Πολιτικη & Οικονομια

Ανταγωνιστικοί μισθοί για την προσέλκυση επιστημονικού δυναμικού και η αναγκαία κατάργηση του ενιαίου μισθολογίου στα πανεπιστήμια

Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα ακαδημαϊκά κεφάλαια στην Ευρώπη

Γιώργος Λάσκαρης
3’ ΔΙΑΒΑΣΜΑ

Το ισχύον σύστημα αντιμετωπίζει τους πανεπιστημιακούς ως μια ομοιογενή ομάδα, αγνοώντας ουσιαστικές διαφορές στην παραγωγικότητα, την εμπειρία και τη διεθνή αναγνώριση

Η Ελλάδα διαθέτει ένα από τα ισχυρότερα ακαδημαϊκά κεφάλαια στην Ευρώπη, το οποίο όμως σε μεγάλο βαθμό βρίσκεται εκτός των συνόρων της. Σύμφωνα με την έρευνα του Deon Policy Institute (2025), περισσότεροι από 3.500 Έλληνες πανεπιστημιακοί υπηρετούν σε κορυφαία ιδρύματα παγκοσμίως, από το MIT και το Stanford έως το Oxford και το ETH της Ζυρίχης. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι ένα σημαντικό ποσοστό εξ αυτών θα εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο επιστροφής, εφόσον υπάρξουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις.

Ποιες είναι όμως αυτές οι προυποθέσεις; Το 59% των συμμετεχόντων δήλωσε ότι θα σκεφτόταν μια θέση στην Ελλάδα μέσα στην επόμενη πενταετία, υπό την κύρια προϋπόθεση ότι οι αποδοχές και οι προοπτικές εξέλιξης θα προσεγγίσουν τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Σήμερα, όμως, οι αμοιβές των μελών ΔΕΠ στην Ελλάδα παραμένουν σημαντικά χαμηλότερες, γεγονός που δεν επιτρέπει την επιβράβευση, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνει την προσέλκυση νέου επιστημονικού δυναμικού.

Δεν πρόκειται για μια αποσπασματική παρατήρηση. Η έρευνα έδειξε ότι το 77% των ερωτηθέντων αναφέρει τους χαμηλούς μισθούς ως βασικό εμπόδιο επαναπατρισμού. Είτε πρόκειται για ακαδημαϊκούς των ανθρωπιστικών επιστημών είτε των θετικών επιστημών, είτε για ακαδημαϊκούς που ζουν και εργάζονται στην Ευρώπη είτε πολύ περισσότερο στις ΗΠΑ, οι μισθοί στα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα της Ελλάδας θεωρούνται μη ανταγωνιστικοί, επιβεβαιώνοντας ότι το πρόβλημα είναι ευρέως γνωστό στην διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα.
Παρόλα αυτά, οι μισθολογικές προσδοκίες των ερωτώμενων είναι και παραμένουν ρεαλιστικές. Περίπου το ένα τρίτο των ακαδημαϊκών δηλώνει ότι θα επέστρεφε με αποδοχές της τάξης των 4.000 ευρώ μηνιαίως — επίπεδο που ευθυγραμμίζεται με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο — ενώ άλλοι εμφανίζονται διατεθειμένοι να επιστρέψουν ακόμη και με χαμηλότερες απολαβές, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρχουν ουσιαστικές προοπτικές εξέλιξης. Το χάσμα, επομένως, δεν είναι αγεφύρωτο αλλά αποτελεί πολιτικό και θεσμικό ταμπού.

Κεντρικό ρόλο σε αυτό το πρόβλημα διαδραματίζει το ενιαίο μισθολόγιο. Το ισχύον σύστημα αντιμετωπίζει τους πανεπιστημιακούς ως μια ομοιογενή ομάδα, αγνοώντας ουσιαστικές διαφορές στην παραγωγικότητα, την εμπειρία και τη διεθνή αναγνώριση. Έτσι, ένας ερευνητής με σημαντική διεθνή πορεία και αποδεδειγμένη ικανότητα προσέλκυσης χρηματοδότησης αμείβεται σχεδόν το ίδιο με έναν λιγότερο παραγωγικό συνάδελφό του, δημιουργώντας ένα πλαίσιο που είναι βαθιά άδικο και αντιπαραγωγικό.

Η στρέβλωση αυτή επιτείνεται από μια ακόμη κρίσιμη παράμετρο, η οποία συχνά παραμένει εκτός της δημόσιας συζήτησης. Σήμερα, πολλοί πανεπιστημιακοί στην Ελλάδα αναγκάζονται να χρησιμοποιούν ερευνητικά κονδύλια για να συμπληρώσουν το εισόδημά τους. Αν και η πρακτική αυτή δεν είναι άγνωστη διεθνώς, στη χώρα μας αποκτά βιοποριστικό χαρακτήρα. Αντί οι ερευνητές να επιδιώκουν χρηματοδότηση αποκλειστικά για την προώθηση της έρευνας, την υποστήριξη διδακτορικών φοιτητών και την ανάπτυξη ερευνητικών ομάδων, αναγκάζονται να αναζητούν ευκαιρίες χρηματοδότησης για να καλύψουν βασικές ανάγκες διαβίωσης.

Το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτό που επιδιώκει το σύστημα της ακαδημαϊκής εξέλιξης. Η μονιμότητα (tenure) υποτίθεται ότι παρέχει σταθερότητα, ώστε ο ερευνητής να επικεντρώνεται στη γνώση, την καινοτομία και την εκπαίδευση. Όταν όμως ο βασικός μισθός δεν επαρκεί, η ερευνητική χρηματοδότηση μετατρέπεται σε υποκατάστατο μισθού, περιορίζοντας την αποτελεσματικότητά της και στερώντας πόρους από τους διδακτορικούς φοιτητές και τους μεταδιδακτορικούς ερευνητές.

Η κατάργηση του ενιαίου μισθολογίου αποτελεί, συνεπώς, αναγκαία προϋπόθεση για οποιαδήποτε σοβαρή στρατηγική brain regain στο ελληνικό ακαδημαϊκό οικοσύστημα. Ένα σύγχρονο μισθολογικό πλαίσιο θα πρέπει να συνδέει τις αποδοχές με την πραγματική αξία και συνεισφορά του κάθε ακαδημαϊκού. Αν θέλουν τα ελληνικά πανεπιστήμια να ανταγωνιστούν με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά για την προσέλκυση ταλέντου πρέπει να μπορούν να προσφέρουν πακέτα αποδοχών που αντανακλούν την ερευνητική επίδοση, την ικανότητα προσέλκυσης χρηματοδότησης, τη διδακτική ποιότητα και τη στρατηγική σημασία του γνωστικού αντικειμένου.

Αυτό σημαίνει μετάβαση σε ένα διαφοροποιημένο σύστημα, όπου οι μισθοί θα καθορίζονται με βάση αντικειμενικά κριτήρια που αναγνωρίζονται διεθνώς. Η ακαδημαϊκή παραγωγή, οι δημοσιεύσεις και οι ετεροαναφορές, η επιτυχία σε ανταγωνιστικά προγράμματα όπως το ERC ή το Horizon Europe, η συμβολή στην καινοτομία και η δημιουργία συνεργασιών με τη βιομηχανία, καθώς και η ποιότητα της διδασκαλίας, μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για ένα τέτοιο σύστημα.

Εξίσου σημαντική είναι η υιοθέτηση ενός πλαισίου αναφοράς. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να «αντιγράψει» τα επίπεδα μισθών των ΗΠΑ, αλλά μπορεί να ευθυγραμμιστεί με πανεπιστήμια της Νότιας Ευρώπης με παρόμοιο κόστος ζωής. Ένα τέτοιο σύστημα θα παρείχε διαφάνεια, προβλεψιμότητα και αξιοπιστία, στέλνοντας ταυτόχρονα ένα σαφές μήνυμα στη διεθνή ακαδημαϊκή κοινότητα.

Το επιχείρημα περί δημοσιονομικού κόστους, αν και εύλογο, συχνά παραβλέπει τη δυναμική απόδοση μιας τέτοιας επένδυσης. Οι ακαδημαϊκοί που θα προσελκυθούν δεν αποτελούν απλώς μισθολογική δαπάνη αλλά πολλαπλασιαστές ανάπτυξης. Μέσα από την προσέλκυση ερευνητικών κονδυλίων, τη δημιουργία spin-offs, τις συνεργασίες με τη βιομηχανία και την εκπαίδευση υψηλού επιπέδου ανθρώπινου δυναμικού, θα συμβάλλουν άμεσα στην οικονομία.

Τα δεδομένα δείχνουν ότι το επιστημονικό δυναμικό της Διασποράς είναι πρόθυμο να επιστρέψει, αλλά όχι άνευ όρων. Οι ανταγωνιστικοί μισθοί και η κατάργηση του ενιαίου μισθολογίου δεν αποτελούν απλώς μία από τις προϋποθέσεις αλλά την βασική προϋπόθεση. Χωρίς αυτήν, οποιαδήποτε συζήτηση για αναστροφή του brain drain θα παραμείνει θεωρητική.

Σε έναν κόσμο όπου ο ανταγωνισμός για ταλέντο εντείνεται, οι χώρες που επενδύουν στην αριστεία θα είναι αυτές που θα πρωταγωνιστήσουν. Η Ελλάδα έχει το ανθρώπινο κεφάλαιο για να το πετύχει. Το ερώτημα είναι αν έχει και τη θεσμική βούληση να δημιουργήσει τις συνθήκες που θα φέρουν πίσω τη χαμένη γενιά των επιστημόνων.