- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Μέρες ραδιοφώνου
Η επιστροφή στο ραδιόφωνο μέσω του Voice Radio και η διαχρονική μαγεία της μουσικής και της ζωντανής ραδιοφωνικής εμπειρίας
Οι φωνές αλλάζουν, αλλά η μαγεία του μικροφώνου παραμένει
Αρχές της προηγούμενης βδομάδας. Δευτέρα πρωί. Η Αθήνα να βράζει. Κόρνες, αυτοκίνητα. Κοιτάζω το ρολόι μου. Δεν έχω αργήσει, αλλά βιάζομαι, ποτέ δεν ξέρεις. Ακούω Voice Radio από το ηχείο του κινητού. Ωραίες μουσικές, on που σε ευθυγραμμίζουν με τη ροή του πρωινού. Η εκπομπή της Επιστήμης Μπινάζη. Η φωνή της ζεστή, εκφραστική. Προσπαθώ να ξεχάσω το άγχος μου, ωστόσο δεν τα καταφέρνω. Πόσο παράξενο. Η πρώτη φορά που βγήκα στον αέρα ήταν πριν από 37 χρόνια, κι ακόμα αγχώνομαι. Μόλις έχει ξεκινήσει η ραδιοφωνική σεζόν. Σε μιάμιση ώρα το στόμα μου θα απέχει τρία εκατοστά από ένα μικρόφωνο. Γκάζι. Φρένο. Πομπές οχημάτων. Ο σταθμός έχει ξαναζωντανέψει, εκπέμπουμε διαδικτυακά, ωστόσο το vibe δεν έχει αλλάξει, οδηγός είναι πάντα η ανάσα της πόλης. Δέκα και σαράντα. Δέκα και πενήντα τρία. Voice Radio, το σάουντρακ της Αθήνας. Monophonics. Στρίβω δεξιά, κατόπιν αριστερά. Κοφτές ανάσες. Σόλωνος. Ζωοδόχου Πηγής. Ακαδημίας. Μέχρι να φτάσω στη Χαριλάου Τρικούπη, η εκπομπή της Επιστήμης έχει τελειώσει, ο Γιάννης Νένες είναι έτοιμος να πάρει τη σκυτάλη, το μαγικό 11 με 12. Πέφτει το σήμα της ώρας, ύστερα ο αχός του κόσμου θρυμματίζεται από ένα παλιό υπέροχο τραγούδι της Συλβί Μαρτάν σε νέο ρεμίξ. Αφήνω το αυτοκίνητο στο πάρκιγκ δίπλα από την Athens Voice, παίρνω καφέ από απέναντι, ορμάω στο κτίριο φουριόζος. Σκάλες. Δεύτερος όροφος. Διάδρομος. Το γραφείο της Επιστήμης. Μιλάει στο τηλέφωνο για κάποια θεματάκια που είχε ο ήχος. Κλείνει. Τα λέμε για λίγο. Ο Πάρης μάς κοιτάζει κουνώντας την ουρά του.
Έχει κάτι το πυρετώδες το σημερινό πρωινό, όπως όλα τα νέα ξεκινήματα. Μπαινοβγαίνει κόσμος. Άλλος λέει για τους διαγωνισμούς, άλλος για το πάρτι της Πέμπτης. Έντεκα και τέταρτο. Έντεκα και είκοσι. Από το ηχείο ακούγεται η φωνή του Νένε, που είναι κεφάτος, σαρκάζει, παρωδεί, γκρινιάζει. Όσα χρόνια κι αν έχουν περάσει, η σπιρτάδα του παραμένει αμετάβλητη. Έντεκα και είκοσι πέντε. Η κλεψύδρα μου σιγά-σιγά στερεύει. Ξεροκαταπίνω. Επί δυόμισι χρόνια έγραφα το καινούργιο μυθιστόρημα, το σύμπαν μου κατά το μεγαλύτερο κομμάτι της μέρας ήταν οι ευλογημένες σιωπές που γεννούσαν λέξεις, ήμουν βυθισμένος στα τέλη της δεκαετίας του 1930, στο 1940, στο 1944. Τώρα που τελείωσε εκείνη η δουλειά, έχω επιστρέψει σε ένα άλλο σύμπαν, γεμάτο ήχους, φωνές, αγωνία, μελωδίες, θέματα τα οποία πρέπει να επιλυθούν μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα. Η μυσταγωγία του τώρα. «Θα μπούμε λίγο νωρίτερα να σου δείξω την καινούργια κονσόλα», μου λέει η Επιστήμη. Κατανεύω. Η καινούργια κονσόλα. Το καινούργιο στούντιο. Η καινούργια εκπομπή. Συμβουλεύομαι ξανά και ξανά το ρολόι μου. Τριάντα λεπτά. Είκοσι τρία λεπτά. Δεκαοκτώ λεπτά. Καθισμένος σε μια γωνία, διατρέχω άλλη μια φορά τις σημειώσεις μου. Οκέι, νομίζω ότι είμαι εντάξει. Μην ξεχάσω να πω κάτι και για τον Ρούμπιο. Δεκάξι λεπτά. Δεκαπέντε. «Πάμε;» λέει η Επιστήμη Μπινάζη. Πάμε.
H ίδια η Ελλάδα μεταμορφώθηκε σε εκμοντερνισμένο θραύσμα του εικοστού πρώτου αιώνα, εν τούτοις το ραδιόφωνο, ως μέσο, έχει διατηρήσει κάτι από την αρχέγονη μυσταγωγία του.
Την ακολουθώ. Το στούντιο βρίσκεται στο τέλος του διαδρόμου, προς την άλλη πλευρά. Ανοίγουμε σιγανά. Μπαίνουμε. Ένα χαλί στο δάπεδο. Δύο υπολογιστές αναμμένοι. Το παράθυρο, απέναντι, έχει θέα το μουντό γκρίζο μιας παλιάς αθηναϊκής πολυκατοικίας, ίσως από τον καιρό του Μεσοπολέμου. Οστεώδη, γερτά κλαδιά, τυλιγμένα από πράσινες τούφες, στεφανώνουν το κάδρο. Ακουαρέλα αστικού τοπίου. Και ο Νένες αυτοπροσώπως. Σκυμμένος πάνω από τα χαρτιά του. Κάποτε τον άκουγα φανατικά, δίχως να ξέρω πώς μοιάζει. Η μαγεία του ραδιοφώνου: να σκιαγραφείς νοερά φιγούρες ανθρώπων κρίνοντας από τις φωνές τους. Με καλωσορίζει χαμογελαστός. Κουβεντιάζει για τον ήχο με την Επιστήμη. Ύστερα μου δείχνουν κουμπιά, οθόνες, λίστες με τραγούδια. Προσπαθώ να αφομοιώσω κάθε πληροφορία. Η μουσική, στο μεταξύ, δίνει χρώμα στη μέρα. Harry Styles. Beautiful South. Δώδεκα λεπτά. Εννέα. Οκτώ. Νιώθω μια φλέβα να πεταρίζει στον λαιμό μου. Επτά λεπτά. Ο Νένες στρέφεται πάλι στο μικρόφωνο. Παρατηρώ τα χέρια του, πώς ανεβάζουν το ένα fader, πώς κατεβάζουν το άλλο. Είναι έτοιμος για την αποφώνηση. Προσπαθώ να καταπιώ. Πώς γίνεται να είμαι τόσο αγχωμένος όταν έχω κάνει πάνω από χίλιες δίωρες και τρίωρες εκπομπές στη ζωή μου;
Για μια στιγμή κλείνω τα μάτια. Γυρνάω πίσω στον χρόνο. Τέλη ’80, αρχές ’90. Θυμάμαι πόσο εμμονικά άκουγε η γενιά μου τότε όλους αυτούς τους λίγο μεγαλύτερους σε ηλικία παραγωγούς που είχαν φέρει κάτι ολότελα διαφορετικό, που μιλούσαν στο μικρόφωνο σαν να απευθύνονταν στους κολλητούς τους. Νένες. Στάθης Παπούλιας. Φίλιππος Πετρίδης. Ψαριανός. Μουρατίδης. Ζήκος. Η χρυσή εποχή του ΚΛΙΚ. Βουρ για το φινάλε της χιλιετίας με ποπ κουλτούρα, τη Μαντόνα γυμνή, τα Ειδικά Δικαστήρια, το Κολωνάκι στις δόξες του, το Χρηματιστήριο να ανεβαίνει, το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα να οδεύει προς το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη, τα ιδιωτικά κανάλια. Και αυτό το είδος ραδιοφώνου που εγκαθίδρυε μια νέα αισθητική, λιγότερο προβλέψιμη, περισσότερο ενστικτώδης. Θυμάμαι που στο στροβίλισμα εκείνης της δεκαετίας η τύχη με έφερε πλάι σε έναν από εκείνους τους μύθους: 1997, πρωινό μαζί με τον Στάθη Παπούλια, στη ραδιοφωνική συχνότητα του περιοδικού Status, που αργότερα θα γινόταν Best. Τρία χρόνια μαζί, τρεις ώρες κάθε μέρα. Ήμουν το τρίτο του ζευγάρωμα έπειτα από τις μυθικές συνεργασίες του με τον Φίλιππο Πετρίδη και τον Αντώνη Κοκορίκο, και off air λειτουργούσα πιότερο σαν φαν παρά σαν συνεργάτης. Παρότι έχει περάσει ένα τέταρτο του αιώνα, ακόμα με ρωτάνε κάποιοι για τότε. Γέλιο, είδηση, σχόλιο, το να κλείνεις το on με ατάκα. Και reaction σαν αντίδραση γηπέδου: δεκάδες τηλεφωνήματα ακροατών από την Κηφισίας, τη Μεσογείων, τους Αμπελόκηπους, την Κυψέλη, το Παγκράτι. Το απόγευμα να ιδρώνω γράφοντας στην εφημερίδα, αργά το βράδυ να παλεύω με τις σελίδες των βιβλίων μου, το πρωί να φοράω την αχαλιναγώγητη εκδοχή μου πλάι στον Παπούλια. Τα χρόνια πέρασαν, οι εποχές άλλαξαν, η ίδια η Ελλάδα μεταμορφώθηκε σε εκμοντερνισμένο θραύσμα του εικοστού πρώτου αιώνα, εν τούτοις το ραδιόφωνο, ως μέσο, έχει διατηρήσει κάτι από την αρχέγονη μυσταγωγία του.
Ανοίγω τα μάτια. Οκτώβρης του 2026. Όσοι ακούνε Voice Radio, αφουγκράζονται την ανάσα της πόλης. Η Μπινάζη 10 με 11 το πρωί. Ο Νένες 11 με 12. Ο γράφων μετά. Τελευταίες ανάσες. Κοιτάζω τον Γιάννη. «Φτάσαμε στο τέλος, θα τα ξαναπούμε αύριο». Ολοκληρώνει την αποφώνηση, βγάζει τα ακουστικά, τα ακουμπάει στο τραπέζι, σηκώνεται. Έξω από το παράθυρο, τα ακίνητα κλαδιά με φόντο την απέναντι πολυκατοικία έχουν ξάφνου παγώσει τον χρόνο, σου δίνουν την αίσθηση ότι το αστικό σύμπαν είναι απαράλλαχτο, μόνο οι φωνές αλλάζουν. Οι φωνές, και τα τραγούδια, και ο τρόπος που συντονίζεσαι με την πραγματικότητα. Δώδεκα και ένα. Jack Savoretti. «Πάμε λοιπόν», μου λέει η Επιστήμη.
Κάθομαι. Φοράω τα ακουστικά.
Αίφνης, όλο το άγχος έχει εκπνεύσει.
I am flying.