Πολιτικη & Οικονομια

Σενάρια πολιτικής συνέχειας ή αλλαγής;

Η γαλλική επένδυση στον Great Sea Interconnector αναβαθμίζει τον ρόλο της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ η πολιτική ατζέντα παραμένει στραμμένη στα εσωτερικά προβλήματα

Λεωνίδας Καστανάς
4’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Great Sea Interconnector: Η είσοδος της Meridiam ενισχύει τον στρατηγικό ρόλο Ελλάδας και Κύπρου, χωρίς άμεσο πολιτικό αντίκτυπο.

Η είσοδος της γαλλικής Meridiam στο μετοχικό σχήμα του Great Sea Interconnector (GSI) είναι μια πολύ σημαντική εξέλιξη στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου. Η πρόσφατη υπογραφή της συμφωνίας στο Μέγαρο Μαξίμου, παρουσία του Κυριάκου Μητσοτάκη, βάζει στο παιχνίδι έναν ισχυρό διεθνή επενδυτή και ενισχύει το γαλλικό αποτύπωμα στην περιοχή, αφού γαλλική είναι και η Nexans, η εταιρεία που έχει αναλάβει την κατασκευή του καλωδίου. Η παρουσία μιας παγκόσμιας δύναμης όπως η Γαλλία σ’ αυτή την ευαίσθητη γωνιά της Ανατολικής Μεσογείου αλλάζει σημαντικά τις γεωπολιτικές ισορροπίες και στέλνει ισχυρό θετικό μήνυμα προς στις αγορές.

Το σημαντικότατο αυτό έργο, με προϋπολογισμό που αγγίζει τα 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ, στριμώχνει στη γωνία την Τουρκία του Ερντογάν, που ήθελε διακαώς και προσπαθούσε να το ματαιώσει. Διότι τώρα πρέπει να τα βάλει όχι μόνο με την Ελλάδα και τη Γαλλία, αλλά και με την ΕΕ. Δύσκολο. Διότι ο Great Sea Interconnector αποκτά τον αέρα μιας σημαντικής ευρωπαϊκής υποδομής και η υλοποίησή του δεν αφορά πλέον τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Εκείνες οι τσαμπουκαλίδικες έξοδοι των φρεγατών από τα τουρκικά λιμάνια και οι ξαφνικές Νavtex μάλλον αναβάλλονται επ’ αόριστον. Και φυσικά στο, όχι και πολύ, βάθος περιμένει το επόμενο μεγάλο στοίχημα της επέκτασης της σύνδεσης προς το Ισραήλ. Εκεί να δείτε χαρά η Τουρκία (sic). Η Ελλάδα και η Κύπρος ενισχύουν τη θέση τους στην Ανατολική Μεσόγειο και η Τουρκία μένει στην απέξω. Θετικότατο.

Είναι όμως ένα τέτοιο έργο, μιας τέτοιας υφής, επιτυχία ικανή να επηρεάσει τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις της χώρας μας; Από χλομό έως κίτρινο. Κατ’ αρχάς, η συγκεκριμένη επένδυση δεν τυγχάνει της υποστήριξης όλου του πολιτικού φάσματος. Ένας σημαντικός λόγος είναι ότι απομακρύνει ενεργειακά την Ελλάδα και την ΕΕ από τη Ρωσία, πράγμα που θεωρείται ολέθριο λάθος για σύσσωμη τη φιλορωσική αντιπολίτευση. Ένας άλλος λόγος είναι ότι ανοίγεται η προοπτική ισχυρής σύνδεσης με το Ισραήλ, και οι αντιπολιτευόμενοι δεν αισθάνονται καθόλου καλά μ’ αυτό. Τόσο η Αριστερά όσο και η ακροδεξιά διακρίνονται για τον αντισημιτισμό τους, τον οποίο προσπαθούν, ανεπιτυχώς, να καμουφλάρουν ως απέχθεια προς τον Νετανιάχου και την κυβέρνησή του.

Κατά δεύτερον, τα διεθνή επενδυτικά σχέδια σχεδόν ποτέ δεν ενδιέφεραν την πλειονότητα της κοινής γνώμης – ειδικά όταν αφορούσαν ελληνικές επιτυχίες. Αν, για παράδειγμα, κατάφερνε η Τουρκία να ματαιώσει το έργο, θα είχαμε εδώ πανηγύρια χαράς λόγω της ελληνικής αποτυχίας, φυσικά συγκαλυμμένα ως σκεπτικισμός αλλά και οργή για τη δήθεν άχρηστη κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ποιος τους άκουγε, σε μια τέτοια εξέλιξη, τον Α. Σαμαρά και τους ομοϊδεάτες του. Αν για μια δήλωση περί οικογένειας της υπουργού Δόμνας Μιχαηλίδου αγανάκτησαν, μια ματαίωση προς όφελος της Τουρκίας θα τους έβγαζε στους δρόμους. Της χαράς!

Η Ελλάδα, για την «προοδευτική» αφήγηση, πρέπει να είναι φτωχή

Από την απέναντι όχθη, η ελληνική Αριστερά, του ΠΑΣΟΚ συμπεριλαμβανομένου, ποτέ δεν είδε με καλό μάτι τις διεθνείς επενδύσεις στη χώρα μας. Θεωρεί ότι τις πιστώνεται η Δεξιά, κι αυτό την ενοχλεί. Αλλά πολύ περισσότερο βλέπει ότι οι επενδύσεις ενισχύουν την οικονομία της χώρας, ανεβάζουν το βιοτικό επίπεδο και ισχυροποιούν τον κοσμοπολιτισμό της. Και αυτά τα τρία δεν αντέχονται από την καθ’ έξιν αναχρονιστική ελληνική Αριστερά. Αν έχουν να πουν κάτι, αυτό είναι να αναρωτηθούν πόσα γεύματα απόρων και μεταναστών αντιστοιχούν στο κόστος της επένδυσης, πόσα θρανία και πόσα φάρμακα για τον λαό. Η Ελλάδα, για την «προοδευτική» αφήγηση, πρέπει να είναι φτωχή. Αλλά με ανοιχτά σύνορα προς τους φτωχούς μετανάστες, ώστε κάποια στιγμή όλοι οι φτωχοί μαζί να επαναστατήσουν και να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα. Για μια νέα ισλαμοφιλική σοβιετία των ονείρων της. Έχουμε ο καθένας τα βάσανά του.

Με όλα αυτά δεδομένα, τις πολιτικές εξελίξεις θα επηρεάσει κυρίως η μικροπολιτική, η οποία, εξάλλου, βλέπει κατά κόρον και το φως της δημοσιότητας. Τι είπε ο ένας πολιτικός σε κάποιο κανάλι, σε ποιο κόμμα πήγε η άλλη, ούσα ανέστια, ποιοι έφυγαν από το κόμμα της Ελπίδας και ποιους ανέστιους πολιτικούς θα απορροφήσει το ΠΑΣΟΚ. Αλλά και τι θα απογίνουν τα ορφανά του Αλέξη, ποιο νέο κόμμα της Αριστεράς είναι στα σκαριά ως συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ και πώς θα γίνει να μάθουμε κάποια στιγμή τους χρηματοδότες της ΕΛ.Α.Σ. Γιατί τα χρέη του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ τα ξέρουμε. Με τέτοια πολιτική συζήτηση, είναι προφανές ότι μια επιτυχία όπως αυτή της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας-ΕΕ μάλλον θα περάσει στα ψιλά.

Πρόσφατη δημοσκόπηση (Μάρτιος 2026) έδειξε ότι το 52% επιθυμεί αυτοδύναμη κυβέρνηση, έστω κι αν χρειαστούν αλλεπάλληλες εκλογές. Αλλά, την ίδια στιγμή, ένα 45% θα επιθυμούσε κυβέρνηση συνεργασίας, χωρίς όμως να διευκρινίζει τη σύνθεσή της. Σε μια άλλη, το 42% επιθυμεί σταθερότητα, αλλά και το 54% πολιτική αλλαγή. Σε αυτό το χάος των επιθυμιών, το μόνο σίγουρο είναι ότι οι επόμενες εκλογές θα είναι αμφίρροπο ντέρμπι, όχι φυσικά για το ποιος θα είναι πρώτος, αλλά για το είδος της κυβέρνησης που θα σχηματιστεί. Διότι η αυτοδυναμία της ΝΔ είναι προφανώς αμφίβολη, ακόμα και μετά τη δεύτερη εκλογή. Αν όμως είναι έτσι, ακόμα πιο αμφίβολος είναι ο σχηματισμός συμμαχικής κυβέρνησης με κορμό το πρώτο κόμμα, δηλαδή τη ΝΔ.

Οι επόμενες εκλογές θα είναι αμφίρροπο ντέρμπι, όχι για το ποιος θα είναι πρώτος, αλλά για το είδος της κυβέρνησης που θα σχηματιστεί

Διότι ο μόνος συμβατός εταίρος του Κ. Μητσοτάκη θα ήταν το ΠΑΣΟΚ, κάτι που είναι από αμφίβολο μέχρι αδύνατο, δεδομένης της αντιδεξιάς μανίας της ηγετικής του ομάδας. Αλλά και τα υπόλοιπα κόμματα, ακόμα και τα δεξιότερα της ΝΔ, δύσκολα θα συμφωνούσαν σε μια συνεργασία με τον Κ. Μητσοτάκη, τον οποίο απεχθάνονται περισσότερο από την Αριστερά. Γιατί; Μα διότι αραιώνει το δεξιό κρασί με νερό από το Κέντρο και την Αριστερά. Διότι νομοθετεί τον γάμο των ομοφύλων, διευρύνει τον χαρακτήρα της οικογένειας, δεν στέλνει σε κάτεργα όλους τους Ρομά και δεν σφραγίζει με λόγχες τα σύνορα προς τους μετανάστες. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια μελλοντική ακυβερνησία και αστάθεια είναι προ των πυλών. Οπότε το να συζητάμε τον ρόλο της συμφωνίας ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας-Κύπρου είναι μάλλον πολυτέλεια.

Ο κόσμος έχει τα προβλήματά του, και αυτά είναι η ακρίβεια που κατατρώει το όποιο εισόδημα, η διεύρυνση των ανισοτήτων, η αβελτηρία της κρατικής μηχανής, η καθυστέρηση μεταρρυθμίσεων, όπως, ας πούμε, στο πάντοτε επίκαιρο ζήτημα της Παιδείας. Αλλά και το δημογραφικό απασχολεί και η δικαιοσύνη, και το ασφαλιστικό και οι αγροτικές επιδοτήσεις μετά τον ΟΠΕΚΕΠΕ, και το ταλαιπωρημένο περιβάλλον. Και πίσω απ’ όλα αυτά το παραγωγικό μοντέλο της χώρας, που περιμένει την αλλαγή, αλλά αλλαγή δεν βλέπει. Και χωρίς αυτό δεν υπάρχει βιώσιμη προοπτική.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι, ακόμα και σε μια περίπτωση οριακής αυτοδυναμίας, η κυβέρνηση θα αισθάνεται πολύ μόνη μέσα στον πολιτικό κάμπο, με σύσσωμη την αντιπολίτευση να θέλει να την ανατρέψει. Στην περίπτωση δε που η αυτοδυναμία δεν επιτευχθεί ούτε με τη δεύτερη εκλογή, έρχεται στο προσκήνιο ο λεγόμενος «δεξιός συνασπισμός χωρίς τον Μητσοτάκη». Και αρχίζει το γλέντι της κυβέρνησης ειδικού σκοπού με κάποιο «βαρύ εθνικό κεφάλαιο» στη θέση του πρωθυπουργού, υπό την ανοχή της ΕΛ.Α.Σ, που θα φέρει την κάθαρση μέχρι να αποκατασταθούν οι ισορροπίες και ν’ ανοίξει ο δρόμος για τον Αλέξη Τσίπρα. Διότι αυτός είναι ο νυμφίος που αναμένεται και πάλι εν τω μέσω της νυκτός. Δεν ξέρω τι κάνουν στο Χόλιγουντ, αλλά τα ελληνικά πολιτικά σενάρια είναι για Όσκαρ. Του Μπόλιγουντ!