Πολιτικη & Οικονομια

Κομματικά χρέη, διακυβέρνηση και ηθικός κίνδυνος: Τι μας διδάσκει η ελληνική εμπειρία

Η εμπιστοσύνη δεν είναι δεδομένη. Είναι αποτέλεσμα συνέπειας μεταξύ αρχών και πράξης

Στηβ Μπακάλης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η οικονομική λογοδοσία των ελληνικών κομμάτων αναδεικνύει θεσμικές αδυναμίες που επηρεάζουν τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και τη διακυβέρνηση.

Ένα από τα ζητήματα δημοκρατικής λογοδοσίας που έχουν βρεθεί πρόσφατα στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης στην Ελλάδα δεν αφορά το δημόσιο χρέος, αλλά τον τρόπο λειτουργίας των πολιτικών οργανισμών που διεκδικούν την εξουσία. Το ζήτημα αυτό συνδέεται και με τη διαχρονική αναποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης μετά την τελευταία οικονομική κρίση, και όχι μόνο.

Στην περίπτωση των ελληνικών κομμάτων, το ζήτημα δεν είναι απλώς τεχνικό ή λογιστικό· είναι βαθιά θεσμικό.

Σύμφωνα με πρόσφατη ακαδημαϊκή ανάλυση, αναδεικνύονται κρίσιμα ζητήματα στη σχέση πολιτικής ευθύνης και οικονομικής λογοδοσίας στο πλαίσιο της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η μελέτη επισημαίνει ότι ορισμένες θεσμικές δομές χρηματοδότησης, υπό αντίστοιχες συνθήκες στον ιδιωτικό τομέα, θα απαιτούσαν ενισχυμένη εποπτεία ή αναδιάρθρωση, ώστε να διασφαλιστούν διαφάνεια, βιωσιμότητα και λογοδοσία.

Το ερώτημα δεν είναι η νομιμότητα των δομών αυτών, αλλά η θεσμική τους ανθεκτικότητα. Πώς μπορούν οργανισμοί που διεκδικούν τη διακυβέρνηση μιας χώρας να λειτουργούν με επίπεδα οικονομικής επιβάρυνσης που, σε κάθε άλλο τομέα, θα θεωρούνταν μη βιώσιμα;

Θεσμική ασυμμετρία

Όταν ένας πολίτης αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις υποχρεώσεις του, υφίσταται συνέπειες. Όταν μια επιχείρηση καταστεί αφερέγγυα, ενεργοποιούνται μηχανισμοί εποπτείας, αναδιάρθρωσης ή εκκαθάρισης.

Στην περίπτωση των πολιτικών οργανισμών, η δυναμική αυτή διαφοροποιείται. Παρά τη συσσώρευση υποχρεώσεων, συνεχίζουν να λειτουργούν κανονικά, να συμμετέχουν στις εκλογές και να ασκούν πολιτική επιρροή.

Η ιδιαιτερότητα δεν αφορά μόνο το ύψος των υποχρεώσεων, αλλά τη διάρκεια με την οποία αυτές παραμένουν στο σύστημα χωρίς τις αντίστοιχες πιέσεις προσαρμογής που θα ίσχυαν αλλού. Αυτό αποτυπώνει μια ευρύτερη θεσμική ασυμμετρία: διαφορετικά πρότυπα ευθύνης και λογοδοσίας για πολίτες, επιχειρήσεις και πολιτικούς θεσμούς.

Η ελληνική ιδιαιτερότητα

Στην Ελλάδα, η χρηματοδότηση των κομμάτων βασίστηκε επί δεκαετίες σε ένα μοντέλο όπου ο δανεισμός συνδεόταν με μελλοντικές κρατικές επιχορηγήσεις. Με άλλα λόγια, η σημερινή χρηματοδότηση στηριζόταν σε προσδοκώμενα μελλοντικά έσοδα.

Το μοντέλο αυτό λειτούργησε όσο το πολιτικό σύστημα παρέμενε σταθερό. Στον απόηχο της κρίσης, ωστόσο, οι θεμελιώδεις συνθήκες του μεταβλήθηκαν αμετάκλητα. Τα οικονομικά βάρη παρέμειναν, ενώ η δυνατότητα απορρόφησής τους περιορίστηκε δραστικά.

Η εμπειρία της κρίσης δείχνει ότι τα προβλήματα δεν πηγάζουν μόνο από το ύψος των υποχρεώσεων, αλλά από τη θεσμική κουλτούρα που επιτρέπει τη συσσώρευσή τους χωρίς έγκαιρη προσαρμογή. Όταν η αναβολή γίνεται κανόνας, το κόστος μεταφέρεται στις επόμενες γενιές.

Το φαινόμενο δεν είναι αποκλειστικά πολιτικό. Οι οργανισμοί σπάνια καταρρέουν αιφνιδιαστικά· προηγείται μακρά περίοδος αναβολών, όπου το κόστος προσαρμογής θεωρείται υψηλότερο από το κόστος αδράνειας. Στην πράξη, όμως, η αναβολή δεν αίρει τις αδυναμίες· τις συσσωρεύει.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό

Τα κομματικά οικονομικά δεν αποτελούν απλώς λογιστικό ζήτημα. Αποτυπώνουν τη σχέση θεσμών, κινήτρων και πολιτικής συμπεριφοράς.

Όταν ένας οργανισμός δεν υφίσταται άμεσες συνέπειες για τις επιλογές του, δημιουργείται αυτό που στην οικονομική θεωρία ορίζεται ως ηθικός κίνδυνος.

Η λογική είναι απλή: όταν το κόστος μετατίθεται στο μέλλον ή σε τρίτους, αυξάνεται η ανοχή στον κίνδυνο και αποδυναμώνεται η πίεση προσαρμογής.

Αυτό δεν προϋποθέτει πρόθεση· προκύπτει από τη δομή των κινήτρων.

Στην πολιτική οικονομία έχει επισημανθεί ότι τέτοιες συνθήκες διαβρώνουν σταδιακά τη σύνδεση μεταξύ πολιτικής ευθύνης και οικονομικής λογοδοσίας, ενισχύοντας ένα διαρκές έλλειμμα εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και θεσμών.

Μια διεθνής οπτική

Σε ώριμες δημοκρατίες, οργανισμοί με παρατεταμένα υψηλή οικονομική επιβάρυνση υπόκεινται σε αυστηρότερη εποπτεία, υποχρεώσεις αναδιάρθρωσης ή ενισχυμένους μηχανισμούς διαφάνειας.

Σε χώρες όπως η Αυστραλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η θεσμική ευθύνη δεν περιορίζεται στον ιδιωτικό τομέα, αλλά εκτείνεται σε κάθε φορέα που διαχειρίζεται δημόσια εμπιστοσύνη.

Το ζήτημα αφορά και τον ελληνισμό της διασποράς, που διαμένει σε αυτές και άλλες χώρες και διατηρεί ισχυρούς θεσμικούς και πολιτιστικούς δεσμούς με την Ελλάδα. Πολλοί Έλληνες της διασποράς ζουν σε περιβάλλοντα όπου η διαφάνεια και η λογοδοσία αποτελούν αυτονόητες προϋποθέσεις θεσμικής λειτουργίας. Είναι εύλογο να αναμένουν αντίστοιχα πρότυπα και από τους θεσμούς της χώρας καταγωγής τους.

Η σχέση αυτή δεν μπορεί να είναι μόνο συμβολική· απαιτεί ουσιαστικό διάλογο για τη θεσμική ποιότητα. Το κρίσιμο κριτήριο δεν είναι μόνο η νομιμότητα, αλλά η θεσμική ανθεκτικότητα.

Υπό αυτή την έννοια, η ελληνική περίπτωση δεν ξεχωρίζει για την ύπαρξη του φαινομένου, αλλά για τη διάρκεια και το επίπεδο ανοχής που το περιβάλλει.

Γιατί έχει σημασία για τη διακυβέρνηση

Τα πολιτικά κόμματα δεν είναι απλοί οργανισμοί. Αποτελούν τον βασικό μηχανισμό στελέχωσης της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας.

Οι εσωτερικές τους πρακτικές δεν παραμένουν εντός των οργανισμών· μεταφέρονται στον τρόπο λειτουργίας του κράτους.

Η αρχή του “tone from the top” αποτυπώνει αυτή τη δυναμική: όταν η λογοδοσία εφαρμόζεται στην κορυφή, ενισχύεται η αξιοπιστία του συστήματος· όταν απουσιάζει, η εμπιστοσύνη διαβρώνεται σταδιακά.

Υπό αυτό το πρίσμα, η πολιτική επιλογή σε έναν θεσμικά αδύναμο πολιτικό οργανισμό μοιάζει με επένδυση σε επιχείρηση με δομικά χαρακτηριστικά αφερεγγυότητας: δεν κρίνεται από τις προθέσεις, αλλά από τη βιωσιμότητα του ίδιου του οργανισμού.

Επίλογος

Το ζήτημα των θεσμικών οικονομικών δεν αφορά αριθμούς, αλλά τη συνέπεια μιας δημοκρατίας απέναντι στις αρχές της.

Μια ώριμη δημοκρατία δεν αξιολογείται μόνο από τους κανόνες που επιβάλλει στους πολίτες της, αλλά από το κατά πόσο τους εφαρμόζει και στους ίδιους της τους θεσμούς.

Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι οι θεσμικές και οικονομικές ανισορροπίες δεν επιλύονται μόνο με νομοθεσία, αλλά απαιτούν βαθύτερη αλλαγή κουλτούρας λογοδοσίας.

Τελικά, η εμπιστοσύνη δεν είναι δεδομένη. Είναι αποτέλεσμα συνέπειας μεταξύ αρχών και πράξης.