Πολιτικη & Οικονομια

Η στάση μας απέναντι στην «αλήθεια»

Γνωστικές προκαταλήψεις και τα παράλληλα σύμπαντα

Σώτη Τριανταφύλλου
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Πώς οι γνωστικές προκαταλήψεις και οι ιδεολογικές φούσκες διαμορφώνουν την «προσωπική αλήθεια» και τη σύγχρονη μετα-πραγματικότητα.

Συγκρίνοντας τη στάση της αντιπολίτευσης με εκείνη της κυβέρνησης έναντι όχι μόνο του κυβερνητικού έργου (ή μη έργου) αλλά ολόκληρου του κόσμου, επαναλαμβάνουμε συχνά ότι οι πολιτικές παρατάξεις ζουν σε παράλληλα σύμπαντα. Τα κόμματα, κλεισμένα στις ιδεολογικές τους φούσκες, παρουσιάζουν κενό στην ερμηνεία της πραγματικότητας: η πρόσληψη της πραγματικότητας, από την τοπική φτώχεια μέχρι τα διεθνή ζητήματα (Ισραήλ-Παλαιστίνη, Ρωσία-Ουκρανία, αμερικανική προεδρία, ΕΕ, Ισλάμ, Ιράν) στρεβλώνεται από γνωστικές προκαταλήψεις: ο καθένας διατυπώνει ένα είδος μετα-αλήθειας, η οποία ίσως περιλαμβάνει μικρό μέρος της πραγματικότητας, υποβαθμίζοντας, αγνοώντας ή διαγράφοντας το υπόλοιπο, μεγαλύτερο μέρος.

Οι επιθυμίες αναδεικνύονται σε «προσωπική αλήθεια»: η ελληνική κυβέρνηση υπερηφανεύεται για την πορεία της οικονομίας· η αριστερά, χρησιμοποιώντας τα λίγο-πολύ πραγματικά στοιχεία του πληθωρισμού και των μισθών, σκαρώνει ένα αφήγημα πρωτοφανούς φτωχοποίησης — χωρίς να ψεύδεται επ’ αυτού· το πιστεύει «πραγματικά». Έτσι, τα παραδείγματα της απόκλισης στη θέαση και στην εκτίμηση των δεδομένων πολλαπλασιάζονται: ένα μεγάλο μέρος ιδεολόγων πιστεύει ότι ζούμε σε αυταρχικό κράτος· ένα άλλο ότι στη χώρα μας δεν τιμωρούνται ποτέ οι εγκληματίες· μερικοί φρονούν, για παράδειγμα, ότι το κόμμα του κ. Τσίπρα τοποθετείται στην «κεντροαριστερά», άλλοι ότι πρόκειται για ακροαριστερούς που διαφέρουν από το ΚΚΕ ως προς το δήθεν σύγχρονο, «νεανικό» ύφος· μερικοί βλέπουν την κυβέρνηση Μητσοτάκη σαν εγκληματική συμμορία· άλλοι πιστεύουν πως με εγκληματική συμμορία έμοιαζε περισσότερο η προηγούμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ. Και ούτω καθεξής.

Όσο πληθαίνουν οι προσφορές ερμηνείας του κόσμου στον πολιτικό χώρο, τόσο περισσότερο έχουμε τη δυνατότητα να «ανήκουμε» σε έναν χώρο που μας ταιριάζει

Η προπαγάνδα και η οικειοποίηση του ιστορικού αφηγήματος, η οποία εκτυλίσσεται στο διηνεκές, δεν είναι βεβαίως ελληνική πρωτοτυπία. Στη Γαλλία, το ζήτημα του χρέους και των ελλειμμάτων —για παράδειγμα— μαρτυρεί αβυσσαλέα διαφορά αντίληψης της πραγματικότητας: αν και κανείς δεν αρνείται την ύπαρξη αυτού του χρέους, η διαμάχη αφορά τις πιθανές συνέπειές του· το πόσο σοβαρό είναι το πρόβλημα, το αν μπορεί να παραγραφεί, το αν το «νοικοκύρεμα» που προτείνει η κυβέρνηση σημαίνει αντιλαϊκά μέτρα και ενίσχυση των μεγάλων συμφερόντων ή αν είναι απαραίτητο για να αποφευχθούν δανεισμοί με υπέρογκα επιτόκια. Και καθώς τα αφηγήματα περί χρέους καθοδηγούνται από ιδεολογικούς παράγοντες, όχι μόνο των απλών πολιτών αλλά και των οικονομολόγων, ο κάθε Γάλλος διαλέγει τις απόψεις που ταιριάζουν στο ιδεολογικό του πλαίσιο και στη βολή του.

Όσο πληθαίνουν οι προσφορές ερμηνείας του κόσμου στον πολιτικό χώρο, τόσο περισσότερο έχουμε τη δυνατότητα να «ανήκουμε» σε έναν χώρο που μας ταιριάζει. Παρατηρείται «οπορτουνιστικός σκεπτικισμός»: αμφισβητούμε όσα λένε οι πολιτικοί όταν η αμφισβήτηση μάς εξυπηρετεί· υποψιαζόμαστε σκοτεινές πλεκτάνες στα κόμματα και στις κυβερνήσεις που δεν έχουμε ψηφίσει· γινόμαστε κακεντρεχείς έναντι των ατόμων με τα οποία διαφωνούμε. Προπάντων, η ιδεολογική τοποθέτηση εμποδίζει πολλούς από μας να δούμε μεγάλες απειλές για τον πολιτισμό μας: πάνω από τους μισούς Ευρωπαίους δεν αντιλαμβάνονται τον κίνδυνο του εξισλαμισμού· πάνω από τους μισούς δεν αποδέχονται ότι η woke κουλτούρα σηματοδοτεί την παρακμή του λόγου και των κοινωνικών κινημάτων· πάνω από τους μισούς δυσπιστούν έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς να κατανοούν τι θα μπορούσε να σημαίνει η επιστροφή του θεσμικού εθνικισμού στην κάθε χώρα.

Οι ευσεβείς πόθοι, το να διαμορφώνουμε την πραγματικότητα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας, είναι «ανθρώπινο»· δεν μπορούμε να αντέξουμε μεγάλη δόση πραγματικότητας. Εξάλλου, στον σύγχρονο κόσμο, χάρη στην τεχνολογία, μπορούμε να οργανωθούμε σε κοινότητες όπου δεν ακούγεται κανένα «όχι» στις επιθυμίες και στα ιδεολογήματά μας. Στο εσωτερικό αυτών των φαντασιακών κοινοτήτων, τα σκληρά δεδομένα, τα γεγονότα, δεν παίζουν κανένα ρόλο: λόγου χάρη, αν και η συμπεριφορά του Ντόναλντ Τραμπ δείχνει ότι πρόκειται για έναν αχρείο που προσπαθεί να γίνει ο επικυρίαρχος του κόσμου ντροπιάζοντας τις αμερικανικές αξίες, οι οπαδοί του επιμένουν ότι ενσαρκώνει την υπέρτατη αμερικανική και παγκόσμια λύση. Ο Ντόναλντ Τραμπ ξεστομίζει τερατώδη ψέματα· το ίδιο κάνουν τα περισσότερα ΜΜΕ, συμβατικά και μη —αλλά όσοι πρόσκεινται στον πρόεδρο και σ’ αυτά τα συγκεκριμένα ΜΜΕ δεν αναρωτιούνται τι είναι αλήθεια και δεν είναι.

Στα καθ’ ημάς, υπάρχουν τερατολόγοι —ιδιαίτερα στον χώρο της αριστεράς και της ψεκασμένης δεξιάς— και συκοφαντικές φυλλάδες (και πάλι στους ίδιους χώρους, αλλά και γενικότερα) οι οποίες ικανοποιούν την ανάγκη για μύθους και δίνουν διέξοδο στα χαμηλότερα ένστικτα. Ουδείς αναρωτιέται αν αυτά που ακούγονται έχουν κάποια σχέση με την πραγματικότητα — η πραγματικότητα δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον.

Ο ψηφιακός κόσμος έχει επεκτείνει τα σύνορα της αυτοκρατορίας της αυταπάτης

Τη γνωστική πλάνη της «προσωπικής αλήθειας» συνοδεύει η προκατάληψη της επιβεβαίωσης· οι άνθρωποι αναζητούν πηγές που στηρίζουν τις πεποιθήσεις τους: ο ψηφιακός κόσμος έχει επεκτείνει τα σύνορα της αυτοκρατορίας της αυταπάτης. Δεν πρόκειται μόνο για κίνηση σε ένα σύμπαν με πληροφορίες που μας ευχαριστούν και μας καθησυχάζουν, αλλά για τον μετασχηματισμό αυτών των πληροφοριών. Ορισμένες ιδεολογίες μετασχηματίζουν ακόμη και τις εννοιολογικές κατηγορίες που μας επιτρέπουν να κατανοήσουμε την πραγματικότητα: οι λέξεις —ελευθερία, δημοκρατία, κράτος δικαίου, δικαιοσύνη, ασφάλεια, έθνος, ανεξιθρησκία, κοσμικό κράτος— χάνουν τη σημασία τους επειδή ο καθένας τούς προσδίδει το «δικό του» νόημα.

Το βαθύτερο δημοκρατικό πρόβλημα είναι ότι οι λαοί δεν θέλουν να ακούνε τα δεδομένα της πραγματικότητας και να αποδέχονταν ρεαλιστική πολιτική για τη λύση των προβλημάτων. Έτσι κι αλλιώς, οι «δεξιοί», οι «κεντρώοι», οι «αριστεροί», οι ψεκασμένοι κτλ. διαφέρουν μεταξύ τους σε εγκεφαλική καλωδίωση· άλλωστε, όλες οι πολιτικές υποθέσεις έχουν τους χρήσιμους ηλιθίους τους. Λίγοι μπορούν, πιθανώς από νοητική δύναμη, να αντισταθούν στη μεροληψία των πηγών πληροφόρησης (αν είμαι πολύ αριστερός, διαβάζω την πιο αριστερή εφημερίδα, αν είμαι πολύ δεξιός την πιο δεξιά), στη μεροληψία της μνήμης (θυμάμαι τα γεγονότα που επιβεβαιώνουν τις πεποιθήσεις μου και ξεχνάω όσα τις διαψεύδουν). Εδώ, ο συλλογικός παράγοντας είναι κρίσιμος: κανείς δεν μπορεί να πιστεύει ό,τι πιστεύει «μόνος» σε πείσμα της πραγματικότητας· χρειάζονται κι άλλοι που να πιστεύουν περίπου το ίδιο. Αντιθέτως, μπορεί κάποιος να βλέπει καθαρά την πραγματικότητα ενώ όλοι οι άλλοι πλανώνται.

Mια άλλη πτυχή αυτής της μετα-πραγματικότητας σήμερα είναι το ότι δίνουμε κεντρική θέση σε αυτό που νιώθουμε. Τα συναισθήματα συγκροτούν μια «αλήθεια» που θεωρείται σεβαστή. Ορισμένοι άνθρωποι δηλώνουν άνδρες ενώ είναι γυναίκες, άλλοι δηλώνουν γυναίκες ενώ είναι άνδρες· υπάρχουν και κάποιοι που δηλώνουν γάτες. Οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες επιτρέπουν τη νομιμοποίηση τέτοιων αιτημάτων. Το σύνθημα του Μαΐου του 1968 «Να είσαι ρεαλιστής, να ζητάς το αδύνατο» έχει σχεδόν υλοποιηθεί: το εν λόγω σύνθημα απεικόνιζε την έννοια της «ριζοσπαστικής υποκειμενικότητας», δηλαδή το να επιβάλλει κανείς την υποκειμενικότητά του στην πραγματικότητα. Είναι κάτι που συναντάμε συχνά σε διαφημιστικά σλόγκαν «γίνε ο εαυτός σου!». Παρότι, εφόσον έχουμε θεμελιώδη βιολογικά όρια, δεν μπορούμε να «γίνουμε» οτιδήποτε. Ή μάλλον μπορούμε υπό τον όρο να περάσουμε σε άλλους κόσμους, πιο επιθυμητούς από τον πραγματικό.