Θεματα

Δροσερή σαλάτα, με πολύ σος μελιού και χωρίς καθόλου ελπίδα

Ιωάννα Μαραγκουδάκη
ΤΕΥΧΟΣ 557
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Υλικά

Φρέσκια ρόκα

Φρέσκο σπανάκι

1 φλιτζάνι ξίδι βαλσάμικο

1 φλιτζάνι ελαιόλαδο

2/3 φλιτζάνια χυμό πορτοκάλι

2 κουταλιές της σούπας μέλι

20 σπόροι κουκουνάρι

1/3 φλιτζάνια μαϊντανό ψιλοκομμένο

2 κουταλάκια του γλυκού μουστάρδα

Αλάτι

Πιπέρι

Κάτω από τις βλεφαρίδες μου τον κοιτάω. Έτσι θα το έγραφε η Τζέιν Έιρ. Είμαι σεμνή, συνετή, υπεράνω πάσης υποψίας και γεμάτη ανεκλπήρωτους πόθους και συσσωρευμένη από χρόνια καύλα, όπως οι περισσότερες ηρωίδες της. Κάθομαι δύο θέσεις πίσω του στο μετρό, όπως κάθε μέρα εδώ και μήνες. Έχει ξυρισμένο κεφάλι, ένα μικρό τατουάζ πίσω από το αυτί και φοράει πάντα ένα ζευγάρι ταλαιπωρημένα σταράκια. Λογικά επιστρέφει σπίτι μετά τη δουλειά. Να δεις που κάνει κάτι καλλιτεχνικό. Κάτι δημιουργικό. Η σκέψη και μόνο αυτής του της επαγγελματικής ενασχόλησης με κάνει να σφίγγω τα μπούτια μου μεταξύ τους. Λίγο και θα μου ’πεφτε το τάπερ από τα γόνατα. Σήμερα νομίζω το πέτυχα. Αυτό το φαΐ ταιριάζει σε έναν εναλλακτικό τύπο με ξυρισμένο κεφάλι, τατουάζ πίσω από το αυτί και ταλαιπωρημένα σταράκια.

Όχι ταλιατέλες με φρέσκια κρέμα και θυμάρι, όπως το πρώτο τάπερ μου. Πολύ γκομενικά απελπισμένο. Όχι κορμό με ξηρούς καρπούς, όπως το προτελευταίο. Πολύ εντέχνως μαμαδίστικο. Όχι, σε σχεδόν 100 ταπεράκια με φαγιά και φαγιά που τόσο καιρό φτιάχνω.

Μια φρέσκια δροσερή σαλάτα με ρόκα και σπανάκι. Και μια σος μελιού, ίσα ίσα για να καταλάβει ότι μπορεί να είμαι σχεδόν παρθένα, αλλά έχω μια κρυμμένη επιμελώς ροκ πτυχή για να του ταιριάξω. Αυτή η σαλάτα με σος μελιού θα είναι το κλειδί μου και θα του το παραδώσω μαζί με εκείνο από τα ανοιχτά μου σκέλια. Αυτή η απόλυτα ισορροπημένη γεύση mainstream φρεσκάδας με provocative φαντασίωση γλύκας. Τον κοιτάω και μετράω στάσεις. Φαίνεται προσηλωμένος στο κινητό του, όπως πάντα. Μπορεί να διαβάζει ένα άρθρο. Μπορεί να κοιτάζει το προφίλ του στο Facebook. Μπορεί να βλέπει τα γυμνά βυζιά της κοπέλας του. Δεν με νοιάζει το παρελθόν του. Ούτε καν το πριν 10 λεπτά του. Με νοιάζει να δαγκώσει όλη μου την παθητικότητα στην τραγανή ρόκα. Να αιφνιδιαστεί από την απείθαρχη οξύτητα του βαλσάμικου, τα χάδια του παρθένου ελαιόλαδου και, όσο η μπουκιά θα βαθαίνει, να κάνει τη βουτιά που του προορίζω στα ζουμιά της τρυφερής σάρκας του πορτοκαλιού. Στο ακραίο της ένωσης του θυμαρίσιου μελιού με τη μουστάρδα. Να νιώσει το ψιλοκομμένο μαϊντανό και το κουκουνάρι και να καταλάβει ότι μπορώ να του κάνω όλα τα γούστα, αν και δεν φαίνεται. Μπορώ όμως να σταθώ και όπως πρέπει δίπλα του. Μουστάρδα μέσα στο μέλι. Πιπέρι στο πορτοκάλι. Αυτή είμαι. Αυτή είναι η γεύση μου η κρυφή. Σήμερα είναι η μέρα που δεν θα ντραπώ. Θα του το δώσω το τάπερ. Δεν έχει κανέναν να τον προσέχει, είμαι σίγουρη. Εγώ θα τον φροντίσω. Εγώ ξέρω πώς να φροντίσω τον καβαλάρη μου. Και αυτός στη συνέχεια, αφού πιει το μεστό ζουμί από την ένωση όλων αυτών των υλικών στον πάτο του τάπερ, αφού λερώσει το όμορφό του πιγούνι, θα με πιάσει και θα με ξεσκίσει, Θεέ μου, επιτέλους, εδώ μπροστά σε όλους. Να μας δουν όλοι. Αυτό θέλω. Τρεις στάσεις και μετά η δική του. Να φτάσουν δύο και σηκώνομαι. Στα χέρια θα του το αφήσω και αφού φάει το ξέρω. Θα κάνει αυτό που πρέπει σαν σωστός άντρας. Μου αξίζει και του αξίζει. Δύο στάσεις. Πρέπει να σηκωθώ. Πρέπει να σηκωθώ. Τέλειωσαν τα ψέματα. Αυτό είναι το τέλειο τάπερ. Αυτή είναι η μαγική γεύση. Θα γίνει δικός μου. Πρέπει να σηκωθώ.

Πρέπει να σηκωθώ.