Πολιτικη & Οικονομια

«Εμπάργκο» στα ΜΜΕ. Έχει νόημα;

Αποχή ή παρουσία; Το δίλημμα ενός πολιτικού απέναντι στα «δύσκολα» μέσα

Αριστοτέλης Σταμούλας
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

«Εμπάργκο» στα ΜΜΕ. Όταν η αποχή από τον δημόσιο διάλογο προστατεύει την εικόνα, αλλά ταυτόχρονα αφήνει χώρο σε άλλους να διαμορφώσουν την αφήγηση

Ο πρώην Πρωθυπουργός της χώρας, κ. Αλέξης Τσίπρας, κλήθηκε να συμμετάσχει στο ντοκιμαντέρ που αυτές τις μέρες μεταδίδεται από την τηλεόραση του ΣΚΑΙ με θέμα τα γεγονότα του 2015, ωστόσο απέρριψε την πρόσκληση, δηλώνοντας εκ των προτέρων απολύτως βέβαιος ότι η εκπομπή πάσχει από έλλειψη αντικειμενικής προσέγγισης του θέματος και αρνούμενος, ως εκ τούτου, να νομιμοποιήσει με την παρουσία του μία επιχείρηση διαστρέβλωσης γεγονότων που αποτελούν μέρος της σύγχρονης ιστορίας του τόπου εις βάρος του. Μία «πρωτοφανής απόπειρα δολοφονίας χαρακτήρα», όπως την αποκάλεσε.

Για την ιστορία, οι δημιουργοί του ντοκιμαντέρ υπεραμύνθηκαν δημόσια και μετ’ επιτάσεως της αντικειμενικότητάς του, με το επιχείρημα ότι στηρίζεται αποκλειστικά σε μαρτυρίες όλων των πρωταγωνιστών της εποχής, Ελλήνων και ξένων, πολιτικών και τεχνοκρατών, ήτοι χωρίς καμία πρόθεση για μονοδιάστατη και μεροληπτική παρουσίαση των γεγονότων.

Η εν λόγω «διένεξη» μού έφερε στο μυαλό μία παρόμοια απόφαση που είχε ληφθεί από το Μαξίμου το 2018, επί Πρωθυπουργίας του ίδιου προσώπου, του κ. Τσίπρα, σύμφωνα με την οποία στελέχη και βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος του ΣΥΡΙΖΑ δεν επρόκειτο εκείνη την περίοδο να συμμετέχουν σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές του ίδιου σταθμού με αφορμή άλλο περιστατικό (τις «καρατομήσεις» των αρχηγών της Πυροσβεστικής και της Αστυνομίας), αλλά για τον ίδιο πάνω-κάτω λόγο (τη φερόμενη υπονόμευση της αλήθειας).

Για την ιστορία πάλι, ο σταθμός και τότε είχε αντιτείνει εντόνως τα στοιχεία του επαγγελματισμού και της αντικειμενικότητας, με τα οποία επιτελεί αδιασάλευτα τη δημοσιογραφική του αποστολή. Δεν έχει πολύ νόημα να σταθούμε και να εκφέρουμε γνώμη στο ποια πλευρά έχει, εν προκειμένω, δίκιο ή άδικο στα λεγόμενά της και, εν πάση περιπτώσει, κάτι τέτοιο δεν (πρέπει να) είναι δουλειά κανενός άσχετου (σ.σ. μη εμπλεκόμενου άμεσα με την υπόθεση). Καθένας στη ζωή του -δεν έχει σημασία αν είναι πολιτικός, απλός ιδιώτης ή επιχειρηματικός παράγοντας, όλοι υπόκεινται στην ανθρώπινη φύση τους- αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις και τη θέση του μέσα σε αυτές υπό το δικό του πρίσμα, γεγονός που του δίνει απόλυτη ελευθερία να νιώθει «όπως του βγαίνει»: χαρούμενος ή λυπημένος, δικαιωμένος ή αδικαίωτος, κ.ο.κ.

Αυτό, όμως, που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι να αναρωτηθούμε εάν ένα πολιτικό πρόσωπο και, μάλιστα, τέτοιου βεληνεκούς (πρώην Πρωθυπουργός) κερδίζει ή χάνει, τόσο επικοινωνιακά όσο και ουσιαστικά, από την απόφασή του να κάνει «εμπάργκο» σε ένα μέσο, ακόμα κι αν σε μία δεδομένη στιγμή στα μάτια του φαίνεται υποκειμενικό και μεροληπτικό απέναντί του.

Σίγουρα, μπορεί κάποιος να θεωρήσει ότι η παρουσία του σε ένα συγκεκριμένο context ίσως δεν του επιτρέψει να εκφραστεί ελεύθερα και ανοιχτά και ότι η αποχή μπορεί να είναι ο μοναδικός τρόπος άρνησης νομιμοποίησης ενός περιβάλλοντος, το οποίο θεωρεί άδικο ή εχθρικό. Από την άλλη, όμως, η αποφυγή της εμφάνισης στην πράξη έχει και κόστος, καθότι περιορίζει την πρόσβαση σε ένα κοινό που ίσως δεν τον ακούει αλλού, ενδέχεται να εκληφθεί ως αποφυγή κριτικής ή δύσκολων ερωτήσεων και -το κυριότερο- αφήνει το πεδίο ελεύθερο σε αντιπάλους ή σε τυχόν μονομερείς και αναληθείς αφηγήσεις, τις οποίες θα έπρεπε, αντιθέτως, από πρόδηλο συμφέρον να αποκρούσει εν τη γενέσει τους και να μην τις αφήσει να αναπτυχθούν ανεξέλεγκτα.

Κάτι τέτοιο απαιτεί μία ενεργητική στάση, που καθόλου όμως δεν φαίνεται να επέδειξε ο πρώην Πρωθυπουργός σε αυτή την περίπτωση, κλείνοντας την επιστολή άρνησης συμμετοχής του στο επίδικο ντοκιμαντέρ προς τους δημιουργούς με τη φράση: «Σας εύχομαι να με διαψεύσετε». Αφήνοντας, δηλαδή, την αποκατάσταση της αλήθειας, όπως την εννοεί και την αντιλαμβάνεται ο ίδιος, σε «ξένο γήπεδο». Πόσο, πράγματι, έξυπνο και αποδοτικό είναι αυτό;

Σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο ανοιχτής παράθεσης στοιχείων και ανταλλαγής απόψεων, εκλαμβάνεται πιο πολύ ως θετικό οι πολιτικοί να εκτίθενται και σε «δύσκολα» μέσα, αρκεί βέβαια να υπάρχουν και να τηρούνται οι στοιχειώδεις κανόνες διαλόγου και ελευθερίας έκφρασης (συνθήκη που εδώ φαίνεται να ισχύει, καθότι οι δημιουργοί δήλωσαν ανοιχτοί στη φιλοξενία του κ. Τσίπρα οποτεδήποτε το επιλέξει ο ίδιος, είτε στη διάρκεια προβολής του ντοκιμαντέρ είτε και μετά την ολοκλήρωσή του), αλλά και να απουσιάζει η συστηματική διαστρέβλωση των γεγονότων (προσωπικά, δεν μπορώ να το κρίνω αυτό). Το να είναι ένα μέσο απλώς αυστηρό ή κάπως επικριτικό δεν αποτελεί σοβαρό και επιβεβλημένο λόγο αποχής. Αντιθέτως, η παρουσία εκεί μπορεί να είναι και επωφελής για το πολιτικό πρόσωπο.

Αν το δούμε πιο βαθιά, το ζήτημα δεν είναι απλώς «πάω ή δεν πάω», αλλά αφορά μία σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατική λογοδοσία και τη στρατηγική επικοινωνίας.

Σε μία δημοκρατία, τα δημόσια πρόσωπα αναμένεται να δέχονται ερωτήσεις, ακόμη και εχθρικές. Η παρουσία σε «δύσκολα» μέσα δείχνει αντοχή στον έλεγχο και σεβασμό προς ένα κοινό που μπορεί να διαφωνεί. Αν ένας πολιτικός αποφεύγει συστηματικά τέτοια περιβάλλοντα, κινδυνεύει να φανεί ότι επιλέγει μόνο «ασφαλή» μέσα, κάτι που υπονομεύει την αξιοπιστία, αλλά και την ανθεκτικότητά του.

Υπό το πρίσμα της στρατηγικής επικοινωνίας, αν ο πολιτικός εκτιμά ότι η εμφάνισή του σε ένα μέσο είναι προσχηματική, υπονομευτική και ότι δεν θα του επιτρέψει, εν τέλει, να επικοινωνήσει ουσιαστικά και με τον τρόπο που επιθυμεί, τότε σε αυτή τη λογική η αποχή δεν είναι «φυγή», αλλά ίσως επιλογή περιφρούρησης του image. Η αποχή, όμως, ενέχει και κινδύνους και η πλήρης άρνηση έχει παρενέργειες: Αφήνει να αιωρούνται αναπάντητες κατηγορίες, που μπορεί να παγιωθούν, και ενισχύει την πόλωση («δεν μιλάω σε εσάς, διότι είστε εχθρικοί και προκατειλημμένοι απέναντί μου»).

Η κριτική, ερευνητική, κ.λπ. δημοσιογραφία, ακόμα κι αν είναι αιχμηρή ή και «στρατευμένη», δεν παύει να είναι μέρος του ελέγχου της εξουσίας και να επηρεάζει τη διαμόρφωση απόψεων ενός μεγάλου αριθμού πολιτών. Η πλήρης αποχή μπορεί να είναι κατανοητή σε ακραίες περιπτώσεις, αλλά συχνά δεν είναι η πιο αποτελεσματική στρατηγική, αν στόχος του πολιτικού είναι να δώσει εξηγήσεις για τις αποφάσεις του και να πείσει ευρύτερο κοινό για τις θέσεις του. Η εξασφάλιση ισορροπίας, όπου κάποιος δέχεται να εμφανιστεί ακόμη και σε «δύσκολα» περιβάλλοντα ή «αφιλόξενα» ακροατήρια, αλλά με δημοκρατικά κριτήρια και όρια συμμετοχής, τείνει να εξυπηρετεί καλύτερα τόσο τη δημοκρατική ευθύνη όσο και την αποτελεσματική επικοινωνία.