- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- VOICE RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Κεντροαριστερά χωρίς κέντρο
Κάπως έτσι πορεύεται η Ελλάδα την τελευταία δεκαπενταετία
Το βασικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ σήμερα φαίνεται να είναι περισσότερο πρόβλημα εικόνας παρά πολιτικής.
Σε μία από τις τελευταίες δημόσιες παρεμβάσεις του, ο Κώστας Σημίτης είχε προειδοποιήσει ότι οι ευκαιρίες για να ανακτήσει το ΠΑΣΟΚ πρωταγωνιστικό ρόλο στην πολιτική ζωή της χώρας δεν είναι άπειρες. Έκτοτε, το ΠΑΣΟΚ έκανε σχεδόν ό,τι μπορούσε για να μην αξιοποιήσει την ευκαιρία που δημιούργησε η κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ.
Ένας βασικός λόγος για τον οποίο το ΠΑΣΟΚ δεν καταγράφηκε στη συνείδηση των πολιτών ως εναλλακτικός πόλος εξουσίας είναι ότι ετεροπροσδιορίστηκε με βάση τα υπόλοιπα κόμματα και κυρίως τη Νέα Δημοκρατία, ακολουθώντας τις εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνει. Θυμάται άραγε κανείς μία πραγματικά ρηξικέλευθη πολιτική πρόταση του ΠΑΣΟΚ την τελευταία τριετία που να τάραξε τα νερά; Παρότι ακολουθεί με συνέπεια τη στρατηγική της αυτόνομης πορείας, αποτυγχάνει να της προσδώσει σαφή πολιτικά χαρακτηριστικά, όπως θα μπορούσε να είναι ένας σύγχρονος «Τρίτος Δρόμος», αντίστοιχος με εκείνον που διατύπωσε ο Άντονι Γκίντενς και υιοθέτησαν ο Τόνι Μπλερ και άλλοι Ευρωπαίοι σοσιαλδημοκράτες ηγέτες στα τέλη της δεκαετίας του 1990.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η στάση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στη μεταρρύθμιση για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Στην προσπάθειά του να αντιταχθεί στην κυβερνητική πρωτοβουλία, δεν υπερψήφισε ούτε τη λειτουργία παραρτημάτων ξένων πανεπιστημίων ούτε την αναθεώρηση του άρθρου 16, παρότι διακηρύσσει ότι συμφωνεί επί της αρχής. Την ίδια στιγμή, ακόμη και το νεοσύστατο ΕΛΑΣ αποδέχτηκε την πραγματικότητα των μη κρατικών πανεπιστημίων. Πέρα όμως από τα ιδιωτικά πανεπιστήμια και τα «ταρατατζούμ» της κυβέρνησης, εκείνο που ενδιαφέρει την κοινωνία είναι να ακούσει τι προτείνει ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα για ένα δημόσιο, ασφαλές, αυτόνομο και εξωστρεφές πανεπιστήμιο, απαλλαγμένο από τη γραφειοκρατία του Δημοσίου.
Θα περίμενε κανείς ότι, μετά τη δεύτερη εκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη στην ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, θα συγκροτούσε μία ηγετική ομάδα με κεντρώα και τεχνοκρατικά χαρακτηριστικά, ικανή να συμπληρώνει και να ενισχύει την κοινοβουλευτική ομάδα. Αντ’ αυτού, κινήθηκε, με ελάχιστες εξαιρέσεις, στη γνώριμη λογική της κομματικής επετηρίδας, επιλέγοντας στελέχη προερχόμενα κυρίως από την ΠΑΣΠ και το παλαιό ΠΑΣΟΚ. Την ίδια στιγμή, έδειξε ιδιαίτερο ζήλο για την ένταξη στα ψηφοδέλτιά του πρώην πολιτευτών του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και του ΜέΡΑ25.
Συν τοις άλλοις, το ΠΑΣΟΚ περιχαρακώθηκε στα ιδεολογικά του στεγανά αντί να επιδιώξει τη δημιουργία νέων κοινωνικών συμμαχιών που θα του επέτρεπαν να προσεγγίσει νέα ακροατήρια. Ακόμη και η πολυσυζητημένη προσπάθεια διεύρυνσης, η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, συντονίστηκε από πολιτικά πρόσωπα που δεν έχουν καμία αναφορά στη σημερινή εποχή, κατέληξε στην προσέγγιση του πρώην πρύτανη Θεοδόση Πελεγρίνη, γνωστού πολέμιου της μεταρρύθμισης Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ. Δύσκολα μπορεί να συγκριθεί με τη διεύρυνση που επιχείρησε ο Γιώργος Παπανδρέου πριν από τις εκλογές του 2004, όταν προσέλκυσε προσωπικότητες όπως ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος και ο Στέφανος Μάνος από τον φιλελεύθερο χώρο, αλλά και η Μαρία Δαμανάκη και ο Μίμης Ανδρουλάκης από την ανανεωτική Αριστερά.
Παρόμοια στρατηγικά λάθη είχε διαπράξει και το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη πριν από μία δεκαετία, επιμένοντας εμμονικά στο αφήγημα του «νέου και άφθαρτου», χωρίς να εκμεταλλευτεί την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ για να κυριαρχήσει στον χώρο της κεντροαριστεράς. Το αποτέλεσμα ήταν τα ποσοστά των δύο κομμάτων να αντιστραφούν μέσα σε λίγους μήνες: από το 4,7% του ΠΑΣΟΚ και το 6% του Ποταμιού τον Ιανουάριο του 2015, στο 6,3% του ΠΑΣΟΚ και το 4% του Ποταμιού τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Μέχρι το 2019, το Ποτάμι είχε εξαφανιστεί από τον εκλογικό χάρτη.
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, το ΠΑΣΟΚ συνέχισε να πυροβολεί τα πόδια του, λαμβάνοντας στο τελευταίο του συνέδριο την απόφαση να αποκλείσει εκ των προτέρων οποιαδήποτε μετεκλογική συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, θέτοντας εαυτόν εκτός του κάδρου πιθανών κυβερνητικών λύσεων.
Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης λόγω της διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς ουσιαστικά να αυξήσει το εκλογικό του ποσοστό. Η εξέλιξη αυτή θυμίζει το βρετανικό Εργατικό Κόμμα, το οποίο στις τελευταίες εκλογές εξασφάλισε μία από τις μεγαλύτερες κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες της ιστορίας του, συγκεντρώνοντας όμως λιγότερες ψήφους από όσες είχε λάβει το 2019, όταν, υπό την ηγεσία του Τζέρεμι Κόρμπιν, υπέστη τη χειρότερη ήττα του σε αριθμό εδρών.
Δεδομένου ότι κάθε ρεαλιστική προοπτική διακυβέρνησης στην Ελλάδα περνά μέσα από τον χώρο του κέντρου (εκτός εάν προκύψει κάποιο ετερόκλητο σχήμα αντίστοιχο της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ), πρωταρχικός στόχος κάθε κόμματος της κεντροαριστεράς θα έπρεπε να είναι η εδραίωσή του στο κέντρο, ώστε η αριστερή του πτέρυγα να συνταχθεί μαζί του. Αντιθέτως, όταν η εκλογική στρατηγική ενός κόμματος επικεντρώνεται αποκλειστικά στην ικανοποίηση του αριστερόστροφου ακροατηρίου, είναι πολύ πιθανό να χαθεί τόσο το κέντρο όσο και η ίδια η αριστερή εκλογική βάση, καθώς υπάρχουν κόμματα που εκφράζουν αυθεντικότερα την Αριστερά.
Σήμερα, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και το υπό διαμόρφωση κόμμα ΕΛΑΣ του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα διεκδικούν την ηγεμονία στον χώρο της κεντροαριστεράς. Προς το παρόν, όμως, το ΕΛΑΣ φαίνεται να επιδιώκει πρωτίστως τη συσπείρωση της εκλογικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ η πολυπόθητη μετατόπιση προς το κέντρο παραπέμπεται για μετά τις εκλογές.
Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία φαίνεται να έχει αποκτήσει ισχυρά ερείσματα στον χώρο του κέντρου. Η πολύχρονη άσκηση της εξουσίας δημιουργεί την εντύπωση ότι η καθημερινή συναλλαγή του πολίτη με το κράτος περνά, άμεσα ή έμμεσα, μέσα από το κυβερνών κόμμα. Παράλληλα, η Νέα Δημοκρατία προβάλλεται ως το «φυσικό κόμμα διακυβέρνησης», παρουσιάζοντας τους πολιτικούς αντιπάλους της ως «κόμματα διαμαρτυρίας». Με τον τρόπο αυτό, και παρά τα σκάνδαλα και τη φυσική φθορά της διακυβέρνησης, καταφέρνει να διατηρεί σημαντικά ερείσματα σε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος που δίνει προτεραιότητα στη σταθερότητα.
Υπό αυτές τις συνθήκες, ο κανιβαλισμός των κομμάτων που βρίσκονται στα αριστερά της Νέας Δημοκρατίας είναι πιθανό να καθορίσει ποιο θα κυριαρχήσει στον χώρο μετά τις επόμενες εκλογές. Η πολυπόθητη «σύγκλιση των προοδευτικών δυνάμεων», που συζητείται ήδη από την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ το 2012, θυμίζει πλέον τον θρύλο με τον μαρμαρωμένο βασιλιά. Η πρόσφατη ιστορία έδειξε ότι συγκολλήσεις κομμάτων, όπως το Κίνημα Αλλαγής το 2017 υπό την ηγεσία της Φώφης Γεννηματά, αποδεικνύονται θνησιγενείς. Ελλείψει άμεσης προοπτικής εξουσίας και μιας νέας ενοποιητικής ηγεσίας, τέτοια εγχειρήματα τείνουν να οδηγούνται σε εσωτερικές συγκρούσεις και τελικά στη διάσπαση. Εξάλλου, τι κοινό έχει η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία με την κομμουνιστογενή Αριστερά και πότε συνέπραξαν ιστορικά στην πατρίδα μας; Το 1989 η Αριστερά συγκυβέρνησε με τη Νέα Δημοκρατία, ενώ το 2015 με τους ΑΝΕΛ, αφήνοντας το ΠΑΣΟΚ ακόμα και το Ποτάμι εκτός κυβέρνησης.
Παρ’ όλα αυτά, το βασικό πρόβλημα του ΠΑΣΟΚ σήμερα φαίνεται να είναι περισσότερο πρόβλημα εικόνας παρά πολιτικής. Από την ηγεσία μέχρι και την εκπροσώπησή του στα μέσα ενημέρωσης, το κόμμα δείχνει να έχει αποξενωθεί από τη νέα γενιά. Πόσοι νέοι κάτω των 30 ετών αισθάνονται ότι εκπροσωπούνται από τα πρόσωπα που προβάλλει δημόσια το ΠΑΣΟΚ; Και, κυρίως, πόσοι θα τα άκουγαν και θα σκέφτονταν να το ψηφίσουν;
Μ’ αυτά και μ’ αυτά, το ΠΑΣΟΚ φαίνεται να χάνει μια ιστορική ευκαιρία να επανέλθει ως κόμμα εξουσίας, κυρίως επειδή δεν διεκδίκησε συστηματικά το πολιτικό κέντρο. Κάπως έτσι πορεύεται η Ελλάδα την τελευταία δεκαπενταετία: μια χώρα χωρίς ισχυρή κεντροαριστερά και μια κεντροαριστερά χωρίς κέντρο.