Πολιτικη & Οικονομια

Η χώρα δεν χρειάζεται διαπραγματευτές, χρειάζεται επενδυτές

Kαι νέα παραγωγικά περιβάλλοντα

Σωτήρης Θεοδωρόπουλος
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Συμπληρώνονται πέντε χρόνια από το Μάιο του 2010 που η χώρα βυθισμένη στα διπλά ελλείμματα, Δημόσιο και Εξωτερικών Συναλλαγών 35 δις το καθένα, αποκλείστηκε από τις αγορές και διεσώθη από την άτακτη χρεοκοπία χάρη στην πρωτοφανή σε μέγεθος ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και στήριξη. Χωρίς αυτήν και το αναγκαίο πρόγραμμα σταδιακής προσαρμογής στην πραγματικότητα, η χώρα θα είχε συντριβεί σε αυτήν με τις αυτονόητες συνέπειες. Έπρεπε να προσαρμόσει το καταναλωτικό της επίπεδο στις παραγωγικές της δυνατότητες, στο εισόδημα που μπορεί και κατακτά στο πεδίο της οικονομίας, έπρεπε να σταματήσει να δαπανά πολύ πάνω από τα φορολογικά της έσοδα, έπρεπε να προωθήσει πλήθος διαρθρωτικών αλλαγών, που αξιοποιούν και απελευθερώνουν παραγωγικό δυναμικό στο σημερινό ευρωπαϊκό και παγκόσμιο οικονομικό περιβάλλον. Έπρεπε να τεθεί τέρμα στις λογικές της δημοσιονομικής ασωτίας και του κρατικού παρασιτισμού, της διαδεδομένης εισοδηματικής νοοτροπίας, της προσοδοθηρίας με προστατευτισμούς εμπόδια στον ανταγωνισμό- ξεβολέματα από ρυθμίσει του παρελθόντος. Γι’ αυτό και η αντίσταση του πολύχρωμου λαϊκισμού, των φρουρών της διαρθρωτικής καθήλωσης και του πελατειακού συστήματος. Γι’ αυτό, τα προγράμματα σταδιακής προσαρμογής που στόχευαν στην αντιμετώπιση των αιτίων που οδήγησαν στα διπλά ελλείμματα της διπλής κρίσης χρέους και ανταγωνιστικότητας, ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων από τις δυνάμεις της παρακμής. Δεν ήταν δημοφιλή, μαζί με το σύνολο σχεδόν των μέσων ενημέρωσης, πολεμήθηκαν για να μην εφαρμοστούν, να μην ψηφιστούν, ή αν ψηφιστούν από ανάγκη για τις δόσεις χρηματοδότησης, να υπονομεύονται στην πράξη από αυτούς που δεν τα πιστεύουν, γιατί ακυρώνουν λειτουργίες και πρακτικές της κουλτούρας του πελατειακού συστήματος. Έτσι, είχαμε τη μεγαλύτερη μεταπολεμικά σε μέγεθος και διάρκεια ύφεση και ανεργία, αποτέλεσμα της διαρθρωτικής κατάρρευσης ενός ξοφλημένου οικονομικού μοντέλου, στηριγμένου σε σημαντικό βαθμό σε κατανάλωση με δημόσια και ιδιωτικά δανεικά.

Όλοι οι εκφραστές του πολιτικού συστήματος, χωρίς καμία άλλη πρόταση προσαρμογής και εξόδου από τη σοβαρή διαρθρωτική κρίση, με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό καιροσκοπισμού και τυχοδιωκτισμού, έγιναν δημόσια πρόσωπα με ανερχόμενη δημοφιλία, ανακηρύχθηκαν αντιμνημονιακοί, πολέμιοι του προγράμματος προσαρμογής. Κυριάρχησε η αντίληψη πως για τη μείωση των εισοδημάτων, τη λεγόμενη λιτότητα, φταίει το μνημόνιο, οι ξένοι που μας δανείζουν με όρους και μας κρατούν ζωντανούς για να μην καταρρεύσουμε, φταίει το παρελθόν μας που μάλλον νοσταλγούμε.

Η διαπραγμάτευση με τους δανειστές για να πάρουμε τις δόσεις χρηματοδότησης, θεωρείται εθνική μάχη και αποτελεί επιτυχία το να παίρνουμε λεφτά χωρίς να εφαρμόζουμε αυτά που μας ζητάνε για την αναγκαία προσαρμογή, την ανόρθωση της οικονομίας, με αυτονόητες συνταγές της στοιχειώδους οικονομικής λογικής.

Θεωρούνται πλέον υποχωρήσεις-παραχωρήσεις σε αυτούς, μάλλον αναγκαίο κακό για τη χώρα, “να τους δώσουμε μια ιδιωτικοποίηση, ένα ΦΠΑ για να μην αλλάξουμε όλα τα άλλα”. Πρέπει να αντισταθούμε σε αυτά που μας ζητούν να αλλάξουμε. Ο πολιτικός διάλογος στα μέσα ενημέρωσης, έφτασε να γίνει διαγωνισμός του πιο σκληρού διαπραγματευτή και γι’ αυτό του πιο δημοφιλούς. Αυτού που θα αντισταθεί στις αλλαγές απόσπόντας χρηματοδότηση χωρίς να αλλάξει τίποτα, που θα επαναφέρει αναχρονισμούς τους οποίους αναγκαστήκαμε πιεζόμενοι να καταργήσουμε.

Ολόκληρο το πολιτικό σύστημα διαλαλεί τις κόκκινες γραμμές του, τα οχυρά της συντήρησης και της νεοελληνικής παρακμής που θέλουν να παραβιάσουν οι ξένοι. Αντιστέκεται στα ξεβολέματα των πελατειακών ομάδων που τα έχει κάνει σημαίες και ταμπού, σηκώνοντας τα λάβαρα του φαιδρού αντιμνημονιακού αγώνα. Με ανόητες παρελκυστικές τακτικές, χωρίς καμία πρόταση στα προφανή αδιέξοδα και ανορθολογισμούς, ψάχνει για αντισταθμιστικά ώστε να μη γίνουν οι μεταρρυθμίσεις.

Σήμερα στην πλέον χείριστη εκδοχή του, ο λαϊκισμός προκαλώντας πολιτική κρίση και καταστρέφοντας την όποια εμπιστοσύνη απέκτησε η χώρα, με τις χρεοκοπημένες αντιλήψεις και αναμνήσεις άλλων εποχών, αναδείχτηκε γνήσιος εκφραστής του αντιμνημονιακού αγώνα μέσα στο κυρίαρχο κλίμα των ψευδαισθήσεων και της αυταπάτης. Η χώρα σύρεται στον αργό θάνατο και την κατάρρευση, τη διεθνή απομόνωση και εξευτελισμό, ενώ απειλούνται οι πάντες με νοοτροπία εκβιαστή και μπαταχτσή, επαναφέροντας παρωχημένες ιδεοληψίες και πρακτικές. Έχοντας αυτοανακηρυχθεί στον σκληρότερο διαπραγματευτή, καταδικάζουν τη χώρα στη χρηματοδοτική ασφυξία και την ύφεση, για να μείνουν τα λιμάνια και τα αεροδρόμια αραχνιασμένες δημόσιες υπηρεσίες που διοικούνται από κομματικά στελέχη και συνδικαλιστές, η δημόσια περιουσία νεκρή και τα παιδιά μας άνεργα, για να μην ισχύει ο ίδιος ΦΠΑ στα πλούσια νησιά όπως σε όλη την Ελλάδα, για να συνεχίζουμε να βγάζουμε στρατιές πενηντάρηδων συνταξιούχων, για να μη μειωθούν οι υψηλές συντάξεις των προνομιούχων ομάδων όταν δεν υπάρχουν πόροι από το καταρρέον ασφαλιστικό σύστημα.

Με το γελοίο πρόσχημα των υφεσιακών μέτρων, ζητούν χρηματοδότηση για τα προεκλογικά πελατειακά ταξίματα εξαγοράς ψήφων, στέλνοντας εκβιαστικά το λογαριασμό σε αυτούς που μας απέτρεψαν να βαδίσουμε το δρόμο της Αργεντινής.

Οδηγούν σε νέα ύφεση, μεγαλύτερη μείωση των εισοδημάτων, δηλαδή λιτότητα, αυξάνουν την ανεργία, σπαταλούν και καταστρέφουν το ανθρώπινο δυναμικό και τις παραγωγικές δυνατότητες, αντιστεκόμενοι πεισματικά σε αυτονόητες για χώρα της Ευρωζώνης αλλαγές. Διαπραγματευόμενοι, σύρονται πισοπατώντας προς το μέλλον. 

Η έξοδος από την κρίση δεν θα προέλθει ποτέ από τον σκληρότερο διαπραγματευτή και τον πλέον πονόψυχο λαϊκιστή, από αυτούς που την προκάλεσαν και τη συντηρούν. Θα προέλθει από την απαλλαγή της χώρας από μια ολόκληρη κουλτούρα και τους εκφραστές της με κοινή φιλοσοφία τον κρατικό παρασιτισμό. Θα προέλθει από τον ερχομό στο προσκήνιο της δημιουργικής και παραγωγικής Ελλάδας, που θα εκπλήσσει με τις προτάσεις και επιτυχίες της στο σύγχρονο οικονομικό περιβάλλον, χωρίς να απογοητεύει και να αυτοταπεινώνεται διαρκώς.

Μόνο το πελατειακό σύστημα χρειάζεται διαπραγματευτές. Η χώρα έχει ανάγκη από επενδυτές και νέα παραγωγικά περιβάλλοντα.