- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Πατριωτική εισφορά περιτυλιγμένη με καλοσύνη
Αν ένας φόρος είναι δίκαιος, εφαρμόσιμος και αναγκαίος, δεν χρειάζεται έντονους συναισθηματικούς χαρακτηρισμούς για να δικαιολογηθεί η επιβολή του
Φορολογία και Πατριωτική εισφορά: Ισότητα, αναλογικότητα και φοροδοτική ικανότητα
Ο κύριος σκοπός της φορολογίας των πολιτών στην ελληνική έννομη τάξη (αλλά και διεθνώς) είναι διττός: Η κάλυψη των δημόσιων δαπανών (δημοσιονομικός σκοπός) και η αναδιανομή του εισοδήματος για την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης (κοινωνικο-οικονομικός σκοπός). Σύμφωνα με το οικείο Συνταγματικό πλαίσιο, οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη για τη χρηματοδότηση του κράτους, εξασφαλίζοντας τους απαραίτητους πόρους για τη λειτουργία δημόσιων υπηρεσιών και τη συντήρηση/κατασκευή κοινόχρηστων/κοινωφελών υποδομών.
Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε νέα φορολογική πρόταση πρέπει να αξιολογείται όχι μόνο ως προς την κοινωνική της στόχευση, αλλά και ως προς τη συμβατότητα της επιβάρυνσης των πολιτών προς τις θεμελιώδεις αρχές του φορολογικού συστήματος, ήτοι της καθολικότητας (όλοι ανεξαιρέτως οι πολίτες υποχρεούνται να συνεισφέρουν στα δημόσια βάρη) και της φορολογικής ισότητας (η φορολόγηση γίνεται ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του καθενός μέσω προοδευτικής φορολόγησης, ώστε να λαμβάνεται υπόψη η διαφορετική οικονομική δυνατότητα των φορολογουμένων και να προστατεύεται το ελάχιστο επίπεδο διαβίωσης).
Στην πρόσφατη ΔΕΘ, ο αρχηγός του κόμματος της ΕΛ.Α.Σ. εισηγήθηκε μια νέα εκδοχή της «πατριωτικής εισφοράς» που είχε προτείνει παλαιότερα ως μέτρο φορολόγησης των μεγάλων τραπεζικών και επιχειρηματικών κερδών. Η αναθεωρημένη πρόταση αφορά στη θέσπιση μόνιμης εισφοράς 1% επί της συσσωρευμένης καθαρής περιουσίας (όχι απλώς του ετήσιου εισοδήματος) του οικονομικά ανώτερου 1% του πληθυσμού, η οποία θα απαιτήσει πρώτα τη δημιουργία Περιουσιολογίου και, κατόπιν, σημαντική νομοθετική και διοικητική προετοιμασία, χωρίς να είναι προς το παρόν ξεκάθαρες όλες οι πρακτικές λεπτομέρειες εφαρμογής του μέτρου.
Εν πρώτοις, πάντως, ο χαρακτηρισμός «πατριωτική εισφορά» μπορεί να είναι συνθηματικά εύστοχος και επικοινωνιακά ελκυστικός, αλλά σκοπίμως αρκετά φορτισμένος και συνάμα προβληματικός, άρα μάλλον ατυχής, καθώς δίνει την εντύπωση της φορολογίας όχι ως θεσμικής υποχρέωσης των πολιτών σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου, αλλά ως μορφής εκούσιας οικονομικής συνεισφοράς υπέρ πατρίδας. Όμως, οι πολίτες δεν πληρώνουν φόρους από ηθική παρόρμηση ή συναισθηματικό κίνητρο απλώς για να βοηθήσουν την πατρίδα, αλλά ψυχρά και αναγκαστικά, προκειμένου να χρηματοδοτηθεί ένα θεσμικό σύστημα, από το οποίο ωφελούνται οι ίδιοι και η κοινωνία συνολικά.
Η θεωρία ότι το οικονομικά ισχυρότερο τμήμα της κοινωνίας καλείται να συνεισφέρει αναλογικά περισσότερο για το κοινό καλό και για τη χώρα σίγουρα απηχεί στοιχεία φορολογικής και κοινωνικής δικαιοσύνης και μπορεί, επίσης, να συνθέτει το περίγραμμα μιας πιθανώς αποτελεσματικής παρέμβασης. Όμως, την ίδια στιγμή ταυτίζει, έστω και υπαινικτικά, την άσκηση κριτικής με έλλειψη πατριωτισμού, γεγονός που, αφενός, επιτρέπει στη διαφωνία να αποκτήσει ηθικό πρόσημο με όρους πατριωτικής ή μη στάσης των φορολογουμένων, αφετέρου, συνηγορεί εκ νέου υπέρ της παραπάνω άποψης ότι η χρήση του όρου «πατριωτική» είναι προβληματική, υπό την έννοια ότι η φορολογική πολιτική πρέπει να αξιολογείται (και να γίνεται αποδεκτή ή να αμφισβητείται) όχι με το μέτρο της ατομικής εθνικοφροσύνης, αλλά με επαληθεύσιμα κριτήρια αποτελεσματικότητας, αναλογικότητας, φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών και οικονομικών επιπτώσεων.
Εξάλλου, αν ένας φόρος είναι δίκαιος, εφαρμόσιμος και αναγκαίος, δεν χρειάζεται έντονους συναισθηματικούς χαρακτηρισμούς για να δικαιολογηθεί η επιβολή του. Η νομιμοποίησή του δεν προκύπτει από επικοινωνιακούς εξωραϊσμούς και επιχειρούμενες πατριωτικές ταυτίσεις, αλλά από τη δημοκρατική νομοθετική διαδικασία, την αρχή της ισότητας και τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών. Η φορολογία δεν είναι πράξη πατριωτισμού, την οποία αναλαμβάνουν μόνο όσοι αναγνωρίζουν και ενστερνίζονται το ειδικό βάρος και περιεχόμενο της συγκεκριμένης λέξης, αλλά ένας καθολικός οικονομικός μηχανισμός χρηματοδότησης του κράτους ασχέτως πατριωτικών αισθημάτων, στον οποίο συνεισφέρουν γενικότερα όλοι οι φορολογικοί κάτοικοι, ακόμα και αλλοδαποί χωρίς ιθαγένεια, γεγονός που καθιστά την απόδοση του χαρακτηρισμού «πατριωτική» στην προτεινόμενη εισφορά νομικά και πραγματολογικά αβάσιμη.
Ο χαρακτηρισμός ενός φόρου ως «πατριωτικού» δεν είναι μόνο θεσμικά ανακριβής, αλλά επιπλέον μεταφέρει λανθασμένα τη συζήτηση από το πεδίο της φορολογικής πολιτικής στο πεδίο της ηθικής αξιολόγησης των φορολογουμένων και, τελικά, κινδυνεύει να αποδυναμώσει τις πραγματικές προθέσεις ενός εν δυνάμει αποτελεσματικού φορολογικού μέτρου, συνδέοντας τους σκοπούς του με όρους εθελοντικής προσφοράς και φιλανθρωπίας, αντί καθαρής φοροδοτικής υποχρέωσης, ακόμα κι αν δεχτούμε καλόπιστα ότι δεν ήταν αυτή η αρχική επιδίωξη.