Πολιτικη & Οικονομια

Από τα passes στο voucher system: Μία ιστορία επιστημονικής φαντασίας

Ο Μίλτον Φρίντμαν και τα βραχυπρόθεσμα μέτρα κοινωνικής πολιτικής

Αριστοτέλης Σταμούλας
6’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Από τα passes στο voucher system: Η δοκιμασμένη συνταγή και η πρόταση του Φρίντμαν για απευθείας χρηματοδότηση των πολιτών

Οι ραγδαίες οικονομικές επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή, αναμενόμενο αποτέλεσμα του δραστικού περιορισμού ενεργειακών ροών από τις πλουτοπαραγωγικές περιοχές του Περσικού Κόλπου και της ανακατεύθυνσης φορτίων μέσω άλλων ασφαλέστερων, αλλά υψηλότερου μεταφορικού κόστους διαδρομών, έχουν κάνει ήδη την εμφάνισή τους στις τοπικές και διεθνείς αγορές με απροσδιόριστο ορίζοντα εκτόνωσης, εκτοξεύοντας το καθημερινό κόστος ζωής για τους πολίτες και υποχρεώνοντας τις εθνικές κυβερνήσεις στη λήψη ανακουφιστικών μέτρων για την αντιμετώπιση της λαϊκής δυσαρέσκειας (που καλά-καλά δεν είχε προλάβει να κοπάσει από το προηγούμενο ξέσπασμα λόγω του πολέμου στην Ουκρανία).

Στην Ελλάδα, οι εξελίξεις οδήγησαν την κυβέρνηση στην απόφαση να βγάλει άρον-άρον ξανά από το συρτάρι τη δοκιμασμένη πολιτική των «passes» (αντί, για μία ακόμα φορά, της επιλογής γενικότερων φορο-ελαφρύνσεων), που είχαν αποτελέσει μορφή άμεσων κρατικών ενισχύσεων προς τους πολίτες μικρής κλίμακας, αλλά μεγάλης κάλυψης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης και της γενικότερης δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, λόγω της απόφασης του Βλαντίμιρ Πούτιν ένα πρωινό του Φεβρουαρίου 2022 να πατήσει το επεκτατικό του πόδι επί ουκρανικού εδάφους, κηρύττοντας έναν πόλεμο που, κόντρα σε αρχικές εκτιμήσεις «επαϊόντων ειδικών», κρατά έως σήμερα.

Έτσι, η κυβέρνηση σπεύδει στην ενεργοποίηση ενός ακόμη κύκλου στοχευμένης επιδότησης των πολιτών, ξεκινώντας από τα καύσιμα και συνεχίζοντας με τα τρόφιμα, σε μία προσπάθεια ανακούφισης των νοικοκυριών από το επικίνδυνα αυξανόμενο κόστος διαβίωσης και μετακίνησης, εφαρμόζοντας, όπως και παλαιότερα, εισοδηματικά κριτήρια για την επιλογή των δικαιούχων.

Δεν ξέρω ακριβώς πώς και γιατί, ίσως λόγω επιφανειακής ομοιότητας, αλλά εξ αφορμής των παραπάνω, μου ήρθε αυθόρμητα στο μυαλό η -πάνω από μισό αιώνα ηλικίας, αλλά ακόμα ενδιαφέρουσα στα αυτιά μου- πρόταση του Μίλτον Φρίντμαν («The Role of Government in Education», 1955) περί voucher system, δηλαδή μίας οικονομικο-πολιτικής λογικής που θέλει το κράτος να χρηματοδοτεί απευθείας τον πολίτη και όχι τις υπηρεσίες που «καταναλώνει».

Στον πυρήνα της ρηξικέλευθης πρότασης που αναδύθηκε από τα σπλάχνα της Σχολής του Σικάγο, ενός από τα σημαντικότερα κέντρα διαμόρφωσης του σύγχρονου οικονομικού φιλελευθερισμού τη δεκαετία του 1950, βρίσκεται η ενίσχυση της ελευθερίας των ατομικών επιλογών, ταυτόχρονα με την ενθάρρυνση του ανταγωνισμού των παρόχων, με έμφαση στο πεδίο της ποιότητας Η πιο γνωστή εφαρμογή της θεωρίας του Φρίντμαν, που βέβαια δεν υπήρξε καθολική όπως την οραματίστηκε, αφορούσε σχολεία σε ορισμένες πόλεις και πολιτείες των ΗΠΑ: Το κράτος έδινε τα λεφτά απευθείας στις οικογένειες, αντί στα σχολεία, έτσι ώστε οι πρώτες να αποφασίσουν πού θα τα διαθέσουν για την εκπαίδευση των παιδιών τους και τα δεύτερα να διεκδικήσουν τη χρηματοδότησή τους μέσω των vouchers, αναλόγως της ικανότητάς τους να προσελκύουν μαθητές με το διαπραγματευτικό χαρτί της παιδαγωγικής αξίας, καινοτομίας και ποιότητας.

Είναι σαφές ότι τα passes της ελληνικής κυβέρνησης και τα vouchers του Φρίντμαν είναι, στην ουσία, πολιτικές εντελώς διαφορετικής στόχευσης και φιλοσοφίας: Τα πρώτα προορίζονται για μία προσωρινή στήριξη του εισοδήματος ευάλωτων πολιτών προς αντιμετώπιση της ακρίβειας. Άρα, πρόκειται για ένα βραχυπρόθεσμο μέτρο κοινωνικής πολιτικής, σοσιαλδημοκρατικής έμπνευσης στη βάση μίας Κεϋνσιανής λογικής· ένα εφήμερο εργαλείο διαχείρισης κρίσεων, που παρεμβαίνει ενεργά στην οικονομία για να επιδοτήσει την κατανάλωση, χωρίς όμως σε καμία περίπτωση να συνιστά εκ βάθρων δομική μεταρρύθμιση.

Η θεωρητική σύλληψη των vouchers κατά τον Φρίντμαν, από την άλλη πλευρά, επιχειρεί με πιο οριζόντιο και συστημικό τρόπο, αλλά και με πιο μακροχρόνιο ορίζοντα να αλλάξει αυτόν καθαυτό τον τρόπο λειτουργίας της αγοράς υπηρεσιών (και μαζί, ίσως, να αναδιαρθρώσει το κράτος πρόνοιας) από μία καθαρά νεοφιλελεύθερη ιδεολογική σκοπιά. Κάτι τέτοιο προκύπτει και από τους διαφορετικούς τομείς εφαρμογής τους, καθώς τα passes σχετίζονται κυρίως με την ιδιωτική κατανάλωση (καύσιμα, τρόφιμα, τουρισμός), ενώ τα vouchers, στις χώρες που έχουν εφαρμοστεί, με την πρόσβαση σε αγαθά κατεξοχήν δημόσιου χαρακτήρα (παιδεία, υγεία, στέγαση, ασφάλιση). Η μόνη ομοιότητα μεταξύ των δύο, που βασικά προκαλεί και την επιφανειακή συσχέτιση που αναφέρθηκε παραπάνω, εξαντλείται στο γεγονός ότι δίνουν στον πολίτη αγοραστική δύναμη, αντί για άμεση παροχή ενός αγαθού.

Θα λέγαμε ότι οι πιο κοντινές, «voucher-like» πολιτικές που εφαρμόζονται στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή είναι, ενδεικτικά, στους παιδικούς σταθμούς (ΕΣΠΑ) και στα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης της ΔΥΠΑ, όπου οι πολίτες επιλέγουν πάροχο και το κράτος τον πληρώνει. Αμφότεροι, όμως, είναι τομείς κοινωνικής πολιτικής (οικογενειακή στήριξη, καταπολέμηση ανεργίας), μακριά από τη βασική εκπαίδευση (σχολεία), που ήταν το κατεξοχήν εφαρμοστικό πεδίο της θεωρίας του Φρίντμαν και το πεδίο εκείνο που θα είχε ίσως, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, κάπως να ωφεληθεί στη χώρα μας.

Διαχρονικά στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής («Η Ελλάδα με αριθμούς») δείχνουν ότι τη δεκαετία 2014-2024 ο αριθμός εγγεγραμμένων μαθητών σε ιδιωτικά σχολεία σημείωσε αύξηση 38,34% στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση (νηπιαγωγεία και δημοτικά) και 47,29% στη δευτεροβάθμια (γυμνάσια και λύκεια), παρά τη δραστική συρρίκνωση των οικογενειακών προϋπολογισμών λόγω της υπερδεκαετούς οικονομικής κρίσης και με τις προβλέψεις να κατατείνουν σε ακόμα περαιτέρω αύξηση στο μέλλον.

Σύμφωνα με τον Νίκο Σαλτερή («Ελληνικό σχολείο: Ο ελέφαντας στο δωμάτιο», 5/4/2026, Protagon.gr), αυτή η κατακόρυφη αύξηση της ζήτησης για ιδιωτική εκπαίδευση δεν αφορά αποκλειστικά σε προνομιούχες οικογένειες, αλλά γενικώς σε όσες διατίθενται να στερηθούν πόρους και να κάνουν σκληρές οικονομίες για να φοιτήσουν τα παιδιά τους σε ένα καλύτερο σχολικό περιβάλλον· προφανώς, απογοητευμένες από τη βαθμιαία απαξίωση μεγάλου μέρους των λειτουργιών του δημόσιου σχολείου ως εργαλείου διάχυσης γνώσης και ως φορέα κοινωνικής και ατομικής προόδου, αλλά και φοβούμενες ότι ίσως σε λίγα χρόνια το δημόσιο σχολείο της γειτονιάς θα βιώσει φαινόμενα ανησυχητικής συρρίκνωσης, αφού εκεί θα φοιτούν μόνο τα παιδιά όσων οικογενειών θα αδυνατούν να «δραπετεύσουν» απ’ αυτά (σ.σ. και για τον πρόσθετο λόγο της ισχύουσας υποχρεωτικής φοίτησης, βάσει τόπου διαμονής).

Την ίδια τάση (σ.σ. την αναζήτηση ενός καλύτερου σχολικού περιβάλλοντος) καταγράφει και η διαχρονική εξέλιξη του συνολικού εκτιμώμενου αριθμού εισακτέων σε πρότυπα και πειραματικά σχολεία την περίοδο 2020-2026, σύμφωνα με τις σχετικές αποφάσεις της Διοικούσας Επιτροπής, αποκαλύπτοντας στην πραγματικότητα ότι υπάρχει υπερδιπλασιασμός του συγκεκριμένου μαθητικού πληθυσμού (αύξηση 125%). Προκύπτει, δηλαδή, ότι ο ανταγωνισμός δημόσιας-ιδιωτικής εκπαίδευσης δουλεύει καλά και πολύ περισσότερο, μάλιστα, ότι οι Έλληνες γονείς, αφενός, δίνουν μεγάλη αξία στην επιλογή σχολείου, αφετέρου, ότι δεν διακατέχονται από αρνητικές προκαταλήψεις ή από αισθήματα έλλειψης εμπιστοσύνης προς το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης, αρκεί να τους παρέχει ουσιαστικές εγγυήσεις ποιότητας για τη μόρφωση των παιδιών τους.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω ποσοτικών και ποιοτικών στοιχείων θα μπορούσαμε αμέσως-αμέσως να εξάγουμε ορισμένους πιθανούς λόγους, για τους οποίους ένα voucher system στην εκπαίδευση δεν θα ήταν κακή ιδέα, έστω σαν σκέψη προς θεωρητική συζήτηση: Πρώτον, οικονομική δικαιοσύνη για τις οικογένειες που όχι μόνο πληρώνουν από τους φόρους τους για μία δημόσια εκπαίδευση, που στο τέλος της ημέρας δεν αξιοποιούν για τα παιδιά τους, αλλά βάζουν και από πάνω (πολλά) χρήματα από την τσέπη τους κάθε χρόνο, προκειμένου να έχουν ιδιωτική πρόσβαση στο συγκεκριμένο αγαθό. Ένα voucher θα επέστρεφε, στην ουσία, μέρος της φορολογίας τους, αρά δικά τους χρήματα, που ως κίνηση όχι μόνο θα πλαισίωνε ικανοποιητικά τη δικαιωματική ελευθερία επιλογής, αλλά θα συνέβαλε σημαντικά και στην οικονομική τους ανακούφιση (είπαμε, δεν είναι όλες οι οικογένειες που επιλέγουν ιδιωτικό σχολείο προνομιούχες).

Δεύτερον, ένα voucher system θα επέτρεπε και σε οικογένειες που ομοίως πληρώνουν φόρους, αλλά όμως στερούνται συμπληρωματικών πόρων για να μπορέσουν να «σπάσουν» τον εγκλωβισμό τους σε ένα μέτριο σχολικό περιβάλλον, να διευρύνουν κάπως τις εναλλακτικές τους και ίσως κάποια στιγμή να υλοποιήσουν μία από αυτές. Και τέλος, τα σχολεία εκείνα που συγκριτικά θα φαινόταν στην πορεία ότι υπολείπονται σε παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια, αντί να παρατηρούν αμέτοχα και παθητικά τις μαθητικές εκροές να περνούν από μπροστά τους, θα είχαν εύλογο ενδιαφέρον να αναπτύξουν κουλτούρα γόνιμου εκπαιδευτικού ανταγωνισμού και (αυτο)θέσπισης κινήτρων βελτίωσης, ως μία πιο λειτουργική εναλλακτική απέναντι σε υποτιθέμενες μεταρρυθμίσεις της Πολιτείας όλα αυτά τα χρόνια, που ελάχιστα ή καθόλου φαίνεται να έχουν επιδράσει θετικά προς αυτή την κατεύθυνση.

Σίγουρα υπάρχουν τοπικές ιδιαιτερότητες (π.χ. μεγάλες ανισότητες μεταξύ αστικών, αγροτικών και νησιωτικών περιοχών, περιορισμένος αριθμός ιδιωτικών και πρότυπων-πειραματικών σχολείων εκτός μεγάλων πόλεων, γραφειοκρατία και διοικητικός υπερσυγκεντρωτισμός της εκπαίδευσης, κ.λπ.), καθώς και πιθανοί κίνδυνοι (π.χ. αύξηση ανισοτήτων ή διαχωρισμός σχολείων και μαθητών), που θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Όμως, αντί τέτοιες παραδοχές να συνηγορούν καταδικαστικά υπέρ μίας a priori αποτυχίας του εγχειρήματος, ίσως ιδανικότερα να μας πείσμωναν υπέρ του προσεχτικού σχεδιασμού ενός μοντέλου με όσο το δυνατόν πιο ισορροπημένα και tailor-made χαρακτηριστικά, δανειζόμενου ίσως και στοιχεία από άλλα επιτυχημένα παραδείγματα της διεθνούς εμπειρίας. Και, στο κάτω-κάτω, θα μπορούσε να προηγηθεί κάποια πιλοτική-δοκιμαστική εφαρμογή του συστήματος που θα έχει σχεδιαστεί (π.χ. σε μία μόνο πόλη ή περιφέρεια της χώρας), για να φανούν στην πράξη τα υπέρ και τα κατά και στη βάση αυτών, είτε να απορρίψουμε οριστικά την ιδέα ως ασύμβατη με τις ανάγκες μας είτε να συνεχίσουμε να τη βλέπουμε με καλό μάτι, κάνοντας όπου πρέπει περαιτέρω διορθώσεις ή προσαρμογές.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι οικογένειες όλων των εισοδηματικών κατηγοριών θα έβλεπαν μία τέτοια ιδέα θετικά (για να είμαστε ειλικρινείς, το ίδιο και οι επιχειρηματίες των Ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων). Ωστόσο, διάφορες πολιτικές αντιθέσεις (ακόμα και από ιδεολογικούς χώρους που υπεραμύνονται της ελευθερίας των ατομικών επιλογών και της λειτουργίας της ανταγωνιστικής οικονομίας), αλλά και άκαμπτες συνδικαλιστικές αγκυλώσεις, αμφότερες εμφορούμενες από αναχρονιστικούς φόβους περί εμπορευματοποίησης της εκπαίδευσης και υποκριτικές αντιλήψεις περί του ότι η παιδεία είναι δημόσιο αγαθό (παραδόξως, όμως, αφού η ιδιωτική παιδεία, συμπεριλαμβανομένων των φροντιστηρίων και των κατ’ οίκον ιδιαίτερων μαθημάτων, ήδη εδώ και δεκαετίες ζει και βασιλεύει με απόλυτους συμβιωτικούς όρους με την ελληνική κοινωνία και χωρίς να εκφράζονται αντίστοιχες πολιτικές και συνδικαλιστικές αντιδράσεις), θα ήταν με βεβαιότητα ποικίλες, σφοδρές και θα όρθωναν ανυπέρβλητα τείχη σε απαιτούμενες ευρείες συναινέσεις, όπως συνήθως γίνεται σε κάθε επιχειρούμενη διαρθρωτική και οργανωτική αλλαγή που γενικώς επιχειρεί σοβαρές ανατροπές στην Ελλάδα, πολλώ δε μάλλον στον χώρο της εκπαίδευσης (π.χ. άρθρο 16 του Συντάγματος).

Η «μπάλα θα έπαιρνε» σίγουρα ως ανεπιθύμητους αιρετικούς και όσους ακόμα θα τολμούσαν δειλά να εκστομίσουν μία «διαβολική» ιδέα σαν κι αυτή. Οπότε, πριν τυχόν προλάβω να συμπεριληφθώ ανάμεσα σε αυτούς, σπεύδω να υπενθυμίσω ότι όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά απλώς μία ιστορία επιστημονικής φαντασίας, που ελπίζω τουλάχιστον, για όποιον έφτασε μέχρι το τέλος, να αποτέλεσε ένα ευχάριστο ανάγνωσμα…