Πολιτικη & Οικονομια

Η επιστροφή των «πρώην»

Ποιο είναι το κενό;

Γιάννης Μεϊμάρογλου
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η επιστροφή των πρώην πρωθυπουργών Κώστα Καραμανλή, Γιώργου Παπανδρέου, Αντώνη Σαμαρά, Αλέξη Τσίπρα - Η συζήτηση για τον ρόλο τους

«Η φύση και η πολιτική απεχθάνονται το κενό» είπε στην ομιλία του στο Ηράκλειο ο Αντώνης Σαμαράς αφήνοντας να εννοηθεί ότι το κενό που διαπιστώνει ότι υπάρχει στην πολιτική προτίθεται να το καλύψει ο ίδιος σε λίγες μέρες. Δεν είναι ο πρώτος ούτε ασφαλώς και ο τελευταίος πολιτικός που φιλοδοξεί να δικαιολογήσει την παρουσία του στο πολιτικό προσκήνιο ως επιβεβλημένη από τις συνθήκες της συγκυρίας.

Ωστόσο, θα είναι ο πρώτος ο οποίος επαναλαμβάνει ένα εγχείρημα που είχε επιχειρήσει και στο παρελθόν και το οποίο υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει στην πορεία. Εκτός και αν ο στόχος του δεν είναι να καλύψει ένα πολιτικό κενό αλλά να ανατρέψει ξανά μια κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, όπως είχε κάνει και τότε. Μόνο που αυτή τη φορά δεν είναι απλά ένα φιλόδοξο πρωτοκλασάτο στέλεχος της Δεξιάς αλλά ένας πρώην πρωθυπουργός της παράταξης.

Ποιο είναι το κενό που θα έρθει να καλύψει σε λίγες μέρες, όπως προανήγγειλε, ο Αντώνης Σαμαράς; Παρά την προσπάθειά του να εμφανίσει μια ευρύτερη πολιτική ατζέντα διαφωνιών με την κυβέρνηση, στην ουσία επικεντρώνεται κι αυτή τη φορά στα εθνικά ζητήματα. Κι αν ο λόγος της ίδρυσης της «Πολιτικής Άνοιξης», το 1993, ήταν το Μακεδονικό η νέα Πολιτική Άνοιξη φαίνεται ότι θα επικεντρωθεί στις ελληνοτουρκικές σχέσεις.

Το τι θα κάνει τελικά ο πρώην πρόεδρος της ΝΔ και πρωθυπουργός είναι δική του υπόθεση και δεν αφορά, ως προς τις πολιτικές συνέπειες, παρά το κόμμα του καθώς και τον πέραν και προς τα δεξιά του πολιτικό χώρο. Η χώρα όμως δεν έχει την πολυτέλεια να υιοθετήσει απόψεις που οδηγούν στην «πατριωτική» περιχαράκωση και στην απώλεια ευκαιριών για την ειρηνική διευθέτηση των σοβαρών εθνικών ζητημάτων που εκκρεμούν.

Ωστόσο, ο Αντώνης Σαμαράς δεν είναι ο πρώτος «πρώην» που επιστρέφει στην πολιτική. Προηγήθηκε πριν λίγες μέρες ο επίσης πρώην πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας ο οποίος με την παρουσίαση της ιδρυτικής διακήρυξης της ΕΛΑΣ του ολοκλήρωσε το πολυδιαφημισμένο rebranding του. Το αρχικό σχέδιο της επιστροφής, αν κρίνουμε από τις ομιλίες που συνόδευσαν την παρουσίαση της «Ιθάκης», ήταν πολύ πιο φιλόδοξο καθώς απευθυνόταν σε ένα ευρύτερο φάσμα πολιτών.

Η ονομασία «ΕΛΑΣ» που έγραφε το χαρτί που του παρέδωσε το κοριτσάκι στο Θησείο, δείχνει από μόνο του τον περιορισμό της απήχησης του Αλέξη Τσίπρα σε ευρύτερα ακροατήρια. Η δημοσκοπική κατάληψη της δεύτερης θέσης δεν μπορεί να κρύψει την χαμηλή οροφή των εκλογικών του προσδοκιών καθώς δύο στους τρεις πολίτες δηλώνουν κατηγορηματικά ότι δεν πρόκειται να τον ψηφίσουν. Ουσιαστικά ο Τσίπρας απευθύνεται δυνητικά στο ένα τρίτο των Ελλήνων.

Η «Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη» είναι πολύ πίσω, ιδεολογικά και πολιτικά, από την συμπαράταξη της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας και της Πολιτικής Οικολογίας την οποία περιέγραφε το μανιφέστο που είχε προηγηθεί. Ωστόσο, ακόμα και ο όρος «Αριστερά» είναι συζητήσιμος αφού οι προϋποθέσεις για την ένταξη στο κόμμα Τσίπρα δεν απευθύνονται παρά στους εκλεκτούς του πρώην προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, οι οποίοι καλούνται να διαλύσουν τα κόμματά τους και να παραιτηθούν από το βουλευτικό αξίωμα στο οποίο εκλέχτηκαν υπό την ηγεσία του.

Όλα αυτά δεν αφορούν παρά όσους σκέφτονται να ακολουθήσουν την ΕΛΑΣ. Ωστόσο, αυτό που έχει σημασία είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός εξακολουθεί να αρνείται πεισματικά - και η «Ιθάκη» το αποδεικνύει περίτρανα - να κάνει την παραμικρή αυτοκριτική για τη θητεία του ως «πρώτη φορά Αριστερά» στη διάρκεια της οποίας οδήγησε τη χώρα στο χείλος της χρεωκοπίας και της εξόδου από την ευρωζώνη. Αντίθετα επιχείρησε να ωραιοποιήσει ακόμα και τις πιο επώδυνες συνέπειές της.

Ένας ακόμα «πρώην» επέστρεψε δριμύτερος τον τελευταίο καιρό. Ο Κώστας Καραμανλής αποφάσισε να λύσει επιτέλους την πολύχρονη σιωπή του εκφράζοντας τις αντιρρήσεις του για την κυβερνητική πολιτική της ΝΔ. Δικαίωμά του να διαφωνεί και να «αντιπολιτεύεται» το κόμμα του. Ωστόσο, ο ελληνικός λαός περιμένει ακόμα να μιλήσει για την μεγάλη απάτη που έκανε παραδίνοντας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή αλλοιωμένα οικονομικά στοιχεία προκειμένου να αποκρύψει την εκτόξευση του χρέους που οδήγησε τη χώρα στην αγκαλιά του ΔΝΤ και των μνημονίων.

Ο πρώτος από τους «πρώην» που επέστρεψαν στην πολιτική ιδρύοντας δικό του κόμμα ήταν ο Γιώργος Παπανδρέου. Όταν το «Κίνημα Δημοκρατών και Σοσιαλιστών» απέτυχε να μπει στη Βουλή, εκτοπίζοντας από αυτήν το ΠΑΣΟΚ, ο πρώην πρωθυπουργός συμμετείχε με το κόμμα του στο «Κίνημα Αλλαγής» που ιδρύθηκε το 2017, στο πλαίσιο του οποίου συμπορεύεται έκτοτε με το ΠΑΣΟΚ του οποίου μάλιστα διεκδίκησε την ηγεσία σε εσωκομματικές εκλογές χωρίς επιτυχία.

Ο πολιτικός που σεβάστηκε και τίμησε πραγματικά την ιδιότητα του «πρώην» ήταν ο αείμνηστος Κώστας Σημίτης. Αφού κυβέρνησε την Ελλάδα επί οκτώ χρόνια που σημαδεύτηκαν από την προσπάθεια για τον εκσυγχρονισμό της χώρας, συνέχισε να ενδιαφέρεται και να παρακολουθεί τις εξελίξεις παρεμβαίνοντας μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν θεωρούσε ότι είχε κάτι σημαντικό να πει. Κι ας είχε διαγραφεί από τον διάδοχό του στην προεδρία του ΠΑΣΟΚ Γιώργο Παπανδρέου από την κοινοβουλευτική ομάδα του κόμματος.

Δυστυχώς, οι δημόσιες παρεμβάσεις του αποδείχτηκαν προφητικές. Όπως για παράδειγμα το 2008 όταν προειδοποίησε ότι «αν συνεχιστεί η σημερινή κυβερνητική πολιτική η χώρα βαδίζει ολοταχώς προς το ΔΝΤ» ή το 2024, στην 50ή επέτειο ίδρυσης του ΠΑΣΟΚ, όταν είπε ότι «Υπάρχει σήμερα μια ευκαιρία και οι ευκαιρίες δεν είναι άπειρες».