- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Αντέχει το μέρισμα των μνημονίων;
Η ακρίβεια στα καύσιμα και οι ευθύνες πολιτικών και κοινωνίας
Από την πετρελαϊκή κρίση του ’79 στη σημερινή ακρίβεια: γιατί κοινωνίες και πολιτικοί δυσκολεύονται να αποδεχτούν το κόστος των αναγκαίων μέτρων.
Δεν είναι η πρώτη φορά που η χώρα βρίσκεται αντιμέτωπη με πετρελαϊκή κρίση. Το 1979, για παράδειγμα, στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, η τιμή του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές διπλασιάστηκε. Η χώρα όμως, με κυβέρνηση Κων. Καραμανλή, αντέδρασε διαφορετικά απ’ ό,τι σήμερα. Συγκρατήθηκαν οι τιμές και δόθηκε βάρος στον διοικητικό περιορισμό της κατανάλωσης. Καθιερώθηκαν τα μονά-ζυγά σε όλη τη χώρα, μπήκε προσωρινά δελτίο στα καύσιμα, μειώθηκε το όριο ταχύτητας στις εθνικές οδούς, περιορίστηκε ακόμα και το ωράριο λειτουργίας της τηλεόρασης.
Μια τέτοια πολιτική δύσκολα θα ήταν δυνατή σήμερα. Στον πυρήνα της η σκέψη ήταν σωστή. Όταν η τιμή ενός προϊόντος ανεβαίνει, η λογική αντίδραση είναι η μείωση της κατανάλωσης. Όταν όμως αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί με περιοριστικά μέτρα, προϋπόθεση είναι να φτάσει η αύξηση στον καταναλωτή. Το να την επιδοτείς είναι παράλογο και αντιοικονομικό. Ιδίως για μια χώρα όπως η Ελλάδα, όπου έχουμε σπατάλη ενέργειας και επιπλέον σοβαρό πρόβλημα στο εμπορικό ισοζύγιο. Θέλουμε με κάθε τρόπο να αποθαρρύνουμε την κατανάλωση στα καύσιμα και ο πιο αποτελεσματικός τρόπος είναι η τιμή.
Εννοείται πως αυτά ισχύουν στη θεωρία. Στην πράξη παίρνει κανείς υπόψη του και πολλούς άλλους παράγοντες. Επιδοτείται το ντίζελ, για παράδειγμα, ώστε να μην περάσει το κόστος στα προϊόντα και να συγκρατηθεί ο πληθωρισμός. Ή το πετρέλαιο θέρμανσης, ώστε να προστατευτούν ευάλωτοι καταναλωτές. Όσο για τον οδηγό του ΙΧ, στη λίστα των προτεραιοτήτων βρίσκεται κάτω από τη στέγη, την υγεία, τη διατροφή ή την παιδεία. Συχνά, ωστόσο, περνάει στην πρώτη θέση, καθώς οι κυβερνήσεις αναλογίζονται το πολιτικό κόστος.
Η γενική ιδέα πάντως παραμένει: όταν αυξάνεται το κόστος, πρέπει να κάνεις οικονομία. Και η κοινωνία μας δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να το αποδεχτεί αυτό. Το χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν ο τρόπος που αντέδρασε στα όσα είπε ο βουλευτής της ΝΔ Σπύρος Κουλκουδίνας. Τα λόγια του φυσικά διαστρεβλώθηκαν. Ποτέ δεν συνέστησε να χρησιμοποιεί τα Μέσα Μεταφοράς όποιος δεν έχει 10 ευρώ για βενζίνη. Παρατήρησε απλώς ότι δεν έχει μειωθεί η κίνηση στους δρόμους και δεν έχει αυξηθεί η χρήση των Μαζικών Μέσων Μεταφοράς, κάτι που, όπως είπε, δείχνει ότι τουλάχιστον όσοι κινούνται με αυτοκίνητο αντέχουν τις αυξήσεις. Σωστό ή λάθος δεν έχει και τόση σημασία. Σίγουρα είναι ένας δείκτης.
Τι ήταν να το πει… Έγκλημα καθοσιώσεως! Τόλμησε να υπονοήσει ότι πρέπει να κάνουμε οικονομίες, να κινηθούμε λιγότερο με ΙΧ. Και η αντίδραση, αξίζει να κάνουμε τη διευκρίνιση, δεν οφείλεται τόσο στην αντιπολίτευση, η οποία έχει έτοιμες δήθεν ανώδυνες λύσεις για να μειωθούν οι τιμές του «Κούλη». Η κατακραυγή ήταν γενική. Φαίνεται πιο λογικό ότι στην περίπτωση αυτή τα κόμματα ακολουθούν την κοινωνία. Η οποία βρίσκεται στα κάγκελα. Οι ενδείξεις είναι πολλές. Πώς αλλιώς εξηγείται ότι στην Ελλάδα, ενώ η αντικειμενική φτώχεια είναι στο 19%, η υποκειμενική φτώχεια εξακοντίζεται στο 67%; Πουθενά αλλού, ούτε κατά προσέγγιση, δεν εμφανίζεται μια τέτοια διαφορά. Και τι να συμπεράνει κανείς όταν λέμε στις δημοσκοπήσεις ότι ζούσαμε καλύτερα πριν από 7 χρόνια; Τότε δηλαδή που είχαμε διπλάσια ανεργία, περίπου 900.000 άνεργους και πραγματικούς μισθούς πολύ χαμηλότερους;
Όταν αυξάνεται το κόστος, πρέπει να κάνεις οικονομία. Και η κοινωνία μας δεν είναι καθόλου διατεθειμένη να το αποδεχτεί αυτό.
Δεν είναι μόνο ελληνικό το φαινόμενο. Όλη η Ευρώπη μοιάζει να βρίσκεται στα κάγκελα. Σε άρθρο του στους Financial Times ο Janan Ganesh υποστηρίζει ότι στις χώρες της Δύσης το πρόβλημα δεν είναι οι ηγεσίες αλλά οι ψηφοφόροι. «Απορρίπτουν κάθε πολιτική, όσο αντικειμενικά αναγκαία κι αν είναι, εάν έχει και το παραμικρό κόστος», με αποτέλεσμα να έχει εκτοξευθεί το δημόσιο χρέος παντού, γράφει χαρακτηριστικά. Και την ίδια στιγμή «γδέρνουν ζωντανό» κάθε πολιτικό που επιχειρεί να αντιμετωπίσει το πρόβλημα.
Είναι μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή. Συνηθίζουμε να αποδίδουμε την ευθύνη για την πολιτική κρίση και την άνοδο της ακροδεξιάς στην Ευρώπη σε μια γενιά πολιτικών που αποδείχτηκαν κατώτεροι των περιστάσεων. Στην αποτυχία τους να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα της εποχής, όποια κι αν θεωρήσουμε ότι είναι αυτά. Πώς θα μας φαινόταν, όμως, αν η αιτία των προβλημάτων στην πραγματικότητα δεν είναι οι πολιτικοί, αλλά οι ίδιοι οι ψηφοφόροι. Ότι δηλαδή η μεταπολεμική σταθερότητα ήταν η εξαίρεση. Οι κοινωνίες και οι πολιτικοί μπόρεσαν και λειτούργησαν συντεταγμένα κάτω από το βάρος της κοινής τραγωδίας. Και ότι οι σημερινές γενιές, που δεν έχουν τις ίδιες εμπειρίες, επιστρέφουν στα εγγενή προβλήματα της δημοκρατίας: τον λαϊκισμό, την αντιπαλότητα και τον διχασμό. Ο πειρασμός είναι μεγάλος, ιδίως αν αναλογιστούμε την αδυναμία της Ευρώπης να συνεννοηθεί και τις φυγόκεντρες δυνάμεις που κερδίζουν έδαφος. Δεν είναι τυχαίο ότι όλο και περισσότεροι σχολιαστές παρομοιάζουν τις σημερινές συνθήκες με τον Μεσοπόλεμο. Σαν να μας οδηγεί μια «δραματική απουσία αίσθησης της ιστορίας» για να χρησιμοποιήσουμε την εύστοχη διατύπωση του Βαγγέλη Βενιζέλου.
Χαρακτηριστικό σύμπτωμα αυτής της κατάστασης είναι η υποχώρηση των δυνάμεων του κέντρου είτε στη συντηρητική είτε στη σοσιαλδημοκρατική τους εκδοχή. Αποτέλεσμα η πολιτική αστάθεια και η δυσκολία συγκρότησης συμπαγών πλειοψηφιών που θα αντισταθούν στην άνοδο των άκρων. Σε αυτή τη συνθήκη η Ελλάδα ήταν εξαίρεση. Το 41% που πήρε ο Μητσοτάκης στις εκλογές του ’23 παραπέμπει σε άλλες εποχές. Θα μπορούσε άραγε να θεωρηθεί παράπλευρο αποτέλεσμα της κρίσης; Συσπείρωση, δηλαδή, ικανών δυνάμεων στον χώρο του κέντρου, την οποία προκάλεσε ο φόβος να οδηγηθούμε ξανά σε αδιέξοδο; Να είναι, τρόπον τινά, το μεταχρονολογημένο μέρισμα των μνημονίων; Ποιος μπορεί να το πει με βεβαιότητα; Το σίγουρο είναι ότι εξαντλείται.