Πολιτικη & Οικονομια

Από το όραμα του μητροπολιτικού δήμου στον δήμο που συρρικνώνεται

Οι μεγάλες πόλεις δεν προχωρούν επειδή οι διοικήσεις τους αναρωτιούνται διαρκώς «ποιος είναι αρμόδιος»

Κωστής Μπιτζάνης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Αθήνα: Το όραμα του μητροπολιτικού δήμου που αναλαμβάνει ευθύνη και πρωτοβουλίες, αντί να περιορίζεται στη διαχείριση αρμοδιοτήτων.

Το 2010, όταν ανέλαβε τη διοίκηση του Δήμου Αθηναίων η δημοτική αρχή του Γιώργου Καμίνη, η Αθήνα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή οικονομική και κοινωνική κρίση. Η ανεργία, η φτώχεια και ο κοινωνικός αποκλεισμός δοκίμαζαν καθημερινά τις αντοχές της πόλης.

Εκείνη την περίοδο λειτουργούσε ένα μικρό συσσίτιο στην αυλή του ΚΥΑΔΑ, κάτω από την Ομόνοια. Πολύ σύντομα έγινε φανερό ότι οι ανάγκες αυξάνονταν με δραματικό ρυθμό. Έρευνα που πραγματοποιήθηκε έναν χρόνο αργότερα έδειξε ότι οι ωφελούμενοι είχαν διπλασιαστεί και ότι ανάμεσά τους βρίσκονταν πλέον νέοι άνθρωποι, πτυχιούχοι και εργαζόμενοι που είχαν χάσει τα πάντα και περίμεναν στην ουρά για ένα πιάτο φαγητό.

Ο Δήμος Αθηναίων δεν στάθηκε στο ερώτημα αν η αντιμετώπιση αυτής της κρίσης αποτελούσε στενή αρμοδιότητά του. Αντίθετα, διεύρυνε το πρόγραμμα σίτισης και φρόντισε να διατηρήσει την ποιότητα των γευμάτων. Παράλληλα, με πρωτοβουλία του δημάρχου και με τα πενιχρά μέσα των τεχνικών υπηρεσιών, αποκαταστάθηκε το ισόγειο του παλιού Φρουραρχείου απέναντι από τον Σταθμό Λαρίσης. Εκεί γεννήθηκε ο «Κόμβος Αλληλοβοήθειας».

Αρχικά συγκεντρώνονταν δωρεές τροφίμων και ειδών πρώτης ανάγκης, οι οποίες διανέμονταν στους δικαιούχους μέσω των κοινωνικών υπηρεσιών του Δήμου. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο Κόμβος εξελίχθηκε σε μια πρότυπη δομή αλληλεγγύης. Οι δωρεές πολλαπλασιάστηκαν, οι ωφελούμενοι έγιναν δεκάδες χιλιάδες και στη συνέχεια εξασφαλίστηκε η σημαντική χορηγία του ιδρύματος Solidarity Now, ύψους δύο εκατομμυρίων ευρώ. Με τους πόρους αυτούς ανακαινίστηκε και ο όροφος του Φρουραρχείου, όπου αναπτύχθηκαν δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες για ευάλωτους πολίτες. Ο Κόμβος εντάχθηκε τελικά στον ΚΥΑΔΑ και εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες κοινωνικές δομές του Δήμου Αθηναίων.

Κανείς τότε δεν αναρωτήθηκε αν η δημιουργία αυτής της δομής αποτελούσε τυπική αρμοδιότητα του Δήμου. Το ερώτημα ήταν άλλο: υπήρχε μια πραγματική κοινωνική ανάγκη και ο Δήμος όφειλε να βρει τρόπο να απαντήσει.

Το ίδιο συνέβη λίγα χρόνια αργότερα με το οξύ πρόβλημα της δημόσιας χρήσης ναρκωτικών. Το 2018 και το 2019 ήταν σχεδόν αδύνατο να διασχίσει κανείς το κέντρο της Αθήνας χωρίς να αντικρίσει ανθρώπους να κάνουν χρήση ουσιών σε κοινή θέα. Η εικόνα αυτή δεν ήταν μόνο μια προσβολή για την πόλη· ήταν πρωτίστως η εικόνα ανθρώπων που ζούσαν και πέθαιναν στον δρόμο χωρίς καμία ουσιαστική υποστήριξη.

Η δημιουργία της δομής φιλοξενίας αστέγων και ουσιοεξαρτημένων δεν έλυσε το πρόβλημα των ναρκωτικών. Έδειξε όμως ότι, όταν ένας δήμος αναζητά συνεργασίες, πόρους και λύσεις, μπορεί να δημιουργήσει υποδομές που καλύπτουν πραγματικές ανάγκες των πολιτών.

Αυτό είναι, άλλωστε, το νόημα ενός σύγχρονου μητροπολιτικού δήμου. Να μη λειτουργεί ως απλός διαχειριστής αρμοδιοτήτων, αλλά ως οργανισμός που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, συνθέτει δυνάμεις και παρεμβαίνει εκεί όπου η πόλη τον χρειάζεται.

Αν ο Δήμος Αθηναίων λειτουργούσε πάντοτε με το κριτήριο «είναι ή δεν είναι αρμοδιότητά μου;», πολλά σημαντικά έργα δεν θα είχαν γίνει ποτέ.

Δεν θα είχε επαναλειτουργήσει το Θέατρο Ολύμπια, το οποίο αναζωογόνησε μια ολόκληρη περιοχή μετά την αποχώρηση της Λυρικής Σκηνής.

Δεν θα είχε δημιουργηθεί το Μουσείο Βιομηχανικού Φωταερίου ούτε το Μουσείο Μαρία Κάλλας, αφήνοντας ένα εμβληματικό δημοτικό κτίριο κλειστό για δεκαπέντε χρόνια.

Δεν θα είχε ανοίξει ξανά το Θέατρο Λυκαβηττού, το οποίο μετά από χρόνια εγκατάλειψης απέκτησε σύγχρονες και ασφαλείς υποδομές και λειτουργεί πλέον από τον Δήμο και την Τεχνόπολη.

Δεν θα είχε προχωρήσει η Διπλή Ανάπλαση, που δίνει στους κατοίκους των Αμπελοκήπων την προοπτική ενός μεγάλου μητροπολιτικού πάρκου και στους φιλάθλους του Παναθηναϊκού ενός σύγχρονου γηπέδου.

Ούτε φυσικά θα είχαν δημιουργηθεί ο Κόμβος Αλληλοβοήθειας και η δομή φιλοξενίας αστέγων και ουσιοεξαρτημένων.

Η ίδια αντίληψη πρέπει να καθοδηγεί και το μέλλον της πόλης. Ο Δήμος οφείλει να έχει σχέδιο για την αξιοποίηση σημαντικών ακινήτων που βρίσκονται στην κυριότητά του. Η Βίλα Δουρούτη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Πρόκειται για ένα σημαντικό αστικό μνημείο που έχει παραχωρηθεί στον Δήμο και παραμένει επί χρόνια αναξιοποίητο, οδηγούμενο σταδιακά στην κατάρρευση. Και δεν είναι η μοναδική περίπτωση.

Οι δύο προηγούμενες δημοτικές αρχές, εκείνη του Γιώργου Καμίνη και εκείνη του Κώστα Μπακογιάννη, με διαφορετικές προτεραιότητες και μέσα σε διαφορετικές ιστορικές συγκυρίες, είχαν έναν κοινό παρονομαστή: αντιμετώπισαν τον Δήμο Αθηναίων ως έναν δήμο με μητροπολιτική ευθύνη. Δεν περιορίστηκαν στη στενή ερμηνεία των αρμοδιοτήτων τους, αλλά επιδίωξαν να δημιουργήσουν νέες κοινωνικές δομές, πολιτιστικές υποδομές και συνεργασίες που βελτίωσαν ουσιαστικά τη λειτουργία της πόλης. Αυτή η αντίληψη δεν ήταν αυτονόητη· ήταν πολιτική επιλογή.

Την ίδια στιγμή, όμως, είναι αλήθεια ότι τα τελευταία χρόνια διαμορφώνεται σταδιακά ένα περισσότερο συγκεντρωτικό μοντέλο διοίκησης. Η περιορισμένη οικονομική αυτοτέλεια των δήμων, η ενίσχυση της κρατικής εποπτείας και η τάση να οριοθετούνται αυστηρότερα οι αρμοδιότητές τους δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο οι τοπικές αρχές ενθαρρύνονται περισσότερο να διαχειρίζονται παρά να σχεδιάζουν πολιτικές. Ακόμη και όταν δεν αφαιρούνται τυπικά αρμοδιότητες, συρρικνώνεται στην πράξη η δυνατότητα των δήμων να λειτουργούν ως αυτόνομοι φορείς δημόσιας πολιτικής.

Ακριβώς γι’ αυτό, σήμερα περισσότερο από ποτέ, έχει σημασία η επιλογή κάθε δημοτικής αρχής. Ένας δήμος μπορεί να αρκεστεί στο ελάχιστο που του επιτρέπει ο νόμος ή μπορεί να αξιοποιήσει κάθε διαθέσιμο εργαλείο, κάθε συνεργασία και κάθε χρηματοδοτική δυνατότητα για να λύνει προβλήματα και να βελτιώνει την καθημερινότητα των πολιτών.

Η Αθήνα χρειάζεται έναν Δήμο που να σκέφτεται και να λειτουργεί ως μητροπολιτικός δήμος, ακόμη και πριν αποκτήσει θεσμικά αυτόν τον χαρακτήρα. Έναν Δήμο που να σχεδιάζει, να διεκδικεί πόρους, να συνεργάζεται με άλλους φορείς και να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες, ακόμη και όταν το θεσμικό πλαίσιο δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο.

Η αντίθετη λογική —ότι ό,τι δεν προβλέπεται ρητά στις αρμοδιότητες του Δήμου δεν τον αφορά— οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη συρρίκνωση του ίδιου του θεσμού της αυτοδιοίκησης. Μετατρέπει τον Δήμο από φορέα παραγωγής δημόσιας πολιτικής σε απλό διαχειριστή της καθημερινότητας.

Η αποδυνάμωση ή ακόμη και η εγκατάλειψη υποδομών που δημιουργήθηκαν με σημαντικό δημόσιο και ιδιωτικό κόστος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της οπισθοχώρησης. Η στέρηση από τους ουσιοεξαρτημένους μιας δομής 70 κλινών, που δημιουργήθηκε με τόσο μεγάλο κόπο και με σημαντικούς δημόσιους και ιδιωτικούς πόρους, δεν είναι απλώς μια διοικητική επιλογή. Είναι η επιστροφή σε μια αντίληψη που θεωρεί ότι ο Δήμος οφείλει να κάνει μόνο όσα υποχρεούται τυπικά να κάνει.

Οι μεγάλες πόλεις, όμως, δεν προχωρούν επειδή οι διοικήσεις τους αναρωτιούνται διαρκώς «ποιος είναι αρμόδιος». Προχωρούν όταν οι άνθρωποί τους αποφασίζουν να αναλάβουν την ευθύνη. Αυτός είναι ο πραγματικός ορισμός του μητροπολιτικού δήμου. Όχι περισσότερες αρμοδιότητες στα χαρτιά, αλλά περισσότερη ευθύνη στην πράξη.