- ΑΡΧΙΚΗ
-
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
-
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
-
LIFE
-
LOOK
-
YOUR VOICE
-
επιστροφη
- ΣΕ ΕΙΔΑ
- ΜΙΛΑ ΜΟΥ ΒΡΟΜΙΚΑ
- ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΣΑΣ
-
-
VIRAL
-
επιστροφη
- QUIZ
- POLLS
- YOLO
- TRENDING NOW
-
-
ΖΩΔΙΑ
-
επιστροφη
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ
- ΑΣΤΡΟΛΟΓΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ
- ΓΛΩΣΣΑΡΙ
-
- PODCAST
- 102.5 FM RADIO
- CITY GUIDE
- ENGLISH GUIDE
Η παροχολογία ως υποκατάστατο πολιτικής
Η αναβίωση της πλειοδοσίας παροχών δεν αποτελεί απλώς προεκλογικό φαινόμενο· αποκαλύπτει ότι τα βαθύτερα αντανακλαστικά του μεταπολιτευτικού λαϊκισμού παραμένουν πολιτικά ενεργά.
H επιστροφή της παροχολογίας στον δημόσιο διάλογο και η σύνδεσή της με τα διαχρονικά αντανακλαστικά του λαϊκισμού.
Δεκαπέντε χρόνια μετά τη χρεοκοπία και επτά χρόνια μετά την έξοδο από τα μνημόνια, θα περίμενε κανείς ότι το βασικό πολιτικό δίδαγμα της κρίσης θα είχε εμπεδωθεί. Ότι η ευημερία παράγεται με πρόγραμμα, όραμα, και στρατηγική, απέναντι στα κούφια αφηγήματα με λαϊκιστικά συνθήματα, ότι τα ελλείμματα δεν εξαφανίζονται με πολιτικές διακηρύξεις, και ότι οι κοινωνίες δεν προοδεύουν επειδή οι πολιτικοί τους υπόσχονται περισσότερα, αλλά επειδή οι θεσμοί τους λειτουργούν καλύτερα. Κι όμως, όσο πλησιάζει η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, τόσο περισσότερο επανεμφανίζεται ένας παλιός γνώριμος της ελληνικής πολιτικής ζωής: η πλειοδοσία υποσχέσεων ως υποκατάστατο στρατηγικής και η παροχολογία ως κεντρικό εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Αυτή είναι η πεμπτουσία του λαϊκισμού αφηγήματος.
Η ουσία του λαϊκισμού βρίσκεται στην άρνηση των ορίων. Στην ιδέα ότι μια κοινωνία μπορεί να καταναλώνει περισσότερα από όσα παράγει, να διευρύνει διαρκώς δικαιώματα χωρίς αντίστοιχες υποχρεώσεις, και να διατηρεί ένα γενναιόδωρο κράτος χωρίς να συζητά την αποτελεσματικότητα, την αξιολόγηση και το κόστος του. Πρόκειται για μια πολιτική αφήγηση που μετατρέπει τις επιθυμίες σε πρόγραμμα και τις προσδοκίες σε υποτιθέμενες λύσεις.
Η Ελλάδα πλήρωσε ακριβά αυτή την αυταπάτη. Για δεκαετίες ολόκληρες, το πολιτικό σύστημα –με διαφορετικές εκδοχές και διαφορετικούς πρωταγωνιστές– καλλιέργησε την ιδέα ότι το κράτος μπορούσε να λειτουργεί ως ανεξάντλητος μηχανισμός παροχών. Ότι κάθε κοινωνικό πρόβλημα μπορούσε να λυθεί με μια νέα δαπάνη, νέα επιδότηση ή νέα εξαίρεση. Η κατάληξη ήταν η χρεοκοπία.
Θα περίμενε κανείς ότι το μάθημα αυτό θα είχε γίνει κοινό πολιτικό κεκτημένο. Όμως οι τελευταίες εξελίξεις δείχνουν ότι οι παλιές καταστροφικές συνήθειες παραμένουν ζωντανές. Καθώς πλησιάζει η εκλογική αναμέτρηση, η πολιτική συζήτηση αρχίζει ξανά να περιστρέφεται γύρω από το ποιος θα προσφέρει περισσότερα και όχι από το ποιος διαθέτει πιο αξιόπιστο σχέδιο για τη χώρα.
Το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα ορατό στον χώρο της αντιπολίτευσης. Αντί να παρουσιάζονται ολοκληρωμένες προτάσεις για την παραγωγικότητα, το δημογραφικό, την ανταγωνιστικότητα, την εκπαίδευση και τη μεταρρύθμιση του κράτους, κυριαρχεί συχνά η λογική των εύκολων εξαγγελιών. Λες και η βασική αιτία των προβλημάτων της χώρας είναι ότι δεν έχουν δοθεί αρκετά χρήματα και όχι ότι εδώ και δεκαετίες αποφεύγονται οι αναγκαίες μεταρρυθμιστικές αλλαγές.
Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιες πολιτικές δυνάμεις που καταγγέλλουν τις δημοσκοπήσεις όταν δεν τις ευνοούν, καταφεύγουν ταυτόχρονα στις πιο δοκιμασμένες συνταγές πολιτικής κολακείας. Σαν να μην έχει μεσολαβήσει η καταστροφική πολιτική του 2015. Σαν να μην δοκιμάστηκε ήδη η θεωρία ότι η πραγματικότητα μπορεί να υποχωρήσει μπροστά στην πολιτική βούληση. Σαν να μην αποδείχθηκε ότι οι αγορές, οι θεσμοί, οι διεθνείς συσχετισμοί και τα δημόσια οικονομικά δεν καταργούνται με συνθήματα και λαϊκιστικές ντιρεκτίβες.
Η πλειοδοσία υποσχέσεων αποτελεί πάντοτε ένδειξη πολιτικής αμηχανίας. Όταν δεν μπορεί το πολιτικό υποκείμενο να παράξει και να πείσει για το σχέδιό του, προσπαθεί να γίνει αρεστό υποσχόμενο περισσότερο μη παραγωγηκό πλούτο, μεγαλύτερη διανομή, κόντρα στην μεταρρυθμιστική παραγωγική προοπτική της χώρας.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται διαχρονικά σε ολόκληρο το φάσμα του εγχώριου λαϊκισμού. Από το «Τσοβόλα, δώστα όλα» μέχρι το «λεφτά υπάρχουν» και από τις υποσχέσεις κατάργησης των μνημονίων με έναν νόμο μέχρι τις σύγχρονες εκδοχές μιας πολιτικής που εξακολουθεί να θεωρεί ότι η ανάπτυξη είναι δευτερεύον ζήτημα μπροστά στη διανομή. Οι πρωταγωνιστές αλλάζουν. Η πολιτική μέθοδος παραμένει ίδια.
Και εδώ βρίσκεται η βαθύτερη αντίφαση μεγάλου μέρους της σημερινής αντιπολίτευσης. Ενώ επικαλείται συχνά την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, υιοθετεί πρακτικές που ελάχιστη σχέση έχουν με αυτήν. Διότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία οικοδόμησε ισχυρά κοινωνικά κράτη πάνω σε ισχυρές οικονομίες, παραγωγικότητα, θεσμούς και δημοσιονομική σοβαρότητα. Ο ελληνικός λαϊκισμός, αντίθετα, επιχείρησε να χτίσει κοινωνική πολιτική πάνω σε δανεικά, ελλείμματα και διαρκή μετάθεση του κόστους στις επόμενες γενιές.
Η αλήθεια είναι λιγότερο ελκυστική αλλά πολύ πιο χρήσιμη. Η χώρα μας έχει ανάγκη από ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για μια ισχυρή και μεταρρυθμιστική οικονομία. Χρειαζόμαστε ένα αποτελεσματικό κράτος και μια δημόσια διοίκηση που θα παράγει έργο για τον πολίτη και την κοινωνική συνοχή, μακριά από κομματικές ισορροπίες και συντεχνιακά βέτο.
Το πραγματικό πολιτικό δίλημμα είναι η στρατηγική ανάπτυξη και ο ευρωπαϊκός εκσυγχρονισμός της χώρας και όχι η πλειοδοσία μικροπολιτικών καιροσκοπικών υποσχέσεων. Είναι αν η Ελλάδα θα συνεχίσει, έστω με αργούς και αντιφατικούς ρυθμούς, την πορεία εκσυγχρονισμού και θεσμικής ωρίμανσης ή αν θα επιτρέψει την αναβίωση των ίδιων πολιτικών αντανακλαστικών που τη οδήγησαν στη μεγαλύτερη κρίση της μεταπολιτευτικής της ιστορίας.
Γιατί ο λαϊκισμός επιστρέφει πάντα όχι ως καρικατούρα αλλά ντυμένος με τα ρούχα της εποχής. Και σήμερα επιστρέφει μέσα από την πιο παλιά και δοκιμασμένη συνταγή του: την υπόσχεση ότι υπάρχει τρόπος να μοιράσουμε όσα δεν έχουμε ακόμη παράξει. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου οι υποσχέσεις παύουν να είναι πολιτική και μετατρέπονται σε υποκατάστατό της.