Life

Για τι πράγμα μιλάμε όταν μιλάμε για πλήξη;

Μία της μορφή μπορεί να είναι και ευχάριστη

Μυρσίνη Γκανά
ΤΕΥΧΟΣ 843
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Οι σημερινοί όροι τείνουν προς μια ψυχιατρικοποίηση κάθε συναισθήματος, όμως όταν μιλάμε για πλήξη τι ακριβώς εννοούμε;

Πολύ συχνά, οι καλοκαιρινές διακοπές όταν ήμουν παιδί σήμαιναν πολλές ώρες αγνής, πηχτής, καθαρής πλήξης. Βαρεμάρας, ανίας. Δεν υπήρχαν smartphones, δεν είχαμε εξοχικό, άρα για ένα μεγάλο μέρος του καλοκαιριού ήμουν το μόνο παιδί στη γειτονιά, όπου είχα συνηθίσει να παίζω με τους φίλους μου στο πεζοδρόμιο κάτω από το σπίτι. Πηγαίναμε πολλές φορές διακοπές μόνο οι τέσσερίς μας, μέναμε σε ενοικιαζόμενα δωμάτια, τα μεσημέρια δεν κοιμόμουν ποτέ, αλλά τότε ήταν ακόμα ώρα ιερή (επίσης, ο αδελφός μου κοιμόταν, ήμουν και πάλι μόνη). Θυμάμαι πολύ καθαρά ένα σκάμμα με άμμο πίσω από τα ενοικιαζόμενα όπου μέναμε στη Σκύρο. Δεν ξέρω πια τι ακριβώς έκανα εκεί, η ανάμνησή μου περιλαμβάνει εξοντωτική ζέστη, άμμο να κυλάει γύρω μου σαν να βρισκόμουν σε μια τεράστια κλεψύδρα, ο χρόνος προφανώς έμοιαζε τότε τόσο απέραντος όσο και οι κόκκοι της άμμου, θυμάμαι να κοιτάζω τον ουρανό, θυμάμαι να φαντασιώνομαι το μέλλον, θυμάμαι να φτιάχνω στο μυαλό μου ιστορίες, θυμάμαι να μη με πειράζει και πολύ που βρισκόμουν μόνη μου εκεί, και δεν είμαι τελικά σίγουρη αν αυτό που ένιωθα τότε μπορεί να χαρακτηριστεί με σημερινούς όρους «βαρεμάρα».

Γενικά, οι σημερινοί όροι που τείνουν προς μια ψυχιατρικοποίηση κάθε συναισθήματος, μερικές φορές με τρομάζουν, γιατί, όταν κάνουμε μια διάγνωση, συνήθως σημαίνει και ότι θα πρέπει να βρούμε και έναν τρόπο να θεραπευτούμε. Η αποθέωση της παραγωγικότητας, αλλά και η ίδια η έννοια του «ελεύθερου χρόνου», που είναι φυσικά σχετικά σύγχρονες αντιλήψεις, έφεραν μαζί τους και την έννοια της ανίας, που όμως έχει τόσες διαφορετικές εκφράσεις και προκαλεί τόσες διαφορετικές αντιδράσεις, που μοιάζει άδικο να τσουβαλιάζουμε κάτω από την ομπρέλα της τόσες διαφορετικές αποχρώσεις συναισθημάτων και νοημάτων.

Υπάρχει η ανία αυτή που περιγράφει ο Τολστόι στην «Άννα Καρένινα», αυτή η ανία από την οποία υποφέρει ο Βρόνσκι, μια γενική «επιθυμία για επιθυμίες», που στην πραγματικότητα σε κάνει να μην μπορείς να σταθείς πουθενά, γιατί κάθε επιθυμία που ικανοποιείται γεννάει μία ακόμα, και άλλη μία, και ούτω καθεξής, χωρίς να μπορείς ποτέ να ικανοποιηθείς πραγματικά.

Υπάρχει η τρομακτική πλήξη όταν είμαστε παγιδευμένοι σε μια δραστηριότητα που μας επιβάλλεται άνωθεν και στην οποία δεν βρίσκουμε κανένα ενδιαφέρον. Συμβαίνει συχνά στα παιδιά στην εκκλησία, στους έφηβους σχεδόν παντού όταν είναι μαζί με τους γονείς τους, στους ενήλικες στη δουλειά τους.

Υπάρχει μια νευρική βαρεμάρα όπου νιώθουμε ενόχληση σχεδόν με όλα, τη δουλειά μας, τους φίλους μας, τους συντρόφους μας, το σπίτι μας, τον εαυτό μας. Αυτή συνήθως είναι το σημάδι ότι πρέπει να δράσουμε, πρέπει κάτι να αλλάξουμε, κάτι από αυτά που κάνουμε δεν λειτουργεί υπέρ μας.

Και υπάρχει και η γλυκιά βαρεμάρα σαν εκείνη την καλοκαιρινή που περιέγραφα παραπάνω, όπου δεν σε πιέζει καμία υποχρέωση, όπου δεν υπάρχει κάτι που «πρέπει» να κάνεις, και μπορείς απλώς να παρατηρήσεις τα φύλλα των δέντρων, τις σταγόνες της βροχής, το ίδιο το υφαντό του χρόνου από την καλή και την ανάποδη.

Αυτή η τελευταία μορφή πλήξης είναι αναμφισβήτητα η μόνη που μπορεί να είναι και ευχάριστη. Είναι αυτή που μπορεί να οδηγήσει σε νέες ιδέες, είναι αυτή που δημιουργεί στο μυαλό καινούργιο χώρο, που ανακατατάσσει τις σκέψεις ώστε να σχηματιστεί κάτι αναπάντεχο. Είναι αυτή που ξεκουράζει και αυτή που μας επιτρέπει να ενωθούμε με τον φυσικό ρυθμό της ζωής.

Ωστόσο, η βαρεμάρα έχει τόσο δαιμονοποιηθεί, που πλέον κάθε ίχνος της πρέπει να πνιγεί εν τη γενέσει. Δεν υπάρχει περιθώριο για διακρίσεις ανάμεσα σε καλή και κακή πλήξη, ανάμεσα σε αυτήν που θα σου επιτρέψει λίγο να αναπνεύσεις, αυτήν που είναι τεμπελιά, αυτήν που είναι σημάδι ότι τα πράγματα δεν είναι καλά, αυτήν από την οποία δεν μπορείς να ξεφύγεις και θα πρέπει να υπομείνεις.

Η ευκολία αντιπερισπασμών που προσφέρει το ίντερνετ σημαίνει ότι μπορούμε να θάψουμε με ευκολία κάθε δυσάρεστο συναίσθημα κάτω από τόνους εικόνων, άρθρων, memes, ρακούν, σέξτινγκ, οτιδήποτε προκειμένου να «ξεχαστούμε».

Και έτσι σίγουρα ξεχνάμε αυτό που ανέφερε στην ομιλία του προς τους αποφοίτους του πανεπιστήμιου του Ντάρτμουθ το 1989 ο νομπελίστας ποιητής Ιωσήφ Μπρόντσκι: «Θα πρέπει να επιτρέψετε στην πλήξη και την αγωνία να σας αγκαλιάσουν. Έτσι κι αλλιώς, αυτές είναι κάτι μεγαλύτερο από σας […] πάνω απ’ όλα, μη θεωρήσετε πως έχετε κάνει κάποιο λάθος. Τίποτα που μας αναστατώνει δεν είναι λάθος. Να μην ξεχνάτε ότι δεν υπάρχει στον κόσμο αυτό κανένας εναγκαλισμός που να κρατάει για πάντα».