- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Το αριστερό μου ακουστικό, το New Yorker και όσα δεν πρόλαβα να διαβάσω
Το ντοκιμαντέρ για τα 100 χρόνια του New Yorker θυμίζει πως η δημοσιογραφία μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο
Μια τυχαία επίσκεψη στη New York Public Library, ένα ντοκιμαντέρ στο Netflix για τα 100 χρόνια του New Yorker και μια σκέψη για το πώς αλλάξαμε ως αναγνώστες.
Στις αρχές Δεκεμβρίου βρέθηκα στη Νέα Υόρκη. Σε ένα κατάστημα έτοιμων ενδυμάτων, ακριβώς απέναντι από τη New York Public Library, έχασα το αριστερό μου ακουστικό. Το έψαξα όπως ψάχνει κανείς σήμερα τα χαμένα του πράγματα: όχι σκύβοντας, αλλά κοιτώντας την οθόνη του κινητού. Στην εφαρμογή εύρεσης αντικειμένων εμφανιζόταν εκεί. Ακίνητο.
Ζήτησα ευγενικά από μια υπάλληλο να χαμηλώσει τη μουσική για να ακούσω το ηχητικό σήμα. Δεν το επέτρεπε η πολιτική του καταστήματος. Μια ευγενική Νεοϋορκέζα προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει. Τζίφος. Στεκόμασταν ακίνητες, προσπαθώντας να ξεχωρίσουμε τον αδύναμο βόμβο μέσα στον θόρυβο του καταστήματος. Δεν τα καταφέραμε. Την ευχαρίστησα κι έφυγα.
Πέρασα τον δρόμο σχεδόν μηχανικά και βρέθηκα στη βιβλιοθήκη. Μπήκα μέσα γιατί είναι αυτή η βιβλιοθήκη. Εκείνη που έχω δει σε άπειρες αγαπημένες ταινίες. Όχι για να δω κάτι συγκεκριμένο, αλλά γιατί κάποια κτίρια τα κουβαλάς ήδη μέσα σου πριν τα επισκεφθείς. Ήθελα απλώς να μπω. Να αλλάξω ρυθμό, σκέψη και, εν πάση περιπτώσει, δεν θα με έβγαζε εκτός προγράμματος ένα χαμένο ακουστικό, κι ας με πονούσε το ότι το είχα χρυσοπληρώσει. Πέρασα απρόθυμα τον έλεγχο από την ασφάλεια, ανέβηκα τα σκαλιά, για να βρεθώ στο αναγνωστήριο, όπως η Όντρεϊ Χέπμπορν στο «Breakfast at Tiffany’s», περισσότερο από περιέργεια. Εκεί, έπεσα πάνω στην επετειακή έκθεση για τα 100 χρόνια του περιοδικού The New Yorker.
Η έκθεση δεν ήταν φιλική προς έναν ψηφιακά εκπαιδευμένο χρήστη. Τα σκίτσα μικρά, μέσα σε κάδρα, τα κείμενα ακόμα μικρότερα. Η πρεσβυωπία δεν βοηθά να «σκύψεις» σε τέτοια αρχεία. Χρειάζεσαι περισσότερο φωτισμό, αν μη τι άλλο. Τα γυαλιά μου είναι στην τσάντα. Και η τσάντα μέσα από το βαρύ παλτό. Τα τελευταία χρόνια διαβάζω περιοδικά αποκλειστικά online, με zoom όπου χρειάζομαι και με τον έλεγχο του ρυθμού στα χέρια μου. Εδώ, στο χαρτί, δεν μπορώ να καταλάβω και πολλά. Διατρέχω την έκθεση με τεράστια ενοχή, σε σημείο να απορώ με τον εαυτό μου που το μοιράζομαι και δημόσια.
Βγήκα κρατώντας περισσότερο την αίσθηση παρά το περιεχόμενο. Λίγες εβδομάδες αργότερα, πίσω στην Αθήνα, βλέπω στο Netflix το ντοκιμαντέρ για τα 100 χρόνια του New Yorker. Ενθουσιάστηκα και ένιωσα πως bad timing μπορεί να συμβεί εκτός από τις ανθρώπινες σχέσεις και στη συνάντησή μας με ένα σημαντικό αρχείο.
Δεν πρόκειται για ένα νοσταλγικό αφιέρωμα, αλλά για μια ήσυχη, μεθοδική καταγραφή του πώς λειτουργεί ένας δημοσιογραφικός οργανισμός που επιμένει στη διάρκεια, στην ακρίβεια και στην επιμέλεια. Κριτικοί το χαρακτήρισαν ένα από τα πιο ουσιαστικά ντοκιμαντέρ για τα media των τελευταίων ετών, ακριβώς επειδή αποφεύγει τον εύκολο εντυπωσιασμό και επιλέγει να δείξει τη δουλειά όπως είναι: αργή, συχνά μονότονη, αλλά απολύτως αναγκαία.Το ντοκιμαντέρ ανοίγει τις πόρτες των γραφείων, δείχνει πώς αποφασίζεται ένα εξώφυλλο, πώς ένα σκίτσο μπορεί να συνοψίσει μια παγκόσμια αγωνία, πώς ένα κείμενο περνά από δεκάδες μάτια πριν φτάσει στον αναγνώστη. Και επιμένει σε κάτι που σήμερα μοιάζει σχεδόν ανατρεπτικό: ότι η καλή δημοσιογραφία χρειάζεται χρόνο, γενναίες αποφάσεις, γερό στομάχι και πολλούς nerds γραφιάδες. «Η ενημέρωση του κόσμου είναι η μόνη ελπίδα σε δύσκολους καιρούς», λέει ένας από τους συντάκτες. Μια σκιτσογράφος παραδέχεται: «Ζωγραφίζω για να μη νιώθω μοναξιά». Άλλος παραδέχεται ότι άρχισε να νιώθει καλύτερα όταν σταμάτησε να βλέπει ειδήσεις. Έχω πολλούς φίλους δημοσιογράφους. Κι εγώ γράφω. Ξοδεύονται άπειρες ώρες πάνω σε μια καρέκλα μπροστά από μια οθόνη. Ταυτίζομαι με αυτόν που λέει πως γυμνάζεται για να μην πεθάνει.
Οι σοβαροί εκδοτικοί οργανισμοί επενδύουν πολλά στο fact checking. Η αξιοπιστία είναι το καύσιμο της δημοσιογραφίας. Μαθαίνεις ότι στο fact-checking του περιοδικού εργάζονται σχεδόν 30 άνθρωποι. Όχι για τα μεγάλα λάθη, αλλά για τα μικρά. Για τη σκιά μιας ομπρέλας στο εξώφυλλο. Για μια λέξη που γράφεται ολογράφως και όχι με αριθμό. Για ένα ενωτικό που μπαίνει ή δεν μπαίνει. Ο γλωσσικός οδηγός του περιοδικού είναι αυτό που το κατέταξε στα ελιτίστικα πολιτιστικά προϊόντα της εποχής μας. Κάποιος παραδέχεται ότι οι άνθρωποι λατρεύουν να βρίσκουν λάθη και ότι αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού.
Το ντοκιμαντέρ θυμίζει πως τα περιοδικά υπήρξαν κάποτε γεννήτριες κινημάτων. Πως η δημοσιογραφία, όταν συναντά τη λογοτεχνία και την επιστημονική σκέψη, μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο. Όχι με κραυγές, αλλά με επιμονή. Όπως το παράδειγμα της Ρέιτσελ Κάρσον, που δημοσίευσε σε τεύχη τη «Σιωπηλή άνοιξη», με θέμα τον θάνατο των πτηνών από την εκτεταμένη χρήση του DDT, βάζοντας τα θεμέλια σε αυτό που αργότερα ονομάσαμε Περιβαλλοντικό Κίνημα. Το υβριδικό είδος λογοτεχνίας και επιστημονικής έρευνας αντέγραψε και ο Τρούμαν Καπότε, ένα είδος Αγγελικής Νικολούλη της εποχής, παντρεύοντας το αστυνομικό ρεπορτάζ με το μυθιστόρημα. Όταν ξεκινούσε την καριέρα του, έφτιαχνε καφέδες για τους συντάκτες και είχε ελάχιστες συμπάθειες.
Κάποτε διαβάζαμε άρθρα 3.000 λέξεων και τα απολαμβάναμε. Σήμερα τα βιβλία μας στοιβάζονται περισσότερο ως πρόθεση παρά ως πράξη. Η γενιά μου στέκεται με το ένα πόδι σε μια εποχή όπου το διάβασμα ήταν απόλαυση και με το άλλο σε μια ψηφιακή καθημερινότητα όπου η προσοχή έχει κατακερματιστεί. Το New Yorker και όσα περιοδικά επιμένουν σε εκτενή ρεπορτάζ και long reads δεν επιμένουν από αδράνεια. Επιμένουν από θέση. Και αυτό, όπως σωστά επισημαίνουν αρκετές καλές κριτικές του ντοκιμαντέρ, είναι το πιο πολιτικό τους χαρακτηριστικό. Όπως η ATHENS VOICE είναι, με τον τρόπο της, ο Αθηναίος, έτσι και το New Yorker είναι ο Νεοϋορκέζος: όχι ιδανικός, όχι αθώος, αλλά περίπλοκος, απαιτητικός και με ισχυρή αίσθηση του εαυτού του. Τα περιοδικά δεν είναι χαρτί ή pixels. Είναι οι άνθρωποι που τα φτιάχνουν και οι αναγνώστες που αντέχουν να μείνουν μαζί τους.
Ίσως τελικά το χαμένο ακουστικό να μην είχε σημασία. Ίσως να χρειαζόταν πρώτα το ντοκιμαντέρ για να καταλάβω τι ακριβώς δεν κατάφερα να δω εκείνη τη μέρα στη βιβλιοθήκη. Γιατί, όπως και με τα περιοδικά, το πρόβλημα δεν είναι ότι χάθηκαν. Είναι ότι εμείς δυσκολευόμαστε πια να σκύψουμε αρκετά κοντά τους.