Life

Η ανατομία του ψέματος

Ίσως είναι αδύνατον κοινωνικά να μη λέμε ποτέ ψέματα, δηλαδή να μην προσπαθούμε να παραπλανήσουμε τον άλλο

Αλέξης Κροκιδάς
7’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Τι ήθελε κι αυτός ο δικός μας ο Κρητικός ο Επιμενίδης να το πεί «Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται» ή, σε νεοελληνική απόδοση, οι Κρήτες είναι πάντα ψεύτες, και να ταλαιπωρήσει φιλοσόφους και μαθηματικούς για τόσους αιώνες; Γιατί αν έλεγε την αλήθεια, ότι δηλαδή όντως οι Κρήτες λένε πάντα ψέματα, τότε έλεγε ψέματα. Αν έλεγε ψέματα, τότε αυτό που ισχυρίζεται είναι αλήθεια, αν και σημειωτέον ότι για τεχνικούς λόγους που δεν θα εξετάσουμε εδώ, δεν έχουμε εδώ ένα καθαρό λογικό παράδοξο. 

Τέλος πάντων, ας μην παρεξηγηθούν οι περήφανοι συμπατριώτες μας οι Κρητικοί. Ο Bertrand Russel νόμιζε ότι το έλυσε το παράδοξο μετά από είκοσι και αιώνες, στην επική προσπάθεια που έκανε με τον Alfred North Whithead να εξοβελίσουν μια για πάντα τις αντιφάσεις (τα παράδοξα) από τα μαθηματικά, αλλά τελικά δεν το έλυσε. Τουλάχιστον ήταν αρκετά ειλικρινής για να αναγνωρίσει ότι απέτυχε. Το ευγενικό όραμα της θεμελίωσης των μαθηματικών ως μια «περιοχή» όπου το ψέμα δεν μπορεί ποτέ να κρυφτεί γιατί υπάρχει τρόπος πάντα να αποδειχτεί ως ψέμα, αν όντως είναι ψέμα, κατέρρευσε. 

Ας μη μας διαφύγει η ειρωνία ότι ήταν ο Kurt Friedrich Gödel, ίσως ο πιο σημαντικός φιλόσοφος των μαθηματικών όλων των εποχών, ο οποίος πέθανε πιστεύοντας ένα ψέμα, μάλιστα πέθανε ακριβώς επειδή πίστευε ένα ψέμα (ότι του δηλητηρίαζαν το φαγητό του, οπότε σταμάτησε να τρώει και πέθανε από ασιτία σε ψυχιατρείο), απέδειξε ότι αυτό που προσπάθησαν να κάνουν ο Russel με τον Whitehead δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ. Παρεπιπτόντως θα σύστηνα ανεπιφύλακτα στους λίγους αναγνώστες που μπορεί να διαβάζουν αυτές τις γραμμές, να αφιερώσουν λίγο χρόνο να διαβάσουν τα δύο θεωρήματα μη πληρότητας του Gödel, ακόμα κι αν δεν είναι εξοικιωμένοι με τη λογική. Η ομορφιά, η απλότητα και η ευρηματικότητα της απόδειξης θα τους ανταμείψει.

Αν το ψέμα, λοιπόν, μπορεί να ζήσει ανενόχλητο στο στερέωμα των μαθηματικών, τότε τι ελπίδες έχουμε να το εξαφανίσουμε από τη ζωή μας; Ίσως βέβαια να μη θέλουμε να το εξαφανίσουμε. Ίσως κιόλας να είναι αδύνατον. Ας δούμε.

Αυτό το αστείο άρεσε ιδιαίτερα στον Φρόιντ και φαίνεται ότι άρεσε πολύ και στον Χίτλερ, για διαφορετικούς βέβαια και κάπως πιο μακάβριους λόγους στον δεύτερο. Άρεσε πολύ και στον Λακάν, αν ενδιαφέρεται κάποιος. Δεν ξέρεις ποτέ. Κυκλοφορούν ακόμα λακανικοί ανάμεσά μας και απεύχομαι να έχουν την τύχη των δεινοσαύρων. Η βιοποικιλότητα είναι καλό πράγμα.

Είναι αλήθεια ότι δεν χρειάζεται να πούμε ψέματα για να πούμε ψέματα. Μπορούμε κάλλιστα να το κάνουμε λέγοντας την αλήθεια, αρκεί να έχουμε την πρόθεση να παραπλανήσουμε τον άλλο.

Δύο Εβραίοι συναντιούνται στον σιδηροδρομικό σταθμό της Γαλικίας. «Πού πας;» ρωτάει ο ένας. «Πάω στην Κρακοβία» έρχεται η απάντηση. «Μα τι ψεύτης που είσαι» ξεσπάει ο ερωτήσας. «Μου λες ότι πας στην Κρακοβία για να με κάνεις να πιστέψω ότι πας στο Λέμπεργκ, ενώ εγώ ξέρω ότι όντως πας στην Κρακοβία. Γιατί μου λες ψέματα, λοιπόν;»

Είναι αλήθεια ότι δεν χρειάζεται να πούμε ψέματα για να πούμε ψέματα. Μπορούμε κάλλιστα να το κάνουμε λέγοντας την αλήθεια, αρκεί να έχουμε την πρόθεση να παραπλανήσουμε τον άλλο. Να κάτι παρόμοιο, χωρίς Εβραίους αυτή τη φορά. «Μωρό μου, πες μου, έχεις πάει με καμιά άλλη όσο καιρό είμαστε μαζί;» «Μόνο με μία, αγάπη μου; Πρέπει να χω πάει με καμιά δεκαριά». «Ψεύτη, μου λες με καμιά δεκαριά για να με κάνεις να πιστέψω ότι δεν έχεις πάει με καμία, εγώ όμως ξέρω ότι έχεις πάει με καμιά δεκαριά».

Η πρόθεσή μας μπορεί να είναι καλή, π.χ. για να προστατεύσουμε κάποιον. Σίγουρα, αυτό δικαιολογεί το ψέμα, ή μήπως όχι;

Με άλλα λόγια, δεν είναι το περιεχόμενο αυτών που λέμε που καθιστά τα λεγόμενά μας ψέματα, αλλά η πρόθεσή μας να παραπλανήσουμε τον άλλο. Η πρόθεσή μας μπορεί να είναι καλή, π.χ. για να προστατεύσουμε κάποιον, για να τον προστατεύσουμε από πόνο, ή ακόμα και για να προστατεύσουμε την ίδια του τη ζωή. Σίγουρα, αυτό δικαιολογεί το ψέμα, ή μήπως όχι;

Στα τέλη της δεκαετίας του 1790 εκτυλίχτηκε στις σελίδες ενός περιοδικού (ή μάλλον δύο περιοδικών) μια παράξενη ανταλλαγή ανάμεσα σε δύο φιλοσόφους, έναν Γάλλο κι έναν Γερμανό. Ο Γάλλος έγραψε ένα άρθρο σχολιάζοντας τη θέση του Γερμανού, η οποία ήταν ότι το ψέμα δεν δικαιολογείται ποτέ για κανέναν λόγο. Ο Γάλλος χρησιμοποίησε το παράδειγμα που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα, όταν διδάσκουμε Ηθική σε φοιτητές. Έρχεται ένας δολοφόνος στο σπίτι σου που κυνηγάει ένα φίλο σου που τον κρύβεις στη σοφίτα, και σε ρωτάει αν κρύβεται στο σπίτι ο φίλος σου. Ο Γάλλος, όπως και όλος ο λογικός κόσμος, λέει ότι φυσικά δεν είμαστε υποχρεωμένοι ηθικά να πούμε στην αλήθεια στον δολοφόνο. Είμαστε απόλυτα δικαιολογημένοι να του πούμε ψέματα και μάλιστα το επιτάσσει η ηθική στην περίσταση. Εξάλλου, όπως ισχυρίζεται ο Γάλλος, ο δολοφόνος δεν έχει το δικαίωμα στην αλήθεια, έχει θέσει εαυτόν εκτός της κοινότητας της αλήθειας. Έρχεται σε λίγους μήνες ο Γερμανός, προσβεβλημένος, και ποιος είδε τον θεό και δεν τον φοβήθηκε. Τον κάνει τον Γάλλο φύλλο και φτερό στην απάντησή του, που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1797 στο Berliner Blätter. Βεβαίως, λέει, πρέπει να πούμε την αλήθεια στον δολοφόνο. Ο κανόνας δεν σηκώνει καμία εξαίρεση. Καμία. Ποιος του είπε του Γάλλου ότι το ηθικό χρέος να λέμε την αλήθεια είναι α λα καρτ; Είναι απόλυτο και a priori, δεν εξαρτάται από προσδοκώμενα οφέλη ή συνέπειες.

Πάντως η βινιέτα του Γάλλου χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα σε διάφορες παραλλαγές σε μαθήματα Ηθικής, με την πιο γνωστή αυτή με τον Ναζί αξιωματικό στη θέση του δολοφόνου που μας χτυπάει την πόρτα και έναν Εβραίο στη θέση του φίλου μας που κρύβεται στην σοφίτα.

Γιατί επέμενε τόσο σθεναρά ο Γερμανός στην απολυτότητα του ηθικού χρέους να λέμε την αλήθεια χωρίς εξαιρέσεις; Μη βιαστούμε να τον χαρακτηρίσουμε απλά πεισματάρη. Ήταν όντως πεισματάρης και δεν γούσταρε τον Γάλλο καθόλου ο οποίος ήταν βίος και πολιτεία πολιτικάντης, αλλά υπάρχουν πιο σοβαροί λόγοι. Για το ιστορικό, ο Γερμανός ήταν ο Imanuel Κant και ο Γάλλος, ο Benjamin Constant.

Η απάντηση του Kant είναι σκληρή και απόλυτη, αν και κάπως μπερδεμένη και δεν υπάρχουν πολλοί σήμερα που θα την υποστήριζαν.

Ας αναστοχαστούμε λίγο γιατί λέμε ψέματα στη ζωή μας. Γιατί όλοι λέμε ψέματα στη ζωή μας. Κι αν κάποιος διακηρύσσει περήφανα «Εγώ δεν έχω πει ψέματα ποτέ», κατά πάσα πιθανότητα ή υποκριτής είναι ή ψεύτης

Ας αναστοχαστούμε λίγο γιατί λέμε ψέματα στη ζωή μας. Γιατί όλοι λέμε ψέματα στη ζωή μας. Κι αν κάποιος διακηρύσσει περήφανα «Εγώ δεν έχω πει ψέματα ποτέ», κατά πάσα πιθανότητα ή υποκριτής είναι ή ψεύτης ή και τα δύο συνδυαστικά. Ας σημειώσουμε εδώ ότι άνθρωποι στο αυτιστικό φάσμα δυσκολεύονται πολύ να πουν ψέματα, να καταλάβουν την έννοια του ψέματος και να υποψιαστούν ότι κάποιος μπορεί να τους πει ψέματα. Ηλικιακά επίσης φαίνεται από έρευνες ότι η ικανότητά μας –γιατί όντως πρόκειται για μια παράξενη ικανότητα– να λέμε ψέματα αρχίζει περίπου και πολύ προσεγγιστικά στο δεύτερο έτος της ηλικίας. Προφανώς έχει να κάνει και με την άναπτυξη της γλώσσας, αν και όχι μόνο μ’ αυτό. Μια παρεμφερής διατύπωση θα ήταν ότι έχει να κάνει με την ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, όσο παράξενο και αν μπορεί να ακούγεται αυτό, ότι δηλαδή το να μπορούμε να λέμε ψέματα είναι κοινωνική δεξιότητα.

Κάθε φορά που λέμε συνειδητά ψέματα σε κάποιον (τα ασυνείδητα ψέματα είναι μια άλλη ιστορία, δεν είναι ψέματα τέλος πάντων, είναι κάτι άλλο που δεν θα εξετάσουμε εδώ), πληγώνουμε και ματώνουμε την ηθική. Ίσως η ηθική να είναι μια πληγή που δεν επουλώνεται ποτέ. Δεν είναι βέβαια το ψέμα ο μοναδικός τρόπος να το κάνουμε, υπάρχουν κι άλλοι, πολλοί, αλλά αυτό δεν θα πρεπε να μας παρηγορεί.

Από ό,τι φαίνεται, στους περισσότερους από μας δεν αρέσει να μας λένε ψέματα.

Αν γινόταν μια πολύ απλή έρευνα με τυχαίο δείγμα ας πούμε χιλίων ανθρώπων και ρωτούσαμε μόνο δύο ερωτήσεις, τις εξής:

→ Από ό,τι ξέρετε, σας έχει πει ποτέ κάποιος (οποιοσδήποτε) ψέματα; Ναι ή όχι;

→ Έχετε τσαντιστεί ή στενοχωρηθεί ή αναστατωθεί ποτέ όταν κάποιος σας είπε ψέματα; Ναι ή όχι;

Θα λέγαμε στο δείγμα μας ότι για τους σκοπούς αυτής της έρευνας ορίζουμε το ψέμα σαν μια συνειδητή πρόθεση να παραπλανήσουμε κάποιον, άσχετα αν θεωρούμε τον σκοπό για τον οποίο είπαμε ψέματα διακαιολογημένο ή όχι. Για τη συγκεκριμένη έρευνα δεν κατηγοριοποιούμε το ψέμα. Θα μπορούσε να είναι ένα μικρό «αθώο» ψέμα ή ένα μεγάλο επαίσχυντο ψέμα ή οτιδήποτε στο ενδιάμεσο.

Κάνω μια υπόθεση ότι στην πρώτη ερώτηση μάλλον όλοι θα απαντούσαν Ναι και στη δεύτερη η συντριπτική πλειοψηφία θα απαντούσε Ναι επίσης. Φαντάζομαι ότι ίσως υπήρχαν μερικοί που στη δεύτερη ερώτηση θα απαντούσαν Όχι, σκεφτόμενοι ότι ούτε στενοχωρέθηκαν ούτε αναστατώθηκαν ούτε τσαντίστηκαν, ότι ας πούμε απλά τους ήταν αδιάφορο. Συμβαίνει κι αυτό.

Πάντως από ό,τι φαίνεται, στους περισσότερους από μας δεν αρέσει να μας λένε ψέματα.

Μια εξίσου απλή έρευνα θα ήταν να ρωτήσουμε το δείγμα μας αν έχουν πει ποτέ ψέματα, για οποιοδήποτε λόγο και σε οποιονδήποτε, σε εργοδότη, ερωτικό σύντροφο, παιδί, γονιό, φίλο, εφοριακό, κοκ. Τέτοιες έρευνες έχουν γίνει βέβαια και τα αποτελέσματα δείχνουν πανηγυρικά (τώρα ποιος πανηγυρίζει είναι μια άλλη ιστορία) ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων έχει απαντήσει ότι όντως έχουν σε κάποια φάση της ζωής τους πει ψέματα.

Δεν μας αρέσουν λοιπόν, αλλά τα χρησιμοποιούμε και βρίσκουμε πάντα δικαιολογίες για να το κάνουμε. 

Δεν μας αρέσουν λοιπόν, αλλά τα χρησιμοποιούμε και βρίσκουμε πάντα δικαιολογίες για να το κάνουμε. Όσοι από μας μπορεί να θεωρούμε τους εαυτούς μας ηθικά όντα, ίσως να λέγαμε ότι αναγκαζόμαστε από τις κοινωνικές συνθήκες να το κάνουμε για να προστατέψουμε εαυτούς και άλλήλους. Μπορεί να μην είναι θέμα ζωής και θανάτου, όπως στη βινιέτα του Γάλλου φιλοσόφου, αλλά μπορεί να είναι θέμα αυτοπροστασίας ή για την προστασία κάποιου άλλου. Σε κάθε περίπτωση επικαλούμαστε ηθικά κίνητρα για τα ψέματα μας. Λέμε ψέματα στα παιδιά μας, στους ασθενείς μας, σε αγαπημένα πρόσωπα για να μην τους πληγώσουμε. Αυτά είναι τα λεγόμενα φιλανθρωπικά ψέματα. Εμείς δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε, ή έτσι ισχυριζόμαστε. Το κάνουμε για το καλό των άλλων. Τρομάρα μας. Τρομάρα στη φιλανθρωπία μας. Παρεπιπτόντως σχετικές έρευνες δείχνουν ότι περίπου μόνο ένα 5% από τα ψέματα που λέμε είναι τα λεγόμενα αλτρουιστικά. Το 95% είναι για ίδιον όφελος. Εκτός αν οι έρευνες ψεύδονται. Δεν ξέρεις ποτέ. Θυμάμαι εδώ τον κορυφαίο στον κόσμο αξιολογητή βιοιατρικών ερευνών, τον καθηγητή Γιάννη Ιωαννίδη του Stanford, ο οποίος μου είχε πει σε προσωπική επικοινωνία (αν και φυσικά το έχει πει και δημόσια) ότι πάνω από το 90% των ερευνών (αναφερόταν συγκεκριμένα σε βιοιατρικές έρευνες) θα έπρεπε να αποσυρθούν από την κυκλοφορία και να καούν προς παραδειγματισμόν. Τέλος πάντων, σήμερα δεν τα βάζω με την ιατρική έρευνα.

Λέμε ψέματα, λοιπόν. Το κάνουμε κι ας παραπονιόμαστε συνέχεια για τους άλλους και δη τους πολιτικούς. Γιατί το κάνουμε, λοιπόν;

Μια πιθανή απάντηση που έχει αρχίσει να αναδύεται τα τελευταία χρόνια είναι ότι η ικανότητα να λέμε ψέματα, δηλαδή να εξαπατούμε τον άλλον, αναπτύχθηκε σχεδόν σύγχρονα με την ανάπτυξη της γλώσσας ως εξελικτική στρατηγική επιβίωσης, εξασφάλισης πόρων και πλεονεκτήματος σε ένα ολοένα και πιο πολύπλοκο σύστημα κοινωνικής οργάνωσης. Πιο εύκολο ήταν να κερδίσεις κάτι, να εξασφαλίσεις την συνεργασία κάποιου εξαπατώντας τον, είτε ήθελες το χωράφι του, τα γελάδια του, την κόρη του, ή ίσως πιο παρακινδυνευμένα και την γυναίκα του, παρά παλεύοντας μαζί του με ρόπαλα ή μόνο με μπουνιές, νύχια και δόντια.

Δεν ξέρω, ίσως έχει κάποια λογική αυτό, αλλά με ανατριχιάζει, όπως κάθε λογική εξουσίας.

Ίσως είναι αδύνατον κοινωνικά να μη λέμε ποτέ ψέματα, όπως το ορίσαμε, δηλαδή να μην προσπαθούμε να παραπλανήσουμε τον άλλο, ποτέ και για κανέναν λόγο. Ίσως αν λέγαμε πάντα την αλήθεια (αυτό που πιστεύουμε ειλικρινά ότι είναι η αλήθεια, άσχετα αν είναι ή όχι) η ζωή να γινόταν απίστευτα βαρετή, μονότονη, προβλέψιμη, χωρίς εκπλήξεις, χωρίς παιχνίδια. Ίσως.

Ίσως ο πολιτισμός, για να παραφράσω κάποιον στοχαστή, δεν έχει σημασία ποιον, είναι το ψέμα που χτίσαμε γιατί δεν μπορούμε να αντέξουμε την αλήθεια, την πολύτιμη αλήθεια. Ίσως το ψέμα, για να συνεχίσω το παιχνίδι της παράφρασης, είναι η τιμή που πληρώνουμε για να συνεχίσουμε να ονειρευόμαστε την αλήθεια. Όμως δεν πληρώνουμε όλοι την ίδια τιμή. Ποτέ. Σχεδόν ποτέ.

“Vor allem eins mein Kind: Sei treu und wahr. Lass nie die Lüge deinen Mund entweihn”