Πολιτικη & Οικονομια

Από την οικονομική διαχείριση στην εθνική στρατηγική

Δεν αρκεί η οικονομία να «κινείται»· πρέπει να μετασχηματίζεται. Δεν αρκεί να αυξάνονται οι επενδύσεις· πρέπει να δημιουργούν αξία

Δημήτρης Μερεντίτης
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Ανάπτυξη και επενδύσεις με αξία: η Ελλάδα χρειάζεται παραγωγικό μετασχηματισμό, καινοτομία και μια μακρόπνοη εθνική στρατηγική.

Η πρόσφατη είδηση για τη μεταφορά της φορολογικής κατοικίας του δισεκατομμυριούχου Κρις Ρόκος στην Ελλάδα, βάσει του ειδικού φορολογικού καθεστώτος των 100.000 ευρώ, έτυχε διθυραμβικών σχολίων από την κυβέρνηση και τα φιλικά προς αυτήν ΜΜΕ. Η λογική ότι η μετατροπή της χώρας σε έναν «φορολογικό παράδεισο» με ευέλικτη νομοθεσία και δουλική αντιμετώπιση απέναντι στον ακραίο πλούτο συνιστά «ψήφο εμπιστοσύνης», αποτελεί για κάποιους θέσφατο. Ως τέτοια «ψήφος εμπιστοσύνης» βαφτίζονται, επίσης, οι επιθετικές αγοροπωλησίες στο real estate, η Golden Visa και οι μεταβιβάσεις γης και ακινήτων — συχνά σε τιμές χαμηλότερες της αντικειμενικής αξίας — ενισχύοντας τη φοροαποφυγή και το ξέπλυμα μαύρου χρήματος.

Σε μια εποχή, όμως, όπου οι ανεπτυγμένες χώρες δεν ανταγωνίζονται για πρόσκαιρα έσοδα από αμφιλεγόμενους προορισμούς, αλλά για τη γνώση, την καινοτομία και τους επιδραστικούς ανθρώπους, η ελληνική κυβέρνηση επιλέγει ένα μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας. Επιμένει στην απουσία επενδύσεων στον παραγωγικό μετασχηματισμό και επιτρέπει την ανεξέλεγκτη διείσδυση αμφιλεγόμενων κεφαλαίων σε καίριες υποδομές, χωρίς πλαίσιο και υποχρεώσεις για τους επενδυτές. Φαίνεται πως για την κυβέρνηση η φορολογική δικαιοσύνη, η κοινωνική συνοχή, η συνέχεια του κράτους, η λειτουργία των θεσμών, οι ανεξάρτητες αρχές και οι δικαστικές εγγυήσεις αποτελούν πλέον ξεπερασμένες έννοιες και ενοχλητικές λεπτομέρειες.

Είναι, ωστόσο, ακριβώς αυτή η προσέγγιση που καθηλώνει την ελληνική οικονομία, αφήνοντάς την να υστερεί και να μην πείθει για την ύπαρξη ενός μακροχρόνιου αναπτυξιακού σχεδιασμού ή για μια πραγματική δυναμική ουσιωδών μεταρρυθμίσεων. Παρά τις πρωτοφανείς εισροές κοινοτικών πόρων, τη χαλάρωση των δημοσιονομικών κανόνων και τη γενικότερη αναπτυξιακή τροχιά της μετα-Covid εποχής, η Ελλάδα παραμένει καθηλωμένη στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε όρους αγοραστικής δύναμης, με το 28% του πληθυσμού να βρίσκεται αντιμέτωπο με τον κίνδυνο της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την ίδια στιγμή που υποχώρησε κατά τέσσερις θέσεις, στην 51η θέση στον δείκτη StartupBlink Global Startup Ecosystem Index για το 2026.

Τα παραπάνω σε συνδυασμό με την εκτεταμένη ανισοκατανομή του πλούτου και την αδυναμία μεγάλων τμημάτων της κοινωνίας να συμμετέχουν στην παραγωγή και να βρούνε δημιουργικές ευκαιρίες είναι ακριβώς αυτό που δηλώνει την απουσία σχεδίου για την παραγωγικότητα, την ανταγωνιστικότητα την δίκαιη κατανομή και διαγενεακή δικαιοσύνη.

Η αξιοπιστία της χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται ούτε στη συγκέντρωση εξουσίας και την ταύτιση με τις επιδιώξεις ενός προσώπου, ούτε στις μεθοδεύσεις για τη νομοτελειακή διατήρηση της Νέας Δημοκρατίας στην κυβέρνηση. Η λογοδοσία, η θεσμική διακυβέρνηση και το κράτος δικαίου δεν αποτελούν απλώς εχέγγυα για τη δημοκρατική λειτουργία, αλλά συνιστούν θεμελιώδεις πυλώνες και προϋπόθεση για μια υγιή οικονομική ανάπτυξη.

Το κράτος, μέσω της φορολογικής του πολιτικής, των δαπανών και των επενδύσεων, είναι αυτό που διαμορφώνει την απασχόληση, την παραγωγικότητα και τα δημόσια έσοδα. Η σημερινή ρηχή προσέγγιση, με την απουσία οράματος, δεν αποτελεί απάντηση ούτε στις ανάγκες της χώρας ούτε στις προσδοκίες των πολιτών. Δεν αρκεί η οικονομία να «κινείται»· πρέπει να μετασχηματίζεται. Δεν αρκεί να αυξάνονται οι επενδύσεις· πρέπει να δημιουργούν αξία.

Το ζητούμενο είναι μια πολιτική που θα καταπολεμήσει την εκτεταμένη διαφθορά, μια πολιτική που θα έχει σχέδιο και θα πείσει τους πολίτες περιορίζοντας τις ανισότητες και τους αποκλεισμούς. Μια πολιτική με περισσότερες ευκαιρίες, μεγαλύτερη παραγωγική δύναμη που θα επενδύει στην καινοτομία και κυρίως στους ανθρώπους.