Life

Το όμορφα κεριά, όμορφα καίγονται

«Να καείς όμορφα στη ζωή, σαν απλό κερί, απαλά, λαμπερά, αργά, όχι πρόχειρα...»

Σταύρος Κωνσταντινίδης
1’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Επέλεγα με αδημονία το Πάσχα να βοηθάω τον παππού μου Στέλιο, στην αυτοσχέδια παλέτα του δρόμου, με τα ολόφρεσκα κεριά, που έστηνε τη Μεγάλη Εβδομάδα στη Βασιλίσσης Όλγας δίπλα στο Ελληνικόν. Πιάτσα δυνατή που την ήξερε, από τότε που ήταν τσαγκάρης στα νιάτα του στο ίδιο ακριβώς σημείο. Τα παιδιά του, η μητέρα μου και τα αδέλφια της, ντρέπονταν που έβγαινε γέρος άνθρωπος, όπως λέγανε, μικροπωλητής στο δρόμο. Εγώ όμως χαιρόμουν τη μαχητικότητα και την allegro διάθεση του παππού, που ήταν και κιμπάρης Αμοργιανός, γενναιόδωρος, μία αδύνατη και ξερακιανή φιγούρα και κομψευόμενος και δεν το έβαζε κάτω.

Στην αρχή στα δώδεκά μου, ήμουν περήφανος που μου εμπιστευόταν το πόστο του βοηθού, που με έβαζε πρώιμα στο γοητευτικό και παιγνιώδες παρόδιο εμπόριο. Και ήμουν πάλι περήφανος στο τέλος, στα δεκαοκτώ μου, με τρυφερή συγκατάβαση και συμπόνοια για την ασίγαστη επιμονή και αισιοδοξία του για τη ζωή, παρότι ογδοντάρης. Ξεκινούσαμε δειλά τη Μεγάλη Πέμπτη και ξεπουλούσαμε πανηγυρικά το Μεγάλο Σάββατο στις 12 το βράδυ. Οταν όλοι έτρεχαν την ώρα της Ανάστασης, καθυστερημένοι στην εκκλησία, εμείς μαζεύαμε το «μαγαζί» του δρόμου, χαρούμενοι και επιστρέφαμε. Αγάπησα μαζί του την πλαστικότητα των κεριών, έμαθα να τα σέβομαι εντυπωσιασμένος απο τη φροντίδα που έδειχνε ο παππούς. Μου έδειξε να τα τυλίγω σε δέσμες, σε άσπρες κόλλες, να τα στοιβάζω παράλληλα στον πάγκο, να τα πακετάρω προσεκτικά μη σπάσουν.

Παρατηρούσα σαν παιχνίδι να λιώνουν παραδομένα στη φωτιά. Κατάλαβα τότε ότι τα κεριά υπάρχουν για να καίγονται. Σκεφτόμουν πως μόνο τα κεριά και ίσως οι άνθρωποι θριαμβεύουν όταν φλέγονται, σαν αυτή να είναι η μοίρα τους. Την τελευταία χρονιά το 1986, καθώς γυρίζαμε με γρήγορο βήμα στο σπίτι, φορτωμένοι με τον πάγκο και τις σακούλες, ανάποδα στη ροή του κόσμου, τη στιγμή ακριβώς της Ανάστασης, μου είπε: «Δεν ξέρω αν προλάβω άλλη χρονιά. Έκαψα το φυτίλι. Εσύ έμαθες όμως τώρα. Τα κεριά χαίρονται να καίγονται. Να καείς όμορφα στη ζωή, σαν απλό κερί, απαλά, λαμπερά, αργά, όχι πρόχειρα και βιαστικά και από τις δύο πλευρές...»