Life

Βερολίνο, νωρίς το πρωί

Τα φώτα των δρόμων εδώ είναι χαμηλά, σχεδόν αργοσβήνουν, ενώ στην Αθήνα λάμπουν ακόμα και τις πιο άσχετες ώρες της ημέρας.

Ελένη Σταματούκου
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Διαβάζεται ακούγοντας αυτό: 

Βερολίνο, νωρίς το πρωί. Το ταξίμετρο μετράει τα χιλιόμετρα που διανύουμε. Κόκκινο, παντού κόκκινο, στο κρασί, στα λόγια που ανταλλάσσουμε, στις υποσχέσεις που δώσαμε, στα επόμενα ταξίδια που θα κάνουμε. Ένας πλαστικός Άγιος Βασίλης έχει καρφωθεί στο πίσω μέρος της αυλής ενός σπιτιού. Είναι Σάββατο βράδυ, και έξω χιονίζει. Μένω σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο αεροδρόμιο, αυτό μου προσέφερε ως αντάλλαγμα για την ακύρωση της πτήσης μου η αεροπορική εταιρεία που ταξιδεύω και μαζί δώρο έναν μικρό σφίξιμο στο στομάχι. Τα Σάββατα όμως θέλουν παρέα.    

Περιφέρομαι μέσα στο αεροδρόμιο για να βρω τη βαλίτσα μου, γύρω μου άνθρωποι, αντικείμενα και εγώ σε χρόνο αόριστο. Δε μου αρέσουν οι αποχαιρετισμοί και τα αεροδρόμια είναι γεμάτα από τέτοιους. Όταν αποχωρίζονται τα σώματα λησμονούνται. Σκέφτομαι τα τραγούδια που αγαπάω, το σπίτι που έμενε ο Bowie και ο Iggy, τις βόλτες δίπλα στο ποτάμι, το ζευγάρι που φιλιόταν μέσα στο λεωφορείο, τις ατέρμονες συζητήσεις στο Newton bar, τις εξομολογήσεις μετά από τα πολλά ποτά, «μου άρεσες από την πρώτη στιγμή που σε γνώρισα» και έχουν περάσει 3 χρόνια. Λένε ότι η νύχτα του Βερολίνου μπορείς να τη συγκρίνεις μόνο με τη νύχτα της Αθήνας. Μόνο που τα φώτα των δρόμων εδώ είναι χαμηλά, σχεδόν αργοσβήνουν, ενώ στην Αθήνα λάμπουν ακόμα και τις πιο άσχετες ώρες της ημέρας.

«Τα τελευταία χρόνια νιώθω ότι έχω μεγαλώσει» μου είπε μια φίλη την ώρα που το λεωφορείο μας έφτανε στο Neukölln. Και ήθελα να της πω, ότι όλα γύρω μας αλλάζουν και φθείρονται την ίδια στιγμή, αλλά δε μας μεγαλώνει ο χρόνος, ούτε οι ευθύνες. Οι φόβοι για το μετά, για αυτά που νομίζουμε ότι μπορεί να γίνουν, και για όσα πιστεύουμε ότι δε θα συμβούν, οι προσδοκίες. Αυτές φταίνε για όλα, εμείς φταίμε για όλα. Αιώνια έφηβοι, ίσως αυτό να ήταν το σφάλμα μας. Βλέπω τους Γερμανούς, σα στρατιώτες, αυστηροί και βλοσυροί, ασφυκτιούν πίσω από τα σακάκια τους, κάνοντας δουλειές που δεν αγαπούν, ενώ ονειρεύονται τόπους που έχουν μόνο ήλιο. Και εμείς για αυτόν τον ήλιο πληρώνουμε τόσο ακριβά. Η κάθε κουλτούρα με τα συμπλέγματά της.    

Βερολίνο, νωρίς το πρωί. Το μικρό σκοτεινό δωμάτιο του ξενοδοχείου που μένω μοιάζει λες και ξεπήδησε από κάποιο νουάρ βερολινέζικο μυθιστόρημα, όπως το «Μόνος στο Βερολίνο» του Hans Fallada. Η σύνδεση όμως στο ίντερνετ και ο υπολογιστής μου καταστρέφουν με βίαιο τρόπο τη φαντασία μου. Οι Κυριακές πρέπει να είναι γεμάτες εφημερίδες, βιβλία, καφέ και φιλιά. Προς το παρόν όμως έχουν ταξίδια επιστροφής με θέσεις δίπλα σε παράθυρα, που όταν κοιτάς μέσα από αυτά βλέπεις σύννεφα και κομμάτια γης. Κλείνω τα μάτια μου και προσπαθώ να μη σκέφτομαι όλα αυτά που με βαραίνουν, τα πρέπει, τα ίσως, τα δεν και τα μη. Οι Κυριακές όπως και τα Σάββατα θέλουν παρέα, θέλουν συντροφιά.

Τα λέμε την επόμενη Κυριακή…