- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η ελληνική αντιπολίτευση χρειάζεται μαθήματα σουηδικών
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι υπόσχεται κάθε κόμμα, αλλά και το με ποιους, με ποιο πρόγραμμα και με ποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία σκοπεύει να κυβερνήσει.
Τι διδάσκει η Σουηδία στην ελληνική αντιπολίτευση; Γιατί οι συνεργασίες και το κοινό πρόγραμμα είναι το κλειδί για την εναλλακτική διακυβέρνηση.
Οι Σοσιαλδημοκράτες κυβέρνησαν τη Σουηδία επί 74 χρόνια, σχεδόν αδιάκοπα. Έχασαν μόνο όταν η αντιπολίτευση έμαθε να κάθεται στο ίδιο τραπέζι.
Μια ανοιξιάτικη μέρα του Μαΐου πίνω τον πρωινό μου καφέ στη Στοκχόλμη, χαζεύοντας τις ειδήσεις στο κινητό. Η ματιά μου σταματά σε έναν τίτλο της Politico: «Ο πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να ενώσει την κατακερματισμένη ελληνική αντιπολίτευση με νέο κόμμα».
Η αντίφαση του τίτλου με κάνει να χαμογελάσω. Πώς μπορείς να ενώσεις κάτι διασπώντας το ακόμη περισσότερο;
Σήμερα, λίγες εβδομάδες μετά, ο μέσος όρος των δημοσκοπήσεων δίνει στο νέο κόμμα του Τσίπρα, την ΕΛΑΣ, περίπου 17%, με προοπτική να αναδειχθεί στις επόμενες εκλογές στο δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα. Το ερώτημα είναι αν η επιστροφή του στη Βουλή μπορεί πράγματι να αλλάξει τους πολιτικούς συσχετισμούς.
Αν η σουηδική πολιτική ιστορία, ένα κοινοβουλευτικό σύστημα με καθολική και ισότιμη ψήφο από το 1921, μας διδάσκει κάτι, η απάντηση είναι: μάλλον όχι.
Από το 1932 μέχρι το 2006, οι Σοσιαλδημοκράτες κυβέρνησαν σχεδόν αδιάκοπα, με μόλις εννέα χρόνια συνολικά στην αντιπολίτευση. Και από το 1957 μέχρι το 2006, όλες οι κυβερνήσεις τους ήταν μονοκομματικές.
Η εικόνα του σουηδικού κοινοβουλίου εκείνης της εποχής θυμίζει τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης αυξομειώνονταν, η αξιωματική αντιπολίτευση άλλαζε χέρια, νέα κόμματα εμφανίζονταν. Υπήρχε αντιπολίτευση, αλλά όχι σταθερή εναλλακτική εξουσίας. Το αποτέλεσμα ήταν το κλασικό «διαίρει και βασίλευε».
Αυτό άλλαξε όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης έμαθαν να συνεργάζονται.
Το 1976 σχηματίστηκε η πρώτη κυβέρνηση χωρίς τους Σοσιαλδημοκράτες έπειτα από 44 χρόνια. Αλλά η ηγεμονία τους δεν είχε τελειώσει. Η συνήθης μέχρι τότε «αντιπολίτευση» κυβέρνησε έξι χρόνια (1976–1982), επέστρεψε στην εξουσία το 1991 με τον Carl Bildt, και έπειτα ακολούθησαν ακόμη δώδεκα χρόνια σοσιαλδημοκρατικής κυριαρχίας, ως το 2006.
Η «αντιπολίτευση» είχε πλέον πάρει το μάθημά της. Οι δυνάμεις της κεντροδεξιάς κάθισαν στο ίδιο τραπέζι και σχημάτισαν μια εκλογική συμμαχία ικανή να ανταγωνιστεί το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, με κοινή πολιτική κατεύθυνση και πρόγραμμα που στήριζαν και τα τέσσερα κόμματα. Το 2006, η συμμαχία κέρδισε τις εκλογές ως ενιαίο εναλλακτικό κυβερνητικό σχήμα, και το 2010 επανεξελέγη.
Με τον Fredrik Reinfeldt και τη συμμαχία του, την Alliansen för Sverige, άλλαξε και ο τρόπος με τον οποίο οι δημοσιογράφοι πίεζαν την «αντιπολίτευση». Δεν αρκούσε πλέον η υπόσχεση μιας διαφορετικής πολιτικής. Το ερώτημα ήταν πρακτικό. Πώς θα την εφαρμόσεις;
Και αναπόφευκτα, σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα, με ποιον θα συνεργαστείς ώστε η πολιτική σου να περάσει από τη Βουλή;
Είναι ένα μάθημα που χρειάζεται σήμερα και η ελληνική αντιπολίτευση, και όχι μόνο όσοι ιδρύουν νέα κόμματα. Η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας τα τελευταία χρόνια δεν οφείλεται μόνο στην εκλογική επιτυχία του κόμματος, αλλά και στην αδυναμία των αντιπάλων της να συγκροτήσουν πειστική εναλλακτική εξουσίας.
Αυτό φάνηκε καθαρά το 2023. Ακόμη και όταν, στις πρώτες εκλογές, δεν σχηματίστηκε κυβέρνηση, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν επιχείρησαν να αναζητήσουν κοινό έδαφος για μια εναλλακτική πλειοψηφία. Ήταν επειδή δεν υπήρχαν κοινά σημεία για ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων; Ή επειδή δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά να δοκιμάσουν στην πράξη την εναλλακτική πολιτική που επικαλούνταν;
Αυτό είναι το σουηδικό μάθημα — όχι μόνο για την αντιπολίτευση, αλλά και για τη δημοσιογραφία, που πριν από τις εκλογές καλείται να λειτουργήσει ως τέταρτη εξουσία. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο τι υπόσχεται κάθε κόμμα, αλλά και το με ποιους, με ποιο πρόγραμμα και με ποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία σκοπεύει να κυβερνήσει.
Και αν ένα κόμμα δεν θέλει ούτε να κυβερνήσει ούτε να συμβάλει σε μια εναλλακτική πλειοψηφία, τότε οφείλει να απαντήσει σε κάτι απλό: θέλει πράγματι να αλλάξει την πολιτική της χώρας ή απλώς να καταγράψει τη διαφωνία του από τα έδρανα της Βουλής;