Life

Δέκα χρόνια ξενύχτια- 10 Χρόνια Athens Voice

Η Athens Voice κυκλοφορεί Τετάρτη απόγευμα, τις νύχτες βγαίνουμε

Παναγιώτης Μένεγος
ΤΕΥΧΟΣ 459
5’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ


Τον Οκτώβριο του 2003, που κυκλοφόρησε το πρώτο φύλλο, ήταν ίσως η τελευταία σεζόν που μπορούσες να είσαι clubber στην Αθήνα με τον παλιομοδίτικο τρόπο. Μέσα στην εβδομάδα πίναμε ποτά στην Inoteka της πλατείας Αβησσυνίας  Ή στα μπαρ του Ψυρρή που φύτρωναν διαρκώς, όπως σήμερα συμβαίνει στο ιστορικό κέντρο, και μαζεύαμε ευρώ και flyers για τα πάρτι του Σαββατοκύριακου. Λεφτά υπήρχαν. Και μεγάλα dance stages. Με εισόδους €25-35, ποτό στα €10 και μπουκαλάκι νερό στα €3-5. Το U-Matic στη Βουλιαγμένης και το +Soda, περιπλανώμενο πια, μακριά από την Ερμού που αναμορφωνόταν για τους Ολυμπιακούς.

Την ίδια εποχή το mainstream εντασσόταν στην εξωστρέφεια της αισιόδοξης προολυμπιακής Αθήνας. Οι πιουρίστες το σνομπάραμε, όμως το Venue ήταν ένα ακόμα μαζικό hit του Βασίλη Τσιλιχρήστου που δημιούργησε μια νέα φυλή 20ρηδων που φορούσαν Nike Millennium κι έγιναν πρωταγωνιστές με συζητήσιμα κουρέματα στις διαφημίσεις εταιρειών κινητής τηλεφωνίας. Παράλληλα, τα «ζήτω τα λαϊκά κορίτσια» (και όχι μόνο φυσικά) ανακάλυπταν το R’n’B και γέμιζαν τις «Black Thursdays» του Γρηγόρη Σαμουρκάσογλου στο Vibe της Αριστοφάνους. 

Και τα indie kids; Περνούσαν μια κρίση. Οι τελευταίες αναπνοές των Pure έγιναν στο Gaze At χαμηλά στην Ερμού, το ιστορικό Mad ταλαιπωριόταν με συνεχείς μετακομίσεις μακριά από τη θρυλική του βάση στη Συγγρού και ο σπόρος των Avant Garde - Plan B μεταφυτευόταν σε ένα μικροσκοπικό μπαρ στην καρδιά του εμπορικού τριγώνου με το πιο όμορφο όνομα και την πιο μεγάλη μεζούρα στον κόσμο: Pop. Το Mo’ Better ξημέρωνε μεσοβδόμαδα (αλλά πότε το Mo’ Better ΔΕΝ ξημέρωνε;) με σκληρές κιθάρες στα πάρτι του Θανάση Μήνα (πριν ασπαστεί ολοκληρωτικά τον soul-ισμό) και των Psychograndmamas, ενώ το Decadence ήταν κάπου μπερδεμένο στη μεταβατική περίοδο ανάμεσα στους Strokes και τους Franz Ferdinand.

Τα cool στέκια που πήγαιναν οι 30ρηδες και η εναλλακτική πλευρά της lifestyle δημοσιογραφίας ήταν το Soul του Χρήστου Πότσιου (που μαζί με τον αδερφό του υπηρετούσαντο κόνσεπτ του bar-restaurant, και με το De Luxe στο Κουκάκι, εκεί όπου είναι σήμερα το Tiki) και φυσικά το Guru στην πλατεία Θεάτρου. Αμφότερα, ήταν μαγαζιά-κοινότητες, που όμως δεν μπόρεσαν να νικήσουν στον πόλεμο με την υποβάθμιση της ζώνης κάτω από την Αθηνάς. Η Σκουφά εξελισσόταν σε intellectual καταφύγιο από το Σκουφάκι στα μαγαζιά της Δελφών κι από την Tribeca (που όλοι βάλαμε κάποια στιγμή μουσική) της Λίζας και του Κώστα απέναντι στο Rosebud, ενώ το Rock ’n’ Roll, αργότερα το Perfect Ten κι αργά τη νύχτα το υπόγειο του Dragoste με τη celebrity αύρα έγραφαν τους ξεχωριστούς κανόνες του κολωνακιώτικου clubbing. 

Η επόμενη φάση της multimedia δημιουργικής Αθήνας που δεν καταναλώνει μόνο αλλά και παράγει αστικό πολιτισμό είχε ξεκινήσει από τον Βασίλη Χαραλαμπίδη και την ομάδα του Bios ήδη από το φθινόπωρο του 2002. Πειραματικά live, σκοτεινά εκλεκτικά dj sets (ας πούμε τα Modular Expansion του George Apergis και των καλεσμένων του), εκθέσεις, ο Βασίλης να τσακώνεται με τους τσαμπατζήδες, η λέξη «performance» να γίνεται για λίγο το νέο κοσκινάκι. Παράλληλα με την άφιξη της Athens Voice, δηλαδή των free press, η εναλλακτική δημιουργική Αθήνα βρίσκει το βήμα της. Την ώρα που το παραδοσιακό clubbing υποχωρεί (μετά και την έφοδo της αστυνομίας στο Plusmatic το φθινόπωρο του 2004, που έστειλε στη φυλακή τους εύκολους στόχους Δαβαράκη - Μελετόπουλο), με το Luv στην πλατεία Ασωμάτων να μην είναι αντάξιο του παρελθόντος και το Motel να είναι ένα υπέροχα διακοσμημένο μαγαζί που έμοιαζε να έχει έρθει λίγα χρόνια αργότερα απ’ όταν έπρεπε, όλα ξαναγίνονται μικρά. 

Κι ένα μικρό στενάκι στο Μοναστηράκι πάνω από την Αθηνάς γίνεται το κέντρο της νυχτερινής Αθήνας το χειμώνα του 2006. Οδός Αβραμιώτου. Οι ηθοποιοί Όλγα Μανέτα, Ορφέας Αυγουστίδης και Γιάννης Βουλγαράκης ανοίγουν τέσσερα μπαρ το ένα δίπλα στο άλλο με τις μουσικές να μπλέκονται, τον αθηναϊκό υπαίθριο βίο να αποθεώνεται και «το indie γίνεται το νέο mainstream» αναβιώνοντας. Εκεί που φυσικά σήμερα ζουν οι Six D.O.G.S. Από δεξιά προς τα αριστερά, λοιπόν, Πλαστελίνη, Μαύρη Γάτα, Tit και φυσικά Kinky. Στο τελευταίο, με το χαρακτηριστικό κρεβάτι απ’ έξω, ένας γραφίστας που βάφεται έντονα όταν παίζει μουσική κι ακούει στο όνομα Dear Quentin αποενοχοποιεί το mixing. Τέρμα πια η κριτική στις αλλαγές και το αυστηρό πλαίσιο – οι Velvet Underground μπορεί να χωράνε στο ίδιο σετ με τους Underworld και οι Soft Cell με τους Make Believe. Το ίδιο, σε πιο ποπ τόνους, έκανε  ο David… στο Pop (που πια έκλεισε αφήνοντας δίπλα του το Baba Au Rum να φτιάχνει τα καλύτερα κοκτέιλ στην Αθήνα),  το ίδιο κι ο Γιώργος Μιχαλόπουλος στο Bartesera, το μπαρ που ανακοινώνει την «ιδεολογική ηγεμονία» της πλατείας Καρύτση στα χρόνια που ακολουθούν. To freestyle (λέξη υπεύθυνη για πολλές αμαρτίες) Pairi Daeza, το συναυλιακό στέκι Use δεσπόζουν στην πλατεία που αρχικά πηγαίνουν οι 30ρηδες αλλά σταδιακά ο μέσος όρος πέφτει και κάπου εμφανίζεται η αμαρτωλή λέξη hipsters, ενώ στην οδό Βουλής το Seven Jokers είναι το μέρος που πρέπει να έχουν σφραγιστεί τα περισσότερα one night stands της δεκαετίας. Το πιο τυπικό άφτερ, ακόμα και με κλασική μουσική στις 5 το πρωί. 

Πριν το άνοιγμα του σταθμού μετρό στο Γκάζι, το Νηπιαγωγείο και το Γκαζάκι ξεχώριζαν στην περιοχή. Μαύρα το πρώτο, από γαλλικό σανσόν ακόμα και σε Τζένη Βάνου το δεύτερο, κατέβαζαν τον κόσμο πριν το σημερινό νυχτερινό σούπερ μάρκετ. Και, βέβαια, το Hoxton. Τον πρώτο χειμώνα που άνοιξε θυμάμαι να περπατάμε ανάμεσα στα μπάζα των έργων και τις λαμαρίνες για να αναπαυθούμε στους Charleston καναπέδες και μόλις λειτούργησε ο σταθμός, νομίζω για ένα-ενάμιση χρόνο πήγαινα κάθε μέρα. Όχι μόνος, μαζί με τη μισή Αθήνα. 2007-08, μια φοβερή αίσθηση στα γρασίδια της πλατείας με skaters να μπλέκονται με βεσπάδες και πιτσιρικάδες με μπίρα από το περίπτερο. Μετά τα παρακείμενα καταστήματα απλά δυνάμωσαν την ένταση στον Tiesto ή τον Ρουβά κι ευτυχώς έσωσε κάπως την κατάσταση το (ΤΩΡΑ!)Κ44, τώρα στα χέρια του Ανάπηρου και του Ειρηναίου Φιλιππίδη (που ετοιμάζονται να αναβιώσουν και το παλιό Flower στη Μαβίλη). 

Οι Amateur Boyz, ο Θοδωρής Δημητρόπουλος και ο Σπύρος Πλιάτσικας γύρισαν στην Ελλάδα από τις σπουδές τους στο Λονδίνο κι άρχισαν να οργανώνουν πάρτι στο σπίτι τους στα Εξάρχεια. Τα οποία πήγαιναν καλά. Και πολύ γρήγορα μεταφέρθηκαν στη «Ρώσικη Ντίσκο» Meteorit της οδού Νίκης το χειμώνα του 2006. Εκεί γράφτηκε το πιο σπουδαίο κεφάλαιο του αθηναϊκού clubbing αυτής της δεκαετίας. Όχι απαραίτητα μουσικά, αλλά σίγουρα σε feeling. Για λίγο η Αθήνα είχε ένα δικό της άτσαλο γουορχολικό Factory και οπωσδήποτε άρχισε να ξανασκέφτεται την έξοδο της Παρασκευής όλη την εβδομάδα. Σε εκείνο το υπόγειο έγιναν πολλά Σόδομα κι αρκετά Γόμορρα για να προκαλέσουν μια εκ νέου έκρηξη μικρών ομάδων. Τον Απρίλη του 2008 ο Βαγγέλης Καμαράκης και η ομάδα του ξεκίνησαν το πιο πετυχημένο clubnight της στιγμής στην Αθήνα, το YesItDoes!SureItDoes!!, o Κορμοράνος μάς ρίζωσε ένα ολόκληρο καλοκαίρι να τραγουδάμε «We Are Your Friends» στο Trova της οδού Βλαχάβα, οι Outro μετέτρεψαν ένα ινδικό resto με βερολινέζικη αισθητική, το Yoga Bala, στο μέρος που συνέβαιναν όλα από το 2008 μέχρι το 2010. Όλα free, όλα μέσω των social media, όλα λίγο κλισέ ουτοπικά εκείνα τα θολωμένα ξημερώματα.

Κόβω το μελό κι έρχομαι στο σήμερα. Ο Mr. Statik έλεγε πριν 2-3 χρόνια στην Athens Voice ότι η κρίση θέλει πιο επιθετική διασκέδαση. Κάπου μεταξύ του σκοτεινού main room του Six D.O.G.S. και του νεοαφιχθέντος Ρομάντσου η γενιά των DJs που μεγάλωσε στα 00s δείχνει ότι «ξέρει το techno» της. Και το acid της. Και τη μεταλλαγμένη disco της. Από τον Chevy, τον Bodj, τον Lee Burton και τους υπόλοιπους «συναδέλφους» πλάι στον «πατέρα» Leon Segka. Την ίδια ώρα, ένα μικρό μπαράκι (που μεγάλωσε στην πορεία) στην Πραξιτέλους, το Key, τιμά την κληρονομιά του Kinky και η περιοχή του Ψυρρή αφού μετατράπηκε σε ένα τεράστιο ρακόμελο, ζει μια δεύτερη ζωή ως αθηναϊκή Γκόθαμ Σίτι με τον Γιώργο Φακίνο και τον Λεωνίδα Σκιάδα ανθρώπους-νυχτερίδες.

2003-2013, κάπου ανάμεσα στις προηγούμενες 1.000+ λέξεις, έχετε μεθύσει κι εσείς…