Θεματα

Tονοσαλάτα μέχρι θανάτου

Ο τόνος της. Θα ήθελα αν μπορούσα να τη γλείψω αυτή τη φωνή. Να τη ρουφήξω και να την κρατήσω μέσα στο στομάχι μου για πάντα

Ιωάννα Μαραγκουδάκη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

500 γραμμάρια λευκό και άγριο ρύζι

2 κουτάκια τόνο στο νερό (αφού έχει στραγγίξει)

Αγγουράκια τουρσί

Κάπαρη

Αλάτι

Πιπέρι

Ελαιόλαδο (από 2 μέχρι 4 κουταλιές)

Μαγιονέζα (κατά βούληση)

Όταν τη βλέπω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, είμαι ήδη ένα τέταρτο κολλημένος στην κίνηση. Έχω σιχτιρίσει, έχω αλλάξει 10 σταθμούς, έχω σκεφτεί ήδη 20 διαφορετικές δικαιολογίες για να πω στη δουλειά.

Όταν τη βλέπω, δεν ακούω πια κορναρίσματα, δεν σκέφτομαι ότι πρέπει να πληρώσω αύριο το αργότερο το κινητό γιατί θα μου το κόψουν. Δεν είμαι πια μέσα στο αμάξι, τώρα που μόλις την είδα. Πού είμαι ο μαλάκας;

Είμαι πάνω στα δάχτυλα της τώρα που σφίγγει με θυμό το τιμόνι – έχει και αυτή εκνευριστεί από το μποτιλιάρισμα -. Δάχτυλα μακριά, γεμάτα δαχτυλίδια και με χρωματιστά νύχια. Ο αντίχειρας κλασικά μισοφαγωμένος. Πάντα νευρικό το μωρό μου. Πάντα ανασφαλές. Πού ήμουνα; Α ναι. Πού είμαι; Είμαι πάνω στο μικρό κρικάκι που έχει στην πάνω μεριά του αυτιού της.

Το δάγκωνα αυτό το κρικάκι. Το δάγκωνα πολύ. Μια φορά είχα καταπιεί και ένα. Λογικό τώρα που το σκέφτομαι. Πάντα για φάγωμα ήταν όλα της. Ξαφνικά νιώθω ευτυχισμένος που είμαι κολλημένος αυτό το βραστό πρωινό σε αυτόν τον ηλίθιο δρόμο μαζί με ένα μάτσο ηλίθιους που κορνάρουν, σιχτιρίζουν και τρελαίνονται.

Εκείνη με κάνει ευτυχισμένο. Η σκέψη της. Η ξανθιά της αλογοουρά. Τα χείλια της που δαγκώνει όταν θυμώνει για να μη βρίσει. Και έβριζε τόσο ωραία. Θύμωνε τόσο ωραία. Έχυνε τόσο ωραία. Όλα τα έκανε ωραία, εκτός από το μαγείρεμα.

Μόνο σαλάτες. Αραιά και που και αν είχε κέφι. Πέθανα στο ζαρζαβατικό ο άνθρωπος. Έλιωσα στο μπαλσάμικο. Και όμως. Τώρα που κάθομαι εδώ σφραγισμένος σε ένα αμάξι με τον ιδρώτα να στάζει από όπου έχω και δεν έχω δέρμα, θα έδινα τα πάντα να βρισκόμουν ξανά στη μικρή της κουζίνα. Τα πάντα, να την είχα μόνο με το φανελάκι ένα ζεστό βράδυ να μου φτιάχνει την καλύτερη από όλες τις σαλάτες της.

Να τη βλέπω να σηκώνει τα μαλλιά της και να τα στερεώνει στο κεφάλι με ένα κουτάλι. Να βράζει το ρύζι. Λευκό και άγριο. Να το σουρώνει και να το αφήνει να στραγγίξει. Nα το βάζει σε μια σαλατιέρα, να ρίχνει το τόνο και να μου ταΐζει και λίγο με τα δάχτυλα της κατευθείαν στο στόμα μου.

Να ανοίγει το βαζάκι με τα αγγουράκια τουρσί - γι΄αυτό τη γούσταρα αυτή τη γυναίκα!- να το πνίγει στην κάπαρη. Να ρίχνει το λάδι, να ρίχνει το αλάτι, να τα δίνει όλα στο πιπέρι και να βάζει μαγιονέζα μόνο στο δικό μου πιάτο. Εκείνη πρόσεχε. Όλα τα πρόσεχε. Και εμένα με πρόσεχε και ας με είχε ταράξει στις σαλάτες.

Και ας είχα φάει όλο τον τόνο της ζωής μου μαζεμένο. Και ας έκανα χρόνια να συνεφέρω αφού χωρίσαμε. Και ας την έπαιρνα σα γελοίος αυνάνας έφηβος από απόκρυψη για να ακούω τη φωνή της καιρό μετά. Η φωνή της. Ο τόνος της. Θα ήθελα αν μπορούσα να τη γλείψω αυτή τη φωνή.

Να τη ρουφήξω και να την κρατήσω μέσα στο στομάχι μου για πάντα. Ο μπροστινός άρχισε να κινείται. Το φανάρι πράσινο. Βάζω μπρος και τσουλάω, ενώ την καρφώνω. Δες με μωρό μου. Έχει περάσει καιρός. Δες με καρδιά μου. Γύρνα και κοίταξε με να δεις. Να δεις ότι δεν έφυγα ποτέ. Ότι είμαι εδώ πάντα.

Γύρνα ομορφιά μου. Τίναξε τη ξανθιά σου αλογοουρά και δες. Κοίταξε με. Με κοιτάς; Ναι. Ένα ακριβώς λεπτό, πριν τρακάρω.