Πολιτικη & Οικονομια

Για το φαινόμενο Καρυστιανού: Η πολιτική της συγκίνησης

Η τραγωδία της έγινε το αποστωμωτικό επιχείρημα για κάθε αντιπολιτευόμενο λόγο και όχι μόνον κατά της κυβερνητικής ολιγωρίας αλλά και κατά των ψηφοφόρων της, κατά της ιστορίας! Και αυτή πρέπει να ξαναγραφτεί.

Πόπη Διαμαντάκου
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Η πολιτική αξιοποίηση της τραγωδίας των Τεμπών, η άνοδος της Μαρίας Καρυστιανού και ο ρόλος των ΜΜΕ στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης.

Ο θρήνος της αληθινός. Υποκλιθήκαμε. Το πένθος της μάνας για το σπλάχνο της υπερβαίνει τα ανθρώπινα, είναι η κατάλυσή τους. Όχι, η Μαρία Καρυστιανού δεν ήταν η μόνη που θρήνησε παιδί. Είναι 57 οικογένειες, και μαζί τους η χώρα ολόκληρη. Η διαδρομή της, όμως, ως την ανακοίνωση της ίδρυσης κόμματος –Ελπίδα για τη Δημοκρατία το όνομά του–, σε μια ωραία γιορτή με συμβολικά πετάγματα περιστεριών και οργισμένο λόγο κατά της κυβέρνησης και της λειτουργίας της Δικαιοσύνης, αποτελεί ένα ιδιαίτερο μιντιακό φαινόμενο που φέρει ακέραιες όλες τις εγχώριες ιδιομορφίες. Πρώτη μεταξύ αυτών η διχαστική κομματική εκμετάλλευση της τραγωδίας, η οποία αναδείχθηκε σε τραγωδία-σύμβολο για όλες τις πληγές του έθνους, αλλά και του καθενός προσωπικά.

Εκεί, πάνω στα συντρίμμια του θανάτου, διαμορφώθηκε η πιο θεαματική αρένα συγκρούσεων της πολιτικής με την παραπολιτική των χυδαίων ψευτοσωτήρων. Τα Τέμπη έγιναν από πεδίο ειλικρινούς θλίψης πεδίο ευκαιριών για σεναριολάγνους μιας βίαιης αντιπολίτευσης, που ανέσυρε κουρελιασμένα επαναστατικά λάβαρα για να τα εμβαπτίσει στη φωτογένεια του αληθινού πένθους. Το ψέμα ενδύθηκε την ειλικρίνεια των δακρύων και όρμησε να καταλύσει τη λογική και την ψυχραιμία. Χάνονται εύκολα και τα δύο μπροστά στην απώλεια 57 ψυχών. Και ακόμη περισσότερο μπροστά στο πρόσωπο μιας μάνας που θρηνεί.

Η Μαρία Καρυστιανού, η μάνα που θρηνεί την απώλεια της κόρης, αναδεικνύεται σε ιδανικό σύμβολο αυτού του κομματικομιντιακού πολτού. Αποδεικνύεται πρόσωπο της εποχής της, που αφήνεται στην παρηγορητική δύναμη της κάμερας και εκτίθεται σ’ αυτήν με την αφοπλιστική ειλικρίνεια του θρήνου της. Αυτός άλλωστε είναι ο ψυχολογικός πυρήνας των ριάλιτι του θυμού, του θρήνου και των καταγγελτικών ξεσπασμάτων που έχει κατακτήσει κάθε είδους live θέαμα από ενημερωτικά δελτία μέχρι συνεντεύξεις, πρωινάδικα, late night show και σατιροτσάντηρα. Έχουμε αποδείξει την ευσυγκινησία μας ως θεατές, έτοιμοι να ταυτιστούμε με το θύμα, γιατί κι εμείς όλοι θύματα είμαστε μιας δυστυχίας… απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Και φυσικά οι πολιτικάντηδες που αναδείχθηκαν στη φωτιά των «αγανακτισμένων της πλατείας» είναι έτοιμοι να μας υποδείξουν από πού προέρχεται. Αρκεί να συντηρηθεί ο θυμός που έχτισε τις πολιτικές τους καριέρες και ντοπάρισε με φαντασιώσεις εξουσίας τα πιο ακραία σημεία του πολιτικού πεδίου.

Τα Τέμπη έγιναν από πεδίο ειλικρινούς θλίψης πεδίο ευκαιριών για σεναριολάγνους μιας βίαιης αντιπολίτευσης

Με φόντο αυτόν τον φωτογενή πολτό, δεν μπορούσε παρά να αναδυθεί ως «πολιτική πρόταση» το σύμβολο Καρυστιανού. Ως πρόταση αυτών ακριβώς των άκρων. Χρειαζόταν απλώς να συγχρονιστούν οι αντιλήψεις των δυσαρεστημένων. Εδώ αναδείχθηκε ο πανίσχυρος ρυθμιστικός ρόλος της συγκίνησης. Ιδανικό συγκολλητικό υλικό μιας κοινωνίας κατακερματισμένης σε πληγωμένα «εγώ» και ομάδες αποτυχημένων κληρονόμων αλλοτινών επαναστατικών ιδεολογημάτων, θρησκόληπτων «μαινάδων» με βουλευτικούς θώκους και αριστερολάγνων πολιτικών του καβγά.

Κι έτσι η τραγωδία της Μαρίας Καρυστιανού έγινε το αποστομωτικό επιχείρημα για κάθε αντιπολιτευόμενο λόγο και όχι μόνον κατά της κυβερνητικής ολιγωρίας –αυταπόδεικτης έτσι κι αλλιώς στην υπόθεση των τρένων– αλλά και κατά των ψηφοφόρων της, κατά της ιστορίας! Και αυτή πρέπει να ξαναγραφτεί. Ποιος να τολμήσει να μιλήσει απέναντι στον απόλυτο θρήνο. Μόνο οι πενθούντες είναι οι νικητές σ’ αυτό το δράμα που απλώνεται κατά το κομματικό δοκούν, από ΣΥΡΙΖΑ μέχρι Πλεύση Ελευθερίας και Βελόπουλο των κηραλοιφών. Ευκαιρία να ξεσπαθώσουν με κάτι παλιά χρωστούμενα διάφοροι κατά συνείδηση και κατ’ επάγγελμα λογοκριτές, που εμφανίζονται με το «ηθικό πλεονέκτημα» του προστάτη του θύματος.

Μια ολέθρια λογοκριτική φίμωση αρχίζει επ’ ευκαιρία να απλώνεται, πιο σκοτεινή κι από τις πιο σκληρές εποχές του τόπου. Τακτικές που έμοιαζε να ’χει απορρίψει η ιστορική, ορθολογική παράδοση σαν να έπαιρναν την εκδίκησή τους με την επέλαση των κάθε μορφής ψεκασμένων σεναρίων από φανατικούς θρησκόληπτους και μονίμως οργισμένους κατά παντός κομματικού αντιπάλου αλιείς ψηφαλακίων. Δημοσιογράφοι απολύθηκαν ή οδηγήθηκαν στο πειθαρχικό της ΕΣΗΕΑ (τι ντροπή) και μόνο με την αναφορά στο όνομα του «ιδανικού συμβόλου». Και αίφνης βρέθηκαν να αποστομώνονται όλοι οι κραδαίνοντες το επιχείρημα του πένθους της μάνας. Πόνταραν στον πολιτικό τους θρίαμβο ως κηδεμόνες, ξεχνώντας ότι η σαγήνη της κάμερας επιβάλλει τους δικούς της όρους δημοσιότητας. Και οι ρόλοι που μοιράζει είναι η παγίδα. Γιατί το κοινό, οι θεατές, είναι πολλοί όσο αρκεί η συγκίνηση για την προσωπική τους αποθέωση. Άλλο το φωτοστέφανο του θύματος κι άλλο το βάρος του πολίτη με χρέος στο μέλλον των δικών του παιδιών.