Life

Έκτορας, το σκυλάκι-νυχτερίδα

Μας γράφει η Νίκη

Αναστασία Καμβύση
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Στις 15 Φεβρουαρίου του 1996, άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μας και είδα τη μητέρα μου και τον αδερφό μου αγκαλιά με ένα μαύρο, μικρό πραγματάκι με τεράστια αυτιά. Ήταν ένα κουτάβι 4 μηνών, που μόλις είχε δει τη μητέρα μου, είχε πηδήξει με φόρα μέσα στην αγκαλιά της και, όπως συμβαίνει στους αληθινούς έρωτες με την πρώτη ματιά, από εκείνη τη στιγμή παρέμειναν αχώριστοι. Όπως με φόρα μπήκε στην αγκαλιά της έτσι με φόρα μπήκε και στη ζωή μας. Από εκείνη την ώρα ήταν το τρίτο «παιδί» της, το «μικρό αδερφάκι μας». Διεκδίκησε και κατέκτησε χώρο στην καρδιά μας, στο κρεβάτι μας, στη ζωή μας.

n

Τον ονομάσαμε «Έκτορας, ο δεύτερος». Ο πρώτος ήταν ένα σκυλάκι που είχε η μητέρα μας όταν ήταν παιδί. Του δώσαμε το ίδιο όνομα, ελπίζοντας πως ο Έκτορας ο δεύτερος θα χάριζε στη μητέρα μας τις ίδιες ευτυχισμένες στιγμές που της είχε χαρίσει και ο πρώτος.

Ό,τι του έλειπε σε μέγεθος το αναπλήρωνε σε τσαμπουκά, αφού δεν δίσταζε –πάντα από την ασφάλεια της αγκαλιάς μας– να προκαλεί γαβγίζοντας διπλάσια σε μέγεθος σκυλιά και να ερωτεύεται με πάθος ντόπερμαν και τσοπανόσκυλα. (Κάποια στιγμή οι γείτονες του κόλλησαν το παρατσούκλι «ο λαγός», γιατί τον έβλεπαν συνέχεια να χοροπηδάει πίσω από ένα τσοπανόσκυλο, τη Λίλα, προσπαθώντας μάταια να την καβαλικέψει...).

Τα παιδάκια στο πάρκο, όταν τον έβλεπαν φώναζαν ότι ήρθε το «σκυλάκι-νυχτερίδα», λόγω των προικισμένων αυτιών του, αλλά εμείς αγνοούσαμε αυτά τα σχόλια και τον βλέπαμε απλά ως το πιο όμορφο σκυλάκι του κόσμου. Και μια μέρα που μπήκαν κλέφτες στο σπίτι μας στο χωριό, παρά το μικρό του μέγεθος, υπερασπίστηκε με πάθος τη μητέρα μας και έτρεψε σε φυγή τους επίδοξους κακοποιούς, που όπως μάθαμε μετά είχαν ήδη καταφέρει να μπουν σε άλλα δυο σπίτια, να δέσουν και να φιμώσουν τους ιδιοκτήτες! Αυτός ήταν ο μικρός μας Έκτορας, μικρός στο μάτι, αλλά μεγάλος στην ψυχή, όταν έπρεπε να υπερασπιστεί κάποιον από την οικογένειά του.

n

Θυμάμαι πως όσες φορές ήμουν στεναχωρημένη κι έκλαιγα, κούρνιαζε στην αγκαλιά μου και μου «φίλαγε» τα δάκρυα, προσπαθώντας να με κάνει να σταματήσω. Πάντα εκεί, και στις χαρές και στις λύπες, ζητώντας μόνο την αγάπη μας. Μα και εμείς όλη αυτή την αγάπη που μας έδειχνε του την ανταποδίδαμε. Τον καλομαθαίναμε στο φαγητό, στα χάδια, σε προσοχή.

Ό Έκτορας πέρασε τα τελευταία χρόνια του στο χωριό, ακολουθώντας την πολυαγαπημένη μητέρα μας. Κάθε φορά που τον επισκεπτόμασταν ο αδερφός μου κι εγώ, παρόλο που δεν άκουγε και δεν έβλεπε καλά ως υπερήλικας, με το που ανοίγαμε την πόρτα πεταγόταν πάλι σαν να ήταν κουταβάκι, έτρεχε να μας υποδεχτεί με χαρές και όλοι μας αναρωτιόμασταν πώς μας καταλάβαινε.

n

Με τις γάτες είχε πάντα μια σχέση αγάπης-μίσους. Όταν τις πετύχαινε στις βόλτες του γάβγιζε μανιασμένα, αλλά όταν κάποιο γατάκι κατέληγε σπίτι μας (είχαμε πάντα μια έφεση στο να μαζεύουμε αδέσποτα), τις ανεχόταν, αγνοώντας τες όμως επιδεικτικά. Τα τελευταία χρόνια του τα πέρασε στο χωριό της μητέρας μου, και ειδικά τον τελευταίο χρόνο –λίγο κουφός, λίγο τυφλός και λίγο καραφλός– και γενικά γκρινιάρης. Τότε ακριβώς ήταν που δύο μικρά γατάκια εισέβαλλαν στην ζωή του χωρίς να φοβούνται όσο κι αν εκείνος γάβγιζε. Κάθε βράδυ κατέληγαν να κοιμούνται αγκαλιά, με τον Αλκιβιάδη και τον Ζουμπούλι (τα 2 μικρά γατιά) να τον τρίβουν και να τον ζεσταίνουν.

Έτσι και το βράδυ που μας άφησε, ο γατούλης Ζουμπούλης αρνήθηκε να τον αφήσει και μέχρι το πρωί προσπαθούσε να τον ζεστάνει και να τον ξυπνήσει. Γιατί κατά βάθος ήξερε κι αυτός αυτό που εμείς γνωρίζαμε 18 χρόνια, ότι όσο «τσαμπουκάς» και να έδειχνε, μας αγαπούσε και ήταν ο πολυτιμότερος φίλος και σύντροφος που είχαμε ποτέ.

n