Life

Γιατί το 84% των ανθρώπων πιστεύει σε κάποια θρησκεία;

Την απάντηση μας δίνει η ψυχολογία και η νευροβιολογία

Νικολέττα Σταμάτη
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τι είναι αυτό που οδηγεί το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας να πιστεύει στην ύπαρξη του θεού και να εντάσσεται σε κάποια θρησκεία

Μόνο το 16% του πλανήτη φαίνεται να μην πιστεύει στην ύπαρξη κάποιου είδους θεότητας, ενώ μελετώντας την Ελλάδα αυτό το ποσοστό βλέπουμε ότι πέφτει στο 4%. Όσο μικρά κι αν μας μοιάζουν αυτά τα νούμερα και άσχετα με το αν εντασσόμαστε μέσα σε αυτά ή όχι, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε το γεγονός ότι αντιστοιχούν σε 1,2 δισεκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως, από τους οποίους οι περισσότεροι – αν όχι και όλοι – έχουν κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού τους την ίδια απορία: Τι είναι αυτό που κάνει το 84% της ανθρωπότητας να πιστεύει σε κάποια θρησκεία;

Ο μέσος πιστός πιθανότατα θα απαντήσει ότι η πίστη οφείλεται σε ένα είδος πνευματικής επικοινωνίας που έχει με την θεότητα της εκάστοτε θρησκείας και ίσως συμπληρώσει με κάτι του τύπου «Αν δεν υπάρχει θεός, τότε πώς εξηγείς το τάδε πράγμα». Ωστόσο, η πλειοψηφία των άθεων/άθρησκων θα βρουν αυτή την απάντηση τουλάχιστον ανεπαρκή και θα σκεφτούν κάτι παρόμοιο με αυτό που είχε πει ο Βολταίρος, «Οι αλήθειες της θρησκείας δεν μπορούν ποτέ να κατανοηθούν τόσο καλά, όσο από αυτούς που έχουν χάσει την δύναμη της λογικής». Και δεν θα το σκεφτούν με σκοπό να απαξιώσουν τους άλλους, αλλά γιατί αυτοί ζήτησαν μία λογική απάντηση και αντί για αυτό πήραν μία αοριστολογία.

Μία τέτοια λογική απάντηση έδωσε από τους πρώτους ο Φρόυντ, ο οποίος θεώρησε τον θεό μία ψευδαίσθηση, στην οποία πιστεύουν οι άνθρωποι στην προσπάθειά τους να ικανοποιήσουν τις παιδικές τους ανάγκες για ασφάλεια και συγχώρεση. Σήμερα, μία από τις επικρατέστερες απόψεις για το θέμα βασίζεται στην θεωρία του Βρετανού ψυχολόγου John Bowlby, που ασχολείται με την τάση των ανθρώπων να δημιουργούν δεσμούς.

Βάσει αυτής, οι άνθρωποι ως κοινωνικά όντα αλληλεπιδρούμε και δημιουργούμε σχέσεις, οι οποίες εκτός από κοινωνική φέρουν και μία συναισθηματική υπόσταση. Αυτό φαίνεται να ξεκινάει από τα παιδικά μας χρόνια και να συνεχίζεται σε όλη μας την ζωή δημιουργώντας ερωτικές και φιλικές σχέσεις, των οποίων η απώλειά μας τρομάζει. Ωστόσο, αυτή η τάση μας για δημιουργία δεσμών δεν περιορίζεται μόνο στους άλλους ανθρώπους, αλλά μεταφέρεται και σε άλλα όντα, όπως τα ζώα, ακόμα και σε «αόρατες» υπάρξεις.

Από μικρή ηλικία αρχίζουμε να θεωρούμε δεδομένη την ύπαρξη όντων που δεν έχουμε συναντήσει ποτέ μας, όπως είναι ο Άγιος Βασίλης ή η Νεράιδα των Δοντιών. Την θεωρούμε, μάλιστα, τόσο δεδομένη ώστε να δημιουργούμε χαρακτηριστικά για αυτά τα όντα με την φαντασία μας και να τα λαμβάνουμε και αυτά στην πορεία ως δεδομένα. Παράλληλα, σε όλο αυτό βοηθάει και το γεγονός ότι υπάρχουν ιστορίες, μύθοι και παραμύθια, που μας βοηθάνε να έχουμε ένα υπόβαθρο για να ξεκινήσουμε να πλάθουμε τα φανταστικά χαρακτηριστικά αυτού του όντος και να αρχίσουμε να δημιουργούμε συναισθηματικούς δεσμούς μαζί του, σε συνδυασμό με την τάση μας να ανθρωπομορφοποιούμε πράγματα που δεν ξέρουμε ξεκάθαρα τι είναι.

Οι διάφορες θεότητες είναι κατά παρόμοιο τρόπο όντα, για τα οποία ακούμε από παιδιά και των οποίων η ύπαρξη συνοδεύεται συνήθως από κάποιο θρησκευτικό βιβλίο. Ποια είναι, όμως, η διαφορά που εντοπίζουμε κατευθείαν στη συσχέτιση της πίστης στον θεό, με την πίστη στον Άγιο Βασίλη; Ότι κάποια στιγμή στη ζωή μας σταματάμε να πιστεύουμε στον δεύτερο. Μάλιστα, όχι απλά σταματάμε, αλλά κάποιος μας αναγκάζει να σταματήσουμε να πιστεύουμε σε αυτόν, μέσω της αποκάλυψης ότι επρόκειτο για ένα απλό παραμύθι. Αντίθετα, όσον αφορά την ύπαρξη του εκάστοτε θεού, όχι απλά κάποιος δεν μας βιάζει να σταματήσουμε να πιστέψουμε σε αυτήν, αλλά οι πιθανότητες λένε ότι μία θρησκευόμενη οικογένεια θα ξεκαθαρίσει στο παιδί ότι είναι «αμαρτία» να σταματήσει να πιστεύει ή να αμφισβητεί την ύπαρξή του.

Την ίδια στιγμή, την τάση των ανθρώπων να ανήκουν σε μία θρησκεία έρχεται να εξηγήσει εν μέρει και το βιβλίο «We are our brains» του νευροβιολόγου D.F.Swaab. Σε αυτό αναφέρεται ότι η συμμετοχή σε επίσημα τελετουργικά, όπως είναι τα θρησκευτικά, μεταβάλει την χημεία του εγκεφάλου μας. Συγκεκριμένα, αυξάνει τα επίπεδα της σεροτονίνης, της ντοπαμίνης και της ωκυτοκίνης στον εγκέφαλο μας, δηλαδή αυξάνει τα χημικά που είναι υπεύθυνα για τα θετικά συναισθήματα, την δημιουργία εγγύτητας, αλλά και την επιθυμία να επαναλάβουμε κάτι. Με άλλα λόγια, η συμμετοχή για παράδειγμα σε μία εκκλησιαστική λειτουργία μπορεί να μας δημιουργήσει τέτοια συναισθήματα, ώστε να θεωρούμε ότι έχουμε βιώσει ένα είδος κατάνυξης, που θα μας οδηγήσει στην επιθυμία επανάληψης της εμπειρίας.