Πολιτικη & Οικονομια

Debate εξ αποστάσεως

Ο κ. Τσίπρας, είναι πλέον δέσμιος του πήχη που ο ίδιος σήκωσε πολύ ψηλά

Ανδρέας Παπαδόπουλος
2’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Με διαφορά λίγων ημερών, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Αντώνης Σαμαράς έδωσαν τις πρώτες τους τηλεοπτικές συνεντεύξεις μετά τις εκλογές. Από τα πολύ υψηλά νούμερα τηλεθέασης που κατέγραψαν και οι δύο εμφανίσεις, προκύπτει ότι ο κόσμος θέλει να ακούσει τις απαντήσεις του νυν και του πρώην πρωθυπουργού, ιδίως για τα θέματα της διαπραγμάτευσης και της επόμενης μέρας. Και αυτό ενδεχομένως να οφείλεται στο γεγονός ότι έχουμε φύγει από την ελπίδα των πρώτων ημερών και έχουμε περάσει στην αβεβαιότητα της διαρκούς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, διαπραγμάτευσης ή, για να ακριβολογούμε, συζήτησης.

Φυσικά, η εικόνα των δύο ηγετών δεν έχει καμία απολύτως σχέση. Για την πλειονότητα των πολιτών, ο κ. Σαμαράς σηματοδοτεί το χθες, που μάλιστα ο κόσμος θέλει να ξεχάσει, ενώ ο κ. Τσίπρας, αν όχι το αύριο, σίγουρα το τώρα. Τα παραπάνω θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιβεβαιώθηκαν και από τις απαντήσεις τους, καθώς ο μεν Σαμαράς έριξε το βάρος στην προσπάθεια να πείσει ότι ήταν ο σωστές οι περισσότερες από τις επιλογές που έκανε, ο δε Τσίπρας έριξε το βάρος κυρίως στο να πείσει για την αναγκαιότητα να υπάρξει άμεσα συμφωνία. Ας αφήσουμε τον κ. Σαμαρά, ο οποίος σύμφωνα με όλες τις μετρήσεις, αλλά και τις εκτιμήσεις των αναλυτών, έχει κλείσει τον κύκλο του και πλέον είναι βαρίδι για τη ΝΔ. «Ακόμα και την ώρα να πει, δεν θα πείσει», είναι το χαρακτηριστικό σχόλιο που κυριαρχεί για τον τέως πρωθυπουργό.

Ας εστιάσουμε στον κ. Τσίπρα και στο θέμα της διαπραγμάτευσης μετά και την καρατόμηση των αρμοδιοτήτων του κ. Βαρουφάκη. Αναρωτιέμαι, όταν ο πρωθυπουργός μιλάει για την ανάγκη να υπάρξει εδώ και τώρα συμφωνία επειδή υπάρχει τεράστιο πρόβλημα ρευστότητας, σε ποιον το λέει; Στους εταίρους; Στην ελληνική κοινωνία; Στο κόμμα του; Στην κοινοβουλευτική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ; Ή μήπως στον ίδιο του τον εαυτό;

Διότι, εδώ και τρεις μήνες η κυβέρνησή του δεν κάνει απολύτως τίποτα από το να παίζει καθυστερήσεις. Και δεν μπορεί να φορτώνεται όλο το ανάθεμα στο «γραφικό και ιδιόμορφο Βαρουφάκη». Διότι, εντέλει, με δική του προσωπική ευθύνη η κυβέρνηση προχωρά σε αδιανόητες κινήσεις, όπως η φωτογραφική διάταξη για την απελευθέρωση Ξηρού, που έφερε ορυμαγδό διεθνών αντιδράσεων και συνέβαλε στην απομόνωση της χώρας. Ήταν ο ίδιος ο κ. Τσίπρας που έλεγε ότι δεν θα συνομιλήσει με την κυρία Μέρκελ και τώρα της τηλεφωνεί κάθε τόσο εκλιπαρώντας την προσωπικά για βοήθεια. Ήταν ο κ. Τσίπρας που έλεγε ότι θα βαράει τα νταούλια και οι αγορές θα χορεύουν. Ήταν ο κ. Τσίπρας που απειλούσε την προηγούμενη κυβέρνηση να μην τολμήσει να δεσμεύσει με συγκεκριμένες επιλογές τον ΣΥΡΙΖΑ και μετά την εγκαλούσε γιατί η παράταση που πήρε η κυβέρνηση Σαμαρά ήταν δίμηνη και όχι εξάμηνη. Ήταν ο κ. Τσίπρας που έταξε λαγούς με πετραχήλια και τώρα σπεύδει να ξεκαθαρίσει ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να εφαρμοστεί και ότι πρέπει να υπάρξουν ιδιωτικοποιήσεις, αλλαγές στο ασφαλιστικό ή ακόμα και στα εργασιακά. Και αναγκάζεται να βάζει τους υπουργούς του να ακυρώνουν μια σειρά από εξαγγελίες που έσπευσαν να κάνουν τις πρώτες εβδομάδες και να τις παραπέμπουν στις ελληνικές καλένδες.

Δυστυχώς για τον κ. Τσίπρα, είναι πλέον δέσμιος του πήχη που ο ίδιος σήκωσε πολύ ψηλά. Το παθαίνουν όλοι οι αρχηγοί της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ωστόσο επειδή είναι πρόσφατα τα παραδείγματα των ανθρώπων που έχουν «καεί» θα έπρεπε να είναι διπλά και τριπλά προσεκτικός.

Ας είναι. Έστω και έτσι και παρότι μεγάλα τμήματα του πολιτικού και δημοσιογραφικού κόσμου θέλουν να «εκδικηθούν» τον κ. Τσίπρα και να του κάνουν όσα έκανε εκείνος στους αντιπάλους του, οφείλουν αποκλειστικά για το καλό και το μέλλον της χώρας να στηρίξουν όσες προσπάθειες κάνει αυτή η κυβέρνηση στην κατεύθυνση της ύπαρξης συμφωνίας.

Κατά τη γνώμη μου, είναι μονόδρομος αυτή η επιλογή. Και κάτι ακόμα. Η δικαίωση πολλών ανθρώπων θα έρθει πρωτίστως από την «προσαρμογή» και όχι από την αποτυχία του Τσίπρα!