Life

Αφηγήσεις σε 3/4: Ένας μικρός λαβύρινθος

Μια ιστορία που συναντά τους στίχους του τραγουδιού «Slow Show» των The National

Ελένη Χελιώτη
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αφηγήσεις σε 3/4: Η Ελένη Χελιώτη γράφει μια αυτοτελή ιστορία που βασίζεται στους στίχους του τραγουδιού «Slow Show» των The National.

Standing at the punch table, swallowing punch
Can’t pay attention to the sound of anyone
A little more stupid, a little more scared
Every minute, more unprepared

«Μπορείς να έρθεις να με πάρεις;» της λέω ενώ στέκομαι κάπου στην Κολοκοτρώνη.
«Θέλεις να έρθω να σε πάρω από την Κολοκοτρώνη στις 3 η ώρα το πρωί ξεκινώντας από τη Γλυφάδα;»
«Ναι» Δεν απαντούσε. Δεν της είχα ξαναζητήσει κάτι τέτοιο.
«Γιατί δεν παίρνεις ένα ταξί, ρε Φίλιππε;»
«Θέλω να σε δω.»
«Ωραία, πάρε ένα ταξί και έλα να με δεις εάν με έχεις τόση καούρα» Μου το κλείνει απότομα. Δεν την αδικώ. Της τα έχω κάνει πολλά. Δεν ξέρω γιατί δεν με έχει διαολοστείλει ακόμα. Βλέπει κάτι που εγώ δεν έχω καταφέρει να δω ακόμα.

Made a mistake in my life today
Everything I love gets lost in the drawers
I want to start over, I want to be winning
Way out of sync from the beginning

Βγαίνω στη Σταδίου και παίρνω ταξί. «Γλυφάδα», του λέω μόλις μπαίνω και φεύγει. Ευτυχώς είναι από τους ταρίφες που δεν έχουν διάθεση για κουβέντα. Ή αυτό, ή με βλέπει κόκκαλο και σου λέει «ας’ τον, μην ζαλιστεί και μου ξεράσει εδώ μέσα». Γιατί όμως έγινα τόσο σκατά απόψε; Για ένα χαλαρό ποτάκι θα έβγαινα. Χτυπάει το τηλέφωνό μου και ξαφνιάζομαι.

I wanna hurry home to you
Put on a slow, dumb show for you and crack you up
So you can put a blue ribbon on my brain
Got, I’m very, very frightening, I’ll overdo it

«Φίλιππε;»
«Έλα μωρό, έρχομαι, είμαι στο ταξί.»
«Α, εντάξει.»
«Ανησύχησες;» Μαλακίζομαι το ξέρω, αλλά δεν μπορώ να συγκρατηθώ απόψε. «Προφανώς και ανησύχησα. Τέλος πάντων, σε περιμένω.» Το κλείνει.

Έπρεπε να της πω να φτιάξει κανένα ποτάκι να πιούμε. Δεν πειράζει, καλύτερα από κοντά. Δεν ξέρω γιατί την πήρα τηλέφωνο. Βασικά, ξέρω αλλά… Ήθελα να την δω. Έπρεπε να είχαμε βγει μαζί απόψε αλλά πάλι άλλαξα τα σχέδιά μας και μετά το μετάνιωσα, αλλά ήταν πολύ αργά. Θα με έβριζε και θα ‘χε δίκιο. Καμιά φορά δεν ξέρω τι θέλω. Την τιμωρώ χωρίς να μου ‘χει κάνει κάτι, επίτηδες. Και όταν δεν αντιδρά άσχημα, δεν με βρίζει, δεν με διώχνει, νιώθω απαίσια. Και όσο δεν με στέλνει από εκεί που ήρθα,  τόσο την τεστάρω. Δεν ξέρω ποιος είναι το χειρότερο θύμα. Αυτή της καλοσύνης της ή εγώ της μαλακίας μου.

Looking for somewhere to stand and stay
I neaned on the wall and the wall leaned away
Can I get a minute of not being nervous
And not thinking of my dick?

Δεν ξέρω τι θα κάνω εάν φύγει. Θα με σιχαθώ λίγο ακόμα. What’s new? Γιατί την πήρα; Γιατί απάντησε; Ξέρω πως θα ‘ναι όταν πάω. Λίγο εκνευρισμένη στην αρχή αλλά μετά θα της περάσει, μόλις την πάρω αγκαλιά. Κι αν σήμερα είναι η μέρα που αποφάσισε ότι «νισάφι πια»; Μήπως να πάω σπίτι μου; Θα με σκοτώσει. Αυτό σίγουρα θα την οδηγήσει εκεί. Τι σκατά κάνω; Την παίρνω τηλέφωνο ξανά.

«Μήπως να μην έρθω;» της λέω και είμαι έτοιμος για πρόσκρουση.
«Κάνε ότι σκατά καταλαβαίνεις, Φίλιππε. Πάω να ξαπλώσω. Καληνύχτα.»

Πρέπει να πάω τώρα, δεν έχω επιλογή. Έπρεπε να ‘χα φύγει με τον Τάσο.

«Πού ακριβώς Γλυφάδα;» με ρωτάει ο ταξιτζής και μου διακόπτει τον ειρμό της παράνοιας. «Ανθέων, χαμηλά αν ξέρετε, εκεί στα Lidl πιο πάνω.»
«Ναι, ναι ξέρω, κανένα πρόβλημα, εκεί στα γήπεδα.»
«Ναι, ακριβώς. Σας ευχαριστώ.»

My leg is sparkles, my leg is pins
I better get my shit together, better gather my shit in
You could drive a car through my head in five minutes
From one side of it to the other

Με αφήνει δύο στενά μακριά. Ήθελα να περπατήσω λίγο, το είχα ανάγκη. Όσο πλησίαζα τόσο το μετάνιωνα. Γιατί ήρθα γαμώτο; Γιατί δε φεύγεις ρε Μυρτώ; Γιατί μου το κάνεις τόσο δύσκολο; Αποκλείεται να έχει κοιμηθεί, γι’ αυτό είμαι σίγουρος. Φτάνω έξω από την πολυκατοικία της. Δεν είμαι έτοιμος ακόμα. Ανάβω ένα τσιγάρο. Χτυπάει μήνυμα. Τι σκατά; Με διαισθάνεται; Είναι ο Τάσος.

«Έφτασες, ρε μαλάκα, ή να σε ψάξω;»
«Είμαι στην Μυρτώ» του απαντάω και βάζω το κινητό στο αθόρυβο.

I wanna hurry home to you
Put on a slow, dumb show for you and crack you up
So you can put a blue ribbon on my brain
Got, I’m very, very frightening, I’ll overdo it

Σβήνω το τσιγάρο, μπαίνω στον κήπο και χτυπάω το κουδούνι. Μου ανοίγει αμέσως. Ανεβαίνω και την βλέπω να με περιμένει στην πόρτα. Περπατάω όσο πιο σταθερά μπορώ, λες και θα την κοροϊδέψω. Μπαίνω στο σπίτι και κάθομαι στον καναπέ.

«Θες λίγο νερό;» με ρωτάει και τη μισώ που ακόμα νοιάζεται.
«Ναι, σ’ ευχαριστώ. Εσύ πίνεις κάτι;»
«Ναι, έβαλα ένα ρούμι.» Μου φέρνει το νερό και κάθεται δίπλα μου. «Λοιπόν,» μου λέει ενώ βολεύεται οκλαδόν, στην αγαπημένη της στάση, «γιατί τόση επιθυμία να με δεις απόψε; Συνέβη κάτι;» Δεν ξέρω τι να πω.
«Θέλω ειδικό λόγο για να σε δω;»
«Ρε Φίλιππε, με δουλεύεις;» Προφανώς την δουλεύω.
«Σε ξύπνησα;» Με κοιτάει και διακρίνω τάσεις βίας στα μάτια της.
«Θα μου πεις τι συμβαίνει ή να πάμε για ύπνο να ηρεμήσουμε;»

Το ξέρω ότι πρέπει να κλείσω το στόμα μου αλλά δεν μπορώ, γαμώτο, δεν μπορώ.

«Γιατί είσαι τόσο καλή μαζί μου;» τη ρωτάω και κοιτάω το ποτήρι με το νερό που είναι ακόμα γεμάτο στα χέρια μου.
«Πάλι τα ίδια ρε μωρό μου;» μου λέει και αδειάζει το δικό της. Αλκοολικιά θα την καταντήσω. «Τι θέλεις από μένα; Θες να σου φερθώ σκατά; Θα σε ευχαριστήσει;» Ναι. Δεν απαντώ. «Βρες τι θες και πες το μας κι εμάς να ξέρουμε τι να κάνουμε. Ως τότε πάω για ύπνο.»

You know I dreamed about you
For twenty-nine years before I saw you

Σηκώνεται και πάει να ξαπλώσει χωρίς να πλύνει τα δόντια της. Κάνω ένα τσιγάρο στο σκοτάδι, πλένω το πρόσωπό μου, βγάζω τα ρούχα μου και ξαπλώνω δίπλα της. Δεν κοιμάται ακόμη. Το πόδι της κινείται νευρικά όπως κάθε φορά που δεν μπορεί να ηρεμήσει.

«Θα με βοηθήσεις να το βρω;» της λέω ενώ την παίρνω αγκαλιά. Μου σφίγγει το χέρι και κολλάει απάνω μου τυλίγοντας το πόδι της γύρω από το δικό μου.

You know I dreamed about you
I missed you for, for twenty-nine years