούσταρε αγριάδες στο κρεβάτι, βασανιζόταν από αλλοπρόσαλλες κυκλοθυμίες και που πολλές φορές ενώ την κράταγα σφιχτά στην αγκαλιά μου και ρούφαγα τα πικάντικα αρώματα της, έβαζε τα κλάματα. Κάψιμο από τσίλι με την πρώτη μπουκιά και επίγευση ντοματένιας τρυφερότητας. Ήμουν δεμένος στον κατακόκκινο  μαγεμένο της ιστό. Τρελός με τις νευρώσεις της και ξετρελαμένος με το μυαλό και το σώμα της. Τι γεύση αυτή η σάλτσα. Τι νοστιμιά αυτή η γυναίκα.

Και κάπου εκεί σε μια αίθουσα αναμονής για τον οφθαλμίατρο, προσγειώθηκε στη γελοία μου ζωή, η Κοκό. Να έφταιγαν οι πολλές ταινίες του Woody Allen; Να έφταιγαν τα γαλάζια της μάτια και οι μακριές ντροπαλές (εν αρχή) της βλεφαρίδες; Από το πρώτο χαίρετε, ήταν προφανές. Καρμπονάρα.  Παχύρρευστη, λιγωτική, ισοπεδωτική για το στομάχι που κρύβεται πίσω από τη λευκή αθωότητα της κρέμας γάλακτος. Πότε μια κρέμα γάλακτος είναι αθώα, βρε ηλίθιε;

Τι να έκανα όμως; Τι να κάνω;  Ρίχνω το λάδι και λίγο βούτυρο, το κρεμμύδι και το σκόρδο. Να τι κάνω. Αφού καραμελώσουν ρίχνω και το μπέικον και το φέρνω βόλτες στο τηγάνι. Όπως αυτές που κάναμε μαζί στον Εθνικό κήπο και στο Ζάππειο. Ήταν ρομαντική η Καρμπονάρα μου. Εκεί στον κήπο κοντέψαμε να το κάνουμε και πρώτη φορά. Δεν μίλαγε πολύ. Της άρεσε να με ακούει. Με τις ώρες. Με κοίταζε, εμένα τον τίποτα, σαν να ήμουν βασιλιάς. Μέγας φιλόσοφος και ρήτορας. Πάντα μαζεμένη και γεμάτη συστολές (εν αρχή).

Αρκούσε να της φιλήσεις το μικρό λευκό της αυτάκι. Εκεί έχανε το μυαλό της. Της ανέβαινε πυρετός. Σαν αυτόν που καίει μέσα στο τίγκα στη χοληστερίνη τηγάνι μου. Χτυπάω το αυγό με το αλατοπίπερο και προσθέτω την κρέμα γάλακτος. Αφού το μακαρόνι είναι έτοιμο τα κάνω όλα μια τούμπα και ανακατεύω, προσθέτοντας τα κρεμμύδια, το σκόρδο και το μπέικον που έχουν όλα καραμελώσει, μαζί και τα τριμμένα τυριά.

Δεν είναι φαΐ αυτό. Εισαγωγή στο νοσοκομείο είναι. Σαν αυτήν που κόντεψα να κάνω μόνος μου όταν καταλήξαμε να μιλάμε 7 φορές τη μέρα στο τηλέφωνο. Όταν τα μηνύματα «πού είσαι» έφτασαν τα 12. Όταν η ανασφάλεια της χτύπαγε επίπεδα εμφράγματος. Θα μπορούσα να την έκοβα απλά αυτή τη σάλτσα. Με τσάκιζε. Όμως ο τρόπος που ήταν δική μου, τόσο ολιστικά, τόσο ενάντια στις τόσες συστολές της, με συγκλόνιζε. Με κοιτούσε και έλιωνε. Με έπαιρνε και χανόταν. Με έκανε να νιώθω σημαντικός. Δυνατός. Μοναδικός. Μου τα προσέφερε όλα της, μαζί και ασύστολες καούρες. Τι τα θες όμως. Όλα στη ζωή έρχονται με ένα τίμημα.

Και να’ μαι λοιπόν τώρα εδώ. Ανάμεσα σε μια Αραμπιάτα πυρκαγιά και σε μια ονειρεμένη Καρμπονάρα. Με τα μακαρόνια στο χέρι και τον απορροφητήρα να ουρλιάζει. Ανάμεσα στα ουρλιαχτά χτύπησε το κουδούνι. Με το που ανοίγω και κοιτάζω τα μακριά καστανά μαλλιά, τα υγρά καστανά μάτια, τις γεμάτες λαχταριστές γάμπες και τα σαρκώδη χείλη, το κατάλαβα. Το κατάλαβα και από το παιχνίδισμα στη φωνή, όταν μου ζήτησε τη ζάχαρη. Δεν ήταν απλά η νέα γειτόνισσα, να ξέρετε. Ήταν αυτή. Μια αυθεντική ζουμερή Μπολονέζ.

Από γυναίκες δεν έχω ιδέα παιδιά. Στις σάλτσες όμως, είμαι τεχνίτης.